Είμαστε σε πόλεμο με τη Ρωσία (sic), αλλά ποιοι είναι οι στόχοι μας;

Του Διογένη Λόππα

Με μια σκακιστική κίνηση υψηλού ρίσκου, ο Ρώσος πρόεδρος κατάφερε να ανακατέψει πάλι την τράπουλα και να διαφύγει από τη στενάχωρη θέση στην οποία βρέθηκε, όταν του ανακοίνωσαν ότι μια μαζική ουκρανική αντεπίθεση διέσπασε, έστω προσωρινά, τις ρωσικές γραμμές στο Χάρκοβο.  Πιεζόμενος από τους συμμάχους του, στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, και διακινδυνεύοντας να προκαλέσει οριστική ρήξη, ακόμα και επίσημη κήρυξη πολέμου, με τους εταίρους (και πελάτες) του στην Ευρώπη, ανακοίνωσε τρεις δράσεις με άμεση ισχύ:

  1. Επιστράτευση εφέδρων (μερική, σε πρώτη φάση)
  2. Προσάρτηση κατεχομένων μέσω οριακά νομότυπων διαδικασιών
  3. Πρόθεση να προελάσει προς την Υπερδνειστερία 

Αυτή η αποφασιστική κίνηση υψηλού ρίσκου, αναμενόμενα έπιασε στον ύπνο Ουκρανούς και Νατοϊκούς, οι οποίοι είχαν αρχίσει να επαναπαύονται στη λογική ενός πολέμου φθοράς, τον οποίο θα μπορούσαν να διαχειριστούν, εξοπλίζοντας τον ουκρανικό στρατό με σύγχρονα οπλικά συστήματα και το καθεστώς του Κιέβου με ζεστό χρήμα.  Αναπόφευκτα, η νέα κατάσταση που τείνει να διαμορφωθεί, δημιουργεί τεράστια ζητήματα ασφαλείας, αλλά και νέους πονοκεφάλους ως προς τη δυνατότητα, ιδίως της Ε.Ε., να διαχειριστεί μια σύγκρουση στην εξωτερική αυλή της, που από proxy war μετατρέπεται εν μία νυκτί σε ευρείας κλίμακας σύρραξη, με μία από τις μεγαλύτερες στρατιωτικά δυνάμεις του πλανήτη.   

Μοιραία ανακύπτουν περίπλοκα ζητήματα, αφού από τον ενεργειακό και επισιτιστικό εφιάλτη που προσποιούμαστε ότι είμαστε σε θέση να αντιμετωπίσουμε, περνάμε σε ζητήματα αμυντικής επάρκειας, πυρηνικής αποτροπής και κυρίως υπαρξιακών πολιτικών αποφάσεων.  Και αυτό γιατί μετά την αναμενόμενη προσάρτηση των κατεχομένων, οποιαδήποτε οβίδα του υποστηριζόμενου από το ΝΑΤΟ ουκρανικού πυροβολικού πέσει στο Ντονμπάς, θα θεωρηθεί ως επίθεση και οι πληροφορίες αναφέρουν ότι θα απαντηθεί αφενός με επίσημη κήρυξη πολέμου και αφετέρου με στρατιωτικές τακτικές που έχουμε να δούμε από το 1999.  Χωρίς να αποκλείεται ακόμα και γενική επιστράτευση με παράλληλη είσοδο σε mode πολεμικής οικονομίας από τη Ρωσία, ανάλογα με τον βαθμό υποστήριξης που θα λάβει η Ουκρανία.  

Στο σημείο αυτό, που δεν απέχει και πολύ χρονικά, θα πρέπει ως Δύση να αναστοχαστούμε και να επανεξετάσουμε κίνητρα και στόχους, όσον αφορά στην επιθετικότητα της Ρωσίας.  Να δούμε δηλαδή ποιος διάολο είναι ο αντικειμενικός μας σκοπός, δηλαδή τι επιδιώκουμε να επιτύχουμε στη σύγκρουση αυτή και αν αξίζει να αναλάβουμε το αναπόφευκτο ρίσκο.  Αν διαθέτουμε το απαιτούμενο capacity για μια ενδεχομένως μακροχρόνια σύγκρουση και αν διαθέτουμε την απαραίτητη κοινωνική ειρήνη για να διέλθουμε μέσα από τις δύσκολες καταστάσεις που θα προκύψουν στις εύθραυστες οικονομίες μας και στις ακόμα πιο εύθραυστες εκλογικές μας αναμετρήσεις που μπορεί να μας φέρουν αυτοκαταστροφικά απρόοπτα.  

Μετά τον Πούτιν, τι 

Η κυρίαρχη (πείτε την και μοναδική) άποψη που κυριαρχεί στο πανευρωπαϊκό καφενείο είναι ότι υπεύθυνος για όλο αυτό το χάος είναι ο εγκληματίας Πούτιν και ότι αν με κάποιο τρόπο τον ξεφορτωθούμε, όλα θα γίνουν όπως πριν.  Πολλοί ωστόσο έχουν σοβαρές αμφιβολίες για το αν ισχύει κάτι τέτοιο.  Πρώτα από όλα η πτώση του Ρώσου ηγέτη, είτε λόγω δολοφονικής απόπειρας, είτε λόγω πραξικοπήματος, είτε λόγω πορτοκαλί επανάστασης, δε συγκεντρώνει πολλές πιθανότητες, καθώς εδώ και είκοσι χρόνια το καθεστώς έχει σφραγίσει τέτοιου είδους ρωγμές και επιπλέον είναι πασίγνωστο ότι μια κρίσιμη μάζα Ρώσων Κυρπαντελήδων στηρίζουν το Κρεμλίνο μέχρις εσχάτων.  Μπορεί δηλαδή να επαναληφθεί το τουρκικό φιάσκο, όπου οπλισμένοι πολιτοφύλακες πήραν στο κυνήγι τους επίδοξους πραξικοπηματίες.

Αλλά ακόμα και αν για την οικονομία της συζήτησης υποθέσουμε ότι κάποια αόρατη χείρα καταφέρει να μας απαλλάξει βιολογικά από την παρουσία του αντιπάλου μας, ποιος αλήθεια μας εγγυάται ότι η διάδοχος κατάσταση θα έχει τα χαρακτηριστικά του μετριοπαθούς Λαβρόφ και όχι για παράδειγμα του ημίτρελου υπερεθνικιστή Ντούγκιν;  Κανένας.  Άλλωστε το πιθανότερο είναι να διαδεχθεί τον Πούτιν κάποιος σαν τον Μεντβέντεφ, στην καλύτερη περίπτωση, και, στη χειρότερη, κάποιος στρατόγκαβλος στρατηγός που θα κρατάει στο ένα χέρι τη βότκα και στο άλλο το βαλιτσάκι με τους κωδικούς.

Αναλογιζόμενος όλα αυτά, τείνω να πιστεύω ότι μπροστά σε μια τέτοια διάδοχη κατάσταση, ο Πούτιν μοιάζει του Μαχάτμα Γκάντι.  Τουλάχιστον κάποιες φορές δείχνει συμβιβαστικός, έχει διάθεση να διεξάγει συνομιλίες και συχνά σηκώνει το τηλέφωνο για να μιλήσει με τον Μακρόν ή τον Σόλτς.  Αντίθετα, ένας Θεός ξέρει τι θα γινόταν, αν στο μακρύ τραπέζι του Κρεμλίνου κάθονταν ένας Ρώσος δυτικοφάγος, που προηγουμένως είχε εμπνεύσει μια στρατιωτική ηγεσία ταπεινωμένη από τις νατοϊκές σφαλιάρες τριάντα και πλέον χρόνων.  

Δημοκρατική Ρωσία, ο κακός λύκος και άλλα εικονογραφημένα   

Στη Δύση έχουμε όντως την κακιά συνήθεια να σκεφτόμαστε εργολαβικά για τα υπόλοιπα έθνη του πλανήτη, που συχνά θεωρούμε καθυστερημένα, διεφθαρμένα και άξια διαπαιδαγώγησης.  Παρά το γεγονός ότι για παράδειγμα ο πρόεδρος του δημοκρατικότερου έθνους στον κόσμο (Γαλλία) εκλέγεται με ένα 15% και μετά όλοι πλακώνονται στο ξύλο στις πλατείες ή παρά το γεγονός ότι στο άλλο υπόδειγμα δημοκρατίας (ΗΠΑ) οι ανισότητες θυμίζουν μεσαίωνα και οι κατώτερες τάξεις συνθλίβονται κάτω από μια ανείπωτη φτώχεια, θεωρούμε θέσφατο την πολιτειακή μας ανωτερότητα και ενίοτε έχουμε την τάση να την εξάγουμε κιόλας.

Προσωπικά θεωρώ ότι αυτό το ελάττωμα προέρχεται από την ίδια την ιστορία μας, από το πολιτειακό μας DNA.  Γιατί οι κοινωνίες της δύσης εμπνέονται είτε από την αρχαία Αθήνα, είτε από την αρχαία Ρώμη, στη δημοκρατική της εκδοχή, με μια μεγάλη δόση από τις ιταλικές δημοκρατίες της αναγέννησης και βέβαια από τον απόλυτο καθορισμό της σύγχρονης δυτικής κοινωνίας που επήλθε μέσω της γαλλικής επανάστασης.  Έτσι, στα μέρη μας, ένας δικαστής δίκαζε και αποφάσιζε με γνώμονα τα ατομικά δικαιώματα, ενώ ένας χότζας ή ένας βασιλικός ακόλουθος στην ανατολή, δίκαζε με γνώμονα τις κοινωνικές ανάγκες ή απλά τα κέφια του εκάστοτε μονάρχη.

Θα ήταν αδύνατον να μπολιάσουμε τις κοινωνίες αυτές με τις δικές μας αρχές, που θεωρούμε ανώτερες χωρίς ίσως να είναι, πράγμα που απεδείχθη περίτρανα όταν προσπαθήσαμε να εξάγουμε ανόθευτη δημοκρατία στο Ιράκ, στην Αίγυπτο στη Λιβύη και οπουδήποτε προσπαθήσαμε.  Εκεί όμως που το πείραμα έλαβε την τελική πιστοποίηση, ήταν αναμφίβολα στο Αφγανιστάν, όπου επί 20 χρόνια οι ΗΠΑ είχαν στήσει ένα υπόδειγμα δυτικού κράτους, το οποίο για να καταρρεύσει ολοσχερώς, χρειάστηκαν μόλις μερικές ώρες, μόνο δηλαδή στο άκουσμα ότι τις θέσεις των πεζοναυτών αναμένεται να ανακαταλάβουν οι λαοφιλείς Ταλιμπάν.

Τα γράφω όλα αυτά για να καταλήξω στο ότι μάταια περιμένουμε από τη Ρωσική Ομοσπονδία να μετεξελιχθεί σε Λουξεμβούργο.  Το γεγονός ότι η χώρα αυτή, με τη συγκεκριμένη ιστορική και πολιτισμική παράδοση, διαθέτει σύνταγμα, εκλογές και κοινοβούλιο, για μένα ήδη είναι ένα μικρό θαύμα.  Αν λοιπόν θέλουμε να είμαστε πραγματιστές, θα πρέπει να συμβιβαστούμε με αυτό που έχουμε, το οποίο μπορεί να είναι απαίσιο για τα γούστα μας, αλλά είναι ενδεχομένως πολύ καλύτερο από οποιαδήποτε άλλη εναλλακτική.  

Μπορεί να νικηθεί η Ρωσία;   

Σίγουρα ναι.  Στην ιστορία όλοι κάποτε νικήθηκαν.  Και με τα πολυεπίπεδα όπλα και τακτικές που διαθέτει η Δύση, θα μπορούσε να βαλτώσει τη Ρωσία στην Ουκρανία όσο το επιθυμεί.  Το ερώτημα εδώ είναι το κόστος.  Και επειδή η ρωσική ηγεσία μόλις μας έφερε προ του ερωτήματος του κόστους, οφείλουμε μια ενδοσκόπηση.  Πόσο μακριά είμαστε διατεθειμένοι να φθάσουμε, αν δεχόμαστε να πάρουμε το ρίσκο μας πυρηνικής καταστροφής και πόσο σίγουροι είμαστε ότι μπορούμε να τιθασεύσουμε τους δικούς μας πληθυσμούς, αν εμείς με τη σειρά μας χρειαστεί να προχωρήσουμε σε μαζικές επιστρατεύσεις.

Μέχρι σήμερα, το ερώτημα σε στρατηγικό επίπεδο ήταν αν η Ουκρανία με τη βοήθεια της Δύσης θα μπορούσε να καθυστερήσει την προέλαση της ρωσικής »ειδικής στρατιωτικής επιχείρησης».  Σήμερα τα δεδομένα άλλαξαν άρδην και το ερώτημα είναι αν τα υπολείμματα του ουκρανικού στρατού με τις όποιες προσθήκες δυτικών όπλων, είναι σε θέση να ανταπεξέλθουν σε μία γενική σύρραξη και να αμυνθούν στο σύνολο των ρωσικών στρατευμάτων.  Και νομίζω ότι, ενώ στο πρώτο ερώτημα η απάντηση ήταν »ίσως», στο δεύτερο κάθε σοβαρός ενήλικας γνωρίζει ποια είναι.  

Τη στιγμή αυτή οι πληροφορίες από Ρώσους αναλυτές, συγκλίνουν στο ότι το Κρεμλίνο κλίνει προς μια επιχείρηση τύπου Γιουγκοσλαβίας:  Αφού δηλαδή δεν θα δεσμεύεται πια από τους νομικούς και γεωγραφικούς περιορισμούς της λεγόμενης »ειδικής στρατιωτικής επιχείρησης», αλλά θα σχεδιάζει πλέον με λογική γενικής σύρραξης μεταξύ κρατών, αναμένεται να χρησιμοποιήσει την τεχνογνωσία του ΝΑΤΟ, δηλαδή να ισοπεδώνει καθημερινά υποδομές της Ουκρανίας, μέχρι η τελευταία να εξαναγκαστεί να συνθηκολογήσει.   

Στο σημείο αυτό η Δύση θα βρεθεί στη δύσκολη θέση που βρέθηκε η γονατισμένη Ρωσία το 1999.  Δηλαδή θα πρέπει να αποφασίσει αν θα εμπλακεί σε μια καταστροφική απευθείας σύρραξη με μια πυρηνική δύναμη ή αν θα εγκαταλείψει έναν πιστό σύμμαχο στις ορέξεις του αντιπάλου της.  Η αλήθεια είναι ότι το 1999 η Ρωσία δεν διέθετε πολλές επιλογές, ούτε συγκρουσιακή ηγεσία.  Αντίθετα, η Δύση σήμερα θα μπορούσε τεχνικά να συνδράμει στην άμυνα της Ουκρανίας με πολλούς τρόπους ενώ διαθέτει και αρκετά »γεράκια» σε καίριες θέσεις (Ουάσιγκτον, Λονδίνο, Βερολίνο, Βαρσοβία), που θα ήταν πρόθυμα να αναλάβουν το βάρος μιας ανόητης απόφασης.

Πριν όμως η Δύση αποφασίσει οτιδήποτε, θα ήταν χρήσιμο να αναρωτηθεί αν πράγματι επιθυμεί έναν Γ’ παγκόσμιο πόλεμο και αν ναι, ποιοι είναι στόχοι της.  Γιατί, αν τον Πούτιν διαδεχθεί ένας νέος Πούτιν, αν η Ρωσία παραμείνει ούτως ή άλλως αυταρχική στον αιώνα και αν τελικά δεν μπορεί να ηττηθεί στρατιωτικά χωρίς να μας συμπαρασύρει στο χάος, ποιο το νόημα για όλα αυτά;