Σάββατο 18 Αυγούστου 2018 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Εθνική τραγωδία είναι ο τρόπος που ζούμε

Του Δημήτρη Ιωάννου

Εδώ και λίγα χρόνια κατοικώ στη Ραφήνα. Κοντά στο κέντρο του οικισμού, και γι’ αυτό το σπίτι μου δεν κινδύνευσε από τη φωτιά. Ευτυχώς, για μένα, επίσης, δεν υπήρχε ανάμεσα σε αυτούς που χάθηκαν κάποιος συγγενής ή φίλος. Πέρα όμως από την οδύνη που μοιράζομαι με τους Έλληνες για την απώλεια τόσων ψυχών, έζησα την καταστροφή της πυρκαγιάς από πολύ κοντά, με μεγάλη αγωνία. Συν το θλιβερό γεγονός ότι διαφόρων φίλων και γνωστών τα σπίτια έχουν γίνει κάρβουνο.

Παρακολουθώ στην τηλεόραση τις συζητήσεις για τις «ευθύνες», και αισθάνομαι θλίψη μαζί με αγανάκτηση. Γιατί είναι αθλιότητα και μικροψυχία να ισχυρίζεται κανείς, σε τέτοιες στιγμές, ότι για την καταστροφή φταίει η κυβέρνηση, η αντιπολίτευση, η πυροσβεστική, ο δήμαρχος ή οι ξένοι πράκτορες. Αθλιότητα γιατί είναι ασέβεια στη μνήμη των νεκρών να χρησιμοποιείς την απώλειά τους για να κάνεις τη συνηθισμένη, τετριμμένη μικροπολιτική σου. Και μικροψυχία γιατί, αν και μετά από μία τέτοια τραγωδία δεν καταφέρεις να δεις την ύπαρξή σου λίγο διαφορετικά, αυτό μαρτυρά ότι είσαι συναισθηματικά πεθαμένος.

Είναι τραγική όλη αυτή η ανόητη και αδιέξοδη συζήτηση, γιατί αποδεικνύει για μία ακόμη φορά ότι έχουμε συνηθίσει πλέον τόσο πολύ τον ελέφαντα μέσα στο δωμάτιο, ώστε δεν τον βλέπουμε καθόλου και είναι σαν σαν να μην υπάρχει για μας. Διότι, και για την καταστροφή στην πυρκαγιά της Καλλιτεχνούπολης, και για την καταστροφή στη Μάντρα, και για σχεδόν κάθε άλλη τραγωδία που μας βρίσκει, (συμπεριλαμβανόμενης και της χρεοκοπίας μας), έστω και αν οι ξένοι συμπεριφέρονται ανάλγητα, έστω και αν υπάρχει έλλειψη συντονισμού των αρμοδίων φορέων, έστω και αν παρατηρήθηκε ολιγωρία της κυβέρνησης, ο κύριος φταίχτης είναι άλλος. Κύριος φταίχτης είμαστε εμείς όλοι, εν συνόλω, καθώς επίσης και ο τρόπος που έχουμε οργανώσει και ζούμε τη ζωή μας, μακάριοι και ανυποψίαστοι, επί δεκαετίες. Χτίζουμε μέσα στο δάσος και μπαζώνουμε τα ρέματα σαν να μη συμβαίνει τίποτα, δανειζόμαστε για να καταναλώσουμε σαν τρελοί, και, όταν έρθει η καταστροφή, τότε νιώθουμε «οργή» και «αγανάκτηση». Για ποιον;  Η πραγματική εθνική τραγωδία είναι ακριβώς ο τρόπος που έχουμε επιλέξει να ζούμε εδώ και δεκαετίες. Ευτελίζοντας την ανθρώπινη ζωή όλο και περισσότερο, όσο περνούν τα χρόνια.

Μερικά καλοκαίρια, στις μακρινές δεκαετίες του ’60 και του ’70, τα πέρασα σε ένα σπίτι κάπου ανάμεσα στο Κόκκινο Λιμανάκι και στο Μάτι. Εκεί ακριβώς δηλαδή που έγινε η μεγάλη καταστροφή. Ποτέ δεν μου άρεσε η περιοχή αυτή και πάντα αισθανόμουν εκεί σαν παγιδευμένος. Είχα μάλιστα την ατυχία να παρακολουθήσω τη σταδιακή ολοκλήρωση της καταστροφής του περιβάλλοντος από την «αξιοποίηση» και την οικοδόμηση. Είναι εκπληκτικό το γεγονός πως κανείς δεν φαίνεται να έχει προσέξει ότι όλη η παραλιακή περιοχή που αρχίζει από τα όρια μεταξύ των δήμων της Ραφήνας και του Μαραθώνα και φτάνει μέχρι τη Νέα Μάκρη είναι ένα μεγάλο και πυκνό πευκοδάσος. Κι όμως αυτό το πυκνό δάσος είναι, επίσης, πυκνοκτισμένο και πυκνοκατοικημένο. Εμένα, τουλάχιστον, τόσο που έχω καταλάβει τον κόσμο και τόσο που τον έχω δει και τον έχω γυρίσει, μου φαίνεται ότι είναι ένα πολύ περίεργο και ασυνήθιστο πράγμα να υπάρχει ένας τόσο πυκνός οικιστικός ιστός μέσα σε ένα δάσος. Για να είμαι ειλικρινής, δεν το έχω δει αυτό πουθενά αλλού. Ούτε σε κάτι παραλίμνιους οικισμούς στην Ινδοκίνα. Όπου υπάρχει δόμηση μέσα σε δάσος, αυτό γίνεται με συγκεκριμένους κανόνες, από τους οποίους οι κυριότεροι φαίνεται να είναι η αραιότατη δόμηση και η ύπαρξη κυκλοφοριακών αρτηριών.

Η επιθυμία και η βούληση του Νεοέλληνα δεν μπορεί να παραβιάζει ατιμώρητα, τους νόμους της φύσης, της οικολογίας, της οικονομίας και της κοινωνίας

Η περιοχή είναι δάσος όχι μόνο γιατί έχει πυκνή βλάστηση αλλά και διότι δεν διαθέτει ούτε καν υποτυπώδη ρυμοτομία. Υπάρχουν μόνο κάτι παράλληλες μεταξύ τους, κάθετες προς τη Λεωφόρο Μαραθώνος, οδοί που καταλήγουν λίγο πριν από την παραλία, χωρίς ουσιαστικά να υπάρχουν κάθετοι προς αυτές δρόμοι που να τις τέμνουν και να επιτρέπουν τη μεταξύ τους επικοινωνία. Στην πραγματικότητα οι οδοί αυτοί είναι τα παλιά μονοπάτια ή τα παλιά ρέματα που υπήρχαν την εποχή που το δάσος ήταν παρθένο και ακατοίκητο. Πρόκειται για δρόμους εξαιρετικά στενούς που δεν έχουν καθόλου πεζοδρόμια, στους περισσότερους από τους οποίους με βία χωράνε να περάσουν δύο αυτοκίνητα. Όταν περπατάς το βράδυ εκεί πέρα για να πας στο σπίτι σου πρέπει να είσαι σε πλήρη εγρήγορση, και πολύ ευέλικτος, για να αποφύγεις να σε πολτοποιήσει κάποιος εραστής της ταχύτητας. Σημειωτέον πως, ενώ οι δρόμοι αυτοί είναι συνήθως κάθετοι προς τη Λεωφόρο Μαραθώνος, δεν φθάνουν όλοι σε αυτήν γιατί πολλοί καταλήγουν σε αδιέξοδο, δηλαδή στη μάντρα κάποιου που από πολλών γενεών είχε ιδιοκτησιακά δικαιώματα στο πευκοδάσος. Αυτοί οι αδιέξοδοι δρόμοι είναι συνήθως και πιο στενοί από τους άλλους και πραγματικά είναι να θαυμάζεις τους οδηγούς που οδηγούν το αυτοκίνητό τους εκεί. Η έλλειψη των πεζοδρομίων, επίσης, είναι παντελής, δεδομένου ότι οι καταπατητές-αυθαιρετούχοι δεν χαράμισαν ούτε το 1/10 της «ιδιοκτησίας» τους για τον δημόσιο χώρο. Από την άλλη πλευρά, η πρόσβαση στη θάλασσα, περιορίζεται σε κάτι στενά δρομάκια, σε αρκετή απόσταση το ένα από το άλλο, ανάμεσα σε διάφορα μεγαλοπρεπή νεοελληνικά μέγαρα.

Η περιοχή, συνεπώς, από ρυμοτομική άποψη είναι ένα τριτοκοσμικό χάος και από οικολογική είναι μία διαρκής, διαχρονική, συλλογική κακοποίηση του περιβάλλοντος. Ο λόγος για τον οποίον ένιωθα παγιδευμένος, όταν ήμουν μικρός, ήταν γιατί, έχοντας δει πολλές ταινίες με πυρκαγιές σε δάση, (με τη Λάσση να τρέχει μες στις φωτιές αλλά και με τις ενημερωτικές ταινίες μικρού μήκους της εποχής που προέτρεπαν «αν δείτε φωτιά στο δάσος, ειδοποιείστε αμέσως»), αναρωτιόμουν πολύ έντονα πού θα τρέχαμε όλοι εμείς, αν έπιανε μία μεγάλη φωτιά στο τόσο πυκνό πευκοδάσος. Παρά το ότι, μάλιστα, τον καιρό εκείνον δεν υπήρχαν και τόσο πολλά αυτοκίνητα στους στενούς δρόμους, αισθανόμουν ότι η περιοχή ήταν σαν μία μεγάλη ποντικοπαγίδα για τους κατοίκους της. Μεγαλώνοντας, όμως, κατάλαβα ότι οι κάτοικοι της περιοχής δεν είχαν τις ίδιες ανησυχίες με μένα γιατί δεν έδειχναν να φοβούνται καθόλου τη φωτιά.

Από διάφορες άλλες μεγάλες πυρκαγιές που ήταν κοντά σε δάση, από αυτές που άρχισαν να εμφανίζονται στην Ελλάδα κυρίως από τα τέλη της δεκαετίας του 70 και μετά, είχα μάθει ότι αν θέλεις να αποφύγεις τις πιθανές καταστροφικές συνέπειες της πυρκαγιάς θα πρέπει να έχεις εξοπλίσει το σπίτι σου κατάλληλα. Να μην έχει ξύλινες πέργκολες, ξύλινα κάγκελα, πλαστικά παραθυρόφυλλα ή ακόμη και μεγάλες βαριές κουρτίνες στο εσωτερικό. Να καθαρίζεις την αυλή σου σχολαστικά από τα ξερόχορτα και από τα ξερόκλαδα, όπως κάναμε εμείς στον στρατό όταν μας έστελναν για αποψίλωση. Και να έχεις κάπου διαθέσιμη πηγή νερού που θα μπορέσει να σε βοηθήσει απέναντι στη φωτιά. Ομολογώ, λοιπόν, ότι για χρόνια έβλεπα τον τρόπο με τον οποίον έχτιζαν και εξόπλιζαν τα σπίτια τους οι κάτοικοι της περιοχής και πραγματικά απορούσα γιατί αυτό που έκαναν έμοιαζε με προσπάθεια να τα μετατρέψουν σε προσάναμμα (ακόμη και όταν δεν ήταν ξύλινα).

Τώρα, μετά τη συμφορά και την απώλεια τόσων ψυχών, θλίβομαι που οι ανησυχίες μου και το διαχρονικό άγχος μου επιβεβαιώθηκαν με τέτοιον οδυνηρό τρόπο. Το γεγονός, όμως, είναι πως η καταστροφή που έγινε δεν ήταν καθόλου απροειδοποίητη. Πραγματικά είναι παράλογο να θεωρείς ότι αυτός ο συνδυασμός ποντικοπαγίδας και λαβυρίνθου που έχεις δημιουργήσει μέσα στο δάσος, με καταπατήσεις και αυθαίρετα, είναι κάτι φυσιολογικό, και η συμφορά που θα παγιδεύσει αθώους και θα τους εξοντώσει είναι κάτι εξωκόσμιο και παράλογο. Παράλογος, δυστυχώς, είσαι εσύ και ο τρόπος που ζεις.

Βέβαια, δίπλα από αυτόν τον πολεοδομικό παραλογισμό υπήρχε και κάτι που ήταν εξίσου σημαντικό: η καταστροφή της αισθητικής του τοπίου. Διότι ένα ελληνικό πευκοδάσος έχει μία άγρια και υπέροχη ομορφιά, όταν, όμως, χτίζεις έναν νεοελληνικό κόσμο μέσα στο δάσος αυτή η ομορφιά καταστρέφεται. Το να έχεις έναν άναρχο, πυκνό οικισμό μέσα σε ένα εξ ίσου πυκνό δάσος δεν είναι μόνο παράλογο. Είναι και παράταιρο. Για όποιον είναι σε θέση να δει τα πράγματα και από κάποια άλλη πλευρά, ο θανάσιμος κίνδυνος, συνοδεύεται συνήθως από ένα σύνδρομο φαινόμενο, που φθάνει μαζί του, αλλά παραμένει και μετά από αυτόν. Αν θέλαμε να το διατυπώσουμε με τη μορφή αξιώματος αυτό θα ήταν πως ό,τι παραβαίνει τους κανόνες της αισθητικής και της καλαισθησίας, θα έχει ως απαραίτητο και αναπόφευκτο σύνδρομό του την ύπαρξη θανάσιμου κινδύνου-και αντιστρόφως.

Στη χώρα της Σίκινου ή στα Ζαγοροχώρια, παρά το άγριο τοπίο, οι οικισμοί δεν διατρέχουν κινδύνους γιατί έχουν δημιουργηθεί λειτουργικά, με προσαρμογή στο περιβάλλον, και ως εκ τούτου σύμφωνα και με τους κανόνες της καλαισθησίας και της αισθητικής. Στην περιοχή της συμφοράς, όμως, ανάμεσα στο Κόκκινο Λιμανάκι και στο Μάτι, δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο διότι ένας οικισμός αυθαιρέτων, μέσα στο δάσος, που δεν συμβαδίζει με τη λειτουργικότητα του οικοσυστήματος, είναι αναπόφευκτο να παραβιάζει και τους κανόνες της αισθητικής.

Νομίζω πως η συνέχεια που θα δοθεί στην καταστροφή είναι ιδιαίτερα κρίσιμη γιατί, κατά κάποιον τρόπο, συμβολίζει και τις επιλογές που θα καθορίσουν το μέλλον της χώρας. Κατ’ αναλογίαν με ό,τι συμβαίνει στο εθνικό επίπεδο, έτσι και για τη συγκεκριμένη περιοχή, υπάρχουν τρεις εναλλακτικές πορείες. Οι δύο είναι καλές (αλλά και δύσκολες), ενώ η μία είναι κακή (πλην όμως και εύκολη). Η εύκολη και κακή επιλογή θα αποτελούσε και προσβολή στη μνήμη των θυμάτων, γιατί η απώλειά τους θα τιμηθεί πραγματικά μόνο αν αντιληφθούμε, συλλογικά, τα λάθη μας και συνειδητοποιήσουμε την ανάγκη να αλλάξουμε πορεία. Γι’ αυτό ολέθρια, αλλά και εύκολη, θα ήταν η επιλογή να συνεχίσει η  περιοχή (και κατ’ αναλογίαν και η χώρα) στον ίδιο δρόμο.  Να επιδιορθωθούν, δηλαδή, όπως-όπως τα κατεστραμμένα, να δοθούν και μερικές περαιτέρω διευκολύνσεις στους πληγέντες και μη, (ώστε να συνεχίσουν στην ίδια κατεύθυνση), και η ζωή σιγά-σιγά να επανέλθει στον παλιό της ρυθμό, μέσα στους στενούς δρόμους, με τα ακινητοποιημένα αυτοκίνητα. Μόνο που αυτό, δηλαδή το  «συνεχίζουμε πάλι με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο φτάσαμε ως εδώ», θα είναι η επιλογή της καταστροφής, όχι μόνο για το παραθαλάσσιο δάσος και για την περιοχή, αλλά και για τους κατοίκους που θα συνεχίσουν να ζουν εκεί, εν αναμονή, αργά ή γρήγορα κάποιας άλλης τραγωδίας. (Κατ’ αναλογίαν το ίδιο καταστροφική θα είναι η πορεία και για την Ελλάδα αν συνεχίσει να ζει και να συμπεριφέρεται με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο έφτασε ως εδώ).

Η δεύτερη επιλογή, η «ορθολογική» και «εκσυγχρονιστική», είναι πολύ απλή. Είναι βεβαίως και «αντιλαϊκή» με βάση τις επικρατούσες απόψεις. Συνίσταται στο εξής: την «επόμενη μέρα»  θα πρέπει να εκπονηθεί και να εφαρμοστεί, για όλη την περιοχή, ένα ρυμοτομικό σχέδιο το οποίο θα απαλλοτριώσει, με δαψίλεια, όσο έδαφος είναι απαραίτητο για τη διάνοιξη νέων δρόμων, κάθετων και οριζόντιων, και για τη δημιουργία πεζοδρομίων ικανοποιητικού εύρους. Και ένας νέος αρχιτεκτονικός κανονισμός που θα ορίζει με λεπτομέρεια τον τρόπο με τον οποίο θα ανεγείρονται οι νέες κατοικίες ώστε να είναι κόσμιες, καλαίσθητες και συμφιλιωμένος με το περιβάλλον. Πρόκειται για μία απόφαση που θέλει μπουλντόζες, θέλει εκσκαφείς (και -δυστυχώς- κοπή δέντρων) αλλά κυρίως θέλει καταπάτηση μέχρι συντριβής του δικαιώματος της ιεράς ιδιοκτησίας των νεοελλήνων καταπατητών επί του δάσους. Αλλά είναι η πολιτισμένη και ορθολογική λύση για μία κοινωνία η οποία ισχυρίζεται ότι ανήκει στον ευρωπαϊκό κορμό.

Ίσως όμως η καλύτερη και η πιο επαναστατική λύση θα ήταν η τρίτη: όλο το δάσος, από τη Ραφήνα μεχρι τη Νέα Μάκρη, να επανέλθει στη φυσική του μορφή. Όλα τα οικοδομήματα που βρίσκονται μέσα σε αυτό να κατεδαφιστούν και να ισοπεδωθούν ώστε ο χώρος να αποδοθεί στις αλεπούδες και στους σκατζόχοιρους. Σαν μια συμβολική χειρονομία στη μνήμη των θυμάτων της καταστροφής, και ιδιαίτερα στη μνήμη του μικρού εκείνου παιδιού που δεν έφταιγε για τίποτα και δεν είχε κάνει κανένα σφάλμα στη σύντομη ζωή του, και απλά το πήγε η μητέρα του στη θάλασσα για να κολυμπήσουν, με αποτέλεσμα να χαθούν και οι δύο από τη φωτιά. Να γίνει ένα όμορφο δάσος στη μνήμη του, και στη μνήμη της ζωής που δεν έζησε. Αλλά και σαν μία συμβολική αναγνώριση του γεγονότος ότι η επιθυμία και η βούληση του Νεοέλληνα δεν μπορεί να παραβιάζει ατιμώρητα τους νόμους της φύσης, της οικολογίας, της οικονομίας και της κοινωνίας.

ΑΠΟ ΤΗΝ ATHENS VOICE