Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης και χρηματοδότηση

Του Μελέτη Ρεντούμη

Η ανακοίνωση του νέου Εθνικού Προγράμματος Ανάπτυξης 2026-2030 σηματοδοτεί μια σημαντική αλλαγή στη φιλοσοφία της αναπτυξιακής πολιτικής της Ελλάδας. Για πρώτη φορά, οι δημόσιες επενδύσεις αποκτούν ένα σταθερό πενταετές πλαίσιο σχεδιασμού και χρηματοδότησης από εθνικούς πόρους, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για μεγαλύτερη συνέχεια, καλύτερο συντονισμό και πιο αποτελεσματική αξιοποίηση των διαθέσιμων κεφαλαίων.

Σε μια περίοδο κατά την οποία το Ταμείο Ανάκαμψης πλησιάζει προς την ολοκλήρωσή του, η χώρα επιχειρεί να διασφαλίσει ότι η αναπτυξιακή δυναμική δεν θα διακοπεί, αλλά θα αποκτήσει μόνιμα χαρακτηριστικά.

Πιο συγκεκριμένα, το νέο πρόγραμμα, συνολικού ύψους περίπου 23 δισεκατομμυρίων ευρώ, αποτελεί ουσιαστικά τη γέφυρα μεταξύ της σημερινής περιόδου έντονων ευρωπαϊκών χρηματοδοτήσεων και της επόμενης ημέρας της ελληνικής οικονομίας. Η σταδιακή αύξηση των εθνικών πόρων για δημόσιες επενδύσεις μέχρι το 2030 δείχνει ότι η Ελλάδα επιδιώκει να στηριχθεί περισσότερο στις δικές της δημοσιονομικές δυνατότητες, γεγονός που αντανακλά τη βελτίωση των οικονομικών της μεγεθών αλλά και την αυξημένη αξιοπιστία που έχει αποκτήσει στις διεθνείς αγορές.

Ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι οι διαθέσιμοι πόροι δεν περιορίζονται σε παραδοσιακά έργα υποδομών, αλλά επεκτείνονται σε τομείς που θα καθορίσουν την ανταγωνιστικότητα της χώρας τις επόμενες δεκαετίες. Οι επενδύσεις σε ψηφιακές υπηρεσίες, τεχνητή νοημοσύνη, πράσινη μετάβαση, πολιτική προστασία, ενεργειακή ανθεκτικότητα και καινοτομία δημιουργούν τις προϋποθέσεις για μια οικονομία περισσότερο παραγωγική, περισσότερο ανθεκτική στις κρίσεις και περισσότερο προσαρμοσμένη στις σύγχρονες διεθνείς εξελίξεις.

Εξίσου σημαντική είναι και η μεγαλύτερη συμμετοχή των περιφερειών στον σχεδιασμό και την υλοποίηση των έργων. Η αποκέντρωση των επενδυτικών αποφάσεων μπορεί να συμβάλει στη μείωση των αναπτυξιακών ανισοτήτων μεταξύ των περιοχών της χώρας, ενισχύοντας τις τοπικές οικονομίες και δημιουργώντας νέες ευκαιρίες απασχόλησης.  

Παράλληλα, η ύπαρξη ενός ενιαίου εθνικού σχεδιασμού μπορεί να περιορίσει τις αστοχίες του παρελθόντος, όπου αρκετά έργα σχεδιάζονταν αποσπασματικά χωρίς συνοχή και χωρίς μακροχρόνιο αναπτυξιακό όφελος.

Οι συνέπειες για την ελληνική οικονομία ενδέχεται να είναι ιδιαίτερα θετικές, εφόσον το πρόγραμμα εφαρμοστεί με συνέπεια. Οι δημόσιες επενδύσεις λειτουργούν διαχρονικά ως πολλαπλασιαστής της οικονομικής δραστηριότητας, καθώς κινητοποιούν ιδιωτικά κεφάλαια, ενισχύουν την κατασκευαστική δραστηριότητα, δημιουργούν νέες θέσεις εργασίας και αυξάνουν την παραγωγικότητα των επιχειρήσεων. Επιπλέον, η βελτίωση των υποδομών και των ψηφιακών υπηρεσιών μπορεί να μειώσει το λειτουργικό κόστος για τις επιχειρήσεις, καθιστώντας την Ελλάδα πιο ελκυστικό προορισμό για ξένες άμεσες επενδύσεις.

Επιπρόσθετα, η σύνδεση του ΕΠΑ με το ΕΣΠΑ, τις Συμπράξεις Δημοσίου και Ιδιωτικού Τομέα και τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία δημιουργεί ένα ολοκληρωμένο επενδυτικό οικοσύστημα. Η συνδυαστική αξιοποίηση όλων αυτών των πηγών χρηματοδότησης μπορεί να αυξήσει σημαντικά το συνολικό ύψος των επενδύσεων που θα πραγματοποιηθούν στην ελληνική οικονομία κατά την επόμενη πενταετία, ενισχύοντας τη διατηρήσιμη ανάπτυξη και τη δημιουργία ποιοτικών θέσεων εργασίας.

Ωστόσο, η επιτυχία του προγράμματος δεν είναι δεδομένη. Θα εξαρτηθεί από την ταχύτητα ωρίμανσης των έργων, τη μείωση της γραφειοκρατίας, την αποτελεσματική παρακολούθηση της υλοποίησής τους και την ικανότητα της δημόσιας διοίκησης να μετατρέπει τους διαθέσιμους πόρους σε πραγματικό αναπτυξιακό αποτέλεσμα. Η Ελλάδα έχει στο παρελθόν παρουσιάσει σημαντικές καθυστερήσεις στην εκτέλεση δημόσιων έργων και αυτό αποτελεί μια πρόκληση που θα πρέπει να αντιμετωπιστεί.

Συμπερασματικά, το Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης 2026-2030 αποτελεί, επομένως, μια σημαντική ευκαιρία για τη χώρα να περάσει σε ένα νέο αναπτυξιακό μοντέλο, όπου οι δημόσιες επενδύσεις λειτουργούν ως σταθερός πυλώνας οικονομικής προόδου και όχι ως συγκυριακή παρέμβαση.

Σε κάθε περίπτωση, αν οι διαθέσιμοι πόροι αξιοποιηθούν με αποτελεσματικότητα, διαφάνεια και στρατηγική στόχευση, η Ελλάδα μπορεί να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητά της, να επιταχύνει την πραγματική σύγκλιση με τις πιο ανεπτυγμένες ευρωπαϊκές οικονομίες και να δημιουργήσει ένα πιο βιώσιμο και ανθεκτικό παραγωγικό πρότυπο για τις επόμενες γενιές.

Ο Μελέτης Ρεντούμης είναι οικονομολόγος τραπεζικός