Τετάρτη 28 Ιουνίου 2017 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

«Εμείς θα έχουμε πάντα τον Καραμανλή»

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη ήταν η Κερκόπορτα που επέτρεψε στην οικονομική εξουσία να θέσει υπό έλεγχο τον δημόσιο βίο. Τελικά το πλήρωσε και ίδιος και μάλιστα με το νόμισμα που είχε χρησιμοποιήσει το 1965 κατά του κόμματός του. Άσχετα αν μετά θάνατον τον… αποκαθιστούν.Η επόμενη αναμέτρηση έγινε πολύ αργότερα με την επικράτηση του νεότερου Καραμανλή το 2004. Ουσιαστικά ήταν η πρώτη απόπειρα της πολιτικής εξουσίας να απαλλαγεί από τον βρόγχο των επιχειρηματικών κύκλων που είχαν πλέον στήσει κράτος και βασίλειο στον δημόσιο βίο.

Του Γ. Λακόπουλου

Σπεύδοντας ο Κυριάκος Μητσοτάκης στην οδό Παναγή  Κυριακού για να συναντήσει τον Κ. Καραμανλή ανέδειξε το εξής αξιοπρόσεκτο: ο πρώην πρωθυπουργός  γράφει ιστορία  στον ελληνικό δημόσιο βίο σε ό,τι  αφορά τις σχέσεις  προκάτοχων και διάδοχων –συμπεριλαμβανομένων και όσων είχαν φιλοδοξία να τον διαδεχθούν.

Δεν υπάρχει άλλος πρόεδρος κόμματος που να αναγνωρίζεται ως καθολικός ηγέτης της παράταξής του -εκτός φυσικά από τον ιδρυτή της ΝΔ- από όσους πήραν τη θέση του. Ο ίδιος, χωρίς να εκδηλώσει ποτέ τις προσωπικές  διαθέσεις του επί των προσώπων, στήριξε ως προέδρους τον Σαμαρά, τον Μεϊμαράκη, και τώρα τον Κυριάκο- αλλά και παρηγόρησε τους χαμένους , όπως η Ντόρα Μπακογιάννη.

Στην πραγματικότητα δεν κάνει κάτι ιδιαίτερο. Απλώς ακούει και λέει τη γνώμη του -με την αξιοπιστία που της προσδίδει όχι μόνο η εμπειρία και η πολιτική κουλτούρα του, αλλά και η προσήλωσή του στην ενδοκομματική τάξη.

Όλοι ξέρουν ότι «ο Καραμανλής δεν σηκώνει τηλέφωνο». Αλλά απαντάει πάντα στα τηλεφωνήματα -και έχει ανοιχτή την πόρτα του. Κανείς από  όσους πήραν τις κομματικές τύχες μετά από αυτόν δεν είχε την εντύπωση ότι παρεμβαίνει στη δουλεία του. Απλώς στις ερωτήσεις είχε απαντήσεις.  Τις αποφάσεις τις άφηνε στους αρμοδίους.

Ακόμη και όταν ο Σαμαράς τον κάλεσε για να του ανακοινώσει ότι θα διαγράψει βουλευτή του περιβάλλοντός του δεν πήρε ούτε άρνηση ούτε συγκατάθεση.  Στην περίπτωση της υποψηφιότητας του Βαγγέλη Μεϊμαράκη δεν ζήτησε από κανέναν να τον ψηφίσει. Απλώς  σε όσους τον ρώτησαν απάντησε «κρίνε  όπως νομίζεις, αλλά πιστεύω ότι είναι καλύτερα σ’ αυτή τη φάση να πάμε με τον Βαγγέλη».

Ο καχύποπτος  Κυριάκος Μητσοτάκης κατάλαβε από νωρίς ότι ο Καραμανλής μπορεί να μην είναι στρατηγικός του σύμμαχος, αλλά  δεν είναι -ή δεν πρέπει να είναι -ο αντίπαλος.  Ήξερε ότι αν κουνήσει το φρύδι του δεν στέκεται.

Μετά τη πρώτη συνάντησή τους  ήξερε ότι δεν θα το κάνει. Έτσι  άρχισε να «ρίχνει τα μούτρα του» ζητώντας συμβουλές για πρόσωπα, πράγματα και πολιτικές. Δεν τις ακολουθούσε πάντα, αλλά γι’ αυτό πρέπει να ψάξει κάνεις σ’ έναν στενό κύκλο προσωπικών φίλων του που τον επηρεάζουν  καθοριστικά.

Ότι ο πρόεδρος της ΝΔ έσπευσε ειδικά αυτή την περίοδο στον Καραμανλή έχει ιδιαίτερη σημασία. Από το γραφείο του έλεγαν ότι «συζήτησαν θέματα τρέχουσας πολιτικής επικαιρότητας, τις εξελίξεις στα Βαλκάνια, στα ελληνοτουρκικά και στο Κυπριακό καθώς και για τα αποτελέσματα των γαλλικών εκλογών». Το πιστέψαμε, ας μην ορκίζονται.

Οι δυο εφιάλτες του Κυριάκου

Για να γίνει κατανοητή η ουσία αυτής της συνάντησης πρέπει να δει κανείς τα συμφραζόμενα της συγκυρίας. Κάτω από την επιφάνεια, που δημιουργούν οι δημοσκοπικές αβάντες,  υπάρχει η πολιτική πραγματικότητα με δυο όψεις δυσάρεστες για τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Πρώτο. Ο Τσίπρας φαίνεται να έχει επιβάλει τον πολιτικό σχεδιασμό του στους Ευρωπαίους και αν καταφέρει να κλείσει το 2017 με «καλά νούμερα»,  θα πάει σε εκλογές στα τέλη του 2018 με τους δανειστές να διαβεβαιώνουν ότι «το πρόγραμμα ολοκληρώθηκε με επιτυχία».

Αν κλείσει το Μνημόνιο, αν πάρει μετά τις γερμανικές εκλογές μια ρύθμιση για το χρέος και  αν υπερβεί τα συμφωνημένα πρωτογενή πλεονάσματα θα αλλάξει τη σημερινή εικόνα. Από τη μια θα έχει ιδιοποιηθεί πλήρως τη «μεταρρυθμιστική ατζέντα» του Μητσοτάκη και από την άλλη θα δίνει πριν τις εκλογές αυτά που η ΝΔ θα υπόσχεται για μετά.

Σ’ αυτό πρέπει να προστεθούν οι ενδεχόμενοι αιφνιδιασμοί με σκελετούς από ντουλάπια- όπως π.χ. το «πόθεν έσχες».  Όπως και  η πανθομολογούμενη αδυναμία του παρέδρου της ΝΔ να σταθεί απέναντι στον  Τσίπρα -σε βαθμό που οι συνεργάτες του εγκαινίασαν την τακτική να τον στέλνουν στη Βουλή σε διαφορετικές ώρες.

Προφανώς ο πρωθυπουργός γνωρίζει ότι με την πολιτική που κατ’ ανάγκην ακολουθεί ΄δεν μπορεί να διεκδικήσει την πρώτη θέση για τον ΣΥΡΙΖΑ. Μπορεί όμως να πετύχει μικρή διαφορά από τη ΝΔ, να επιβάλει νέες εκλογές με απλή αναλογική και, αφού εν τω μεταξύ θα έχει ξεφορτωθεί τον Καμμένο -που δεν δείχνει να μπαίνει στην επόμενη Βουλή- να γίνει ο κυρίαρχος της ελληνικής Κεντροαριστεράς και ο εκλεκτός της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας.  Ένα σχέδιο εφιάλτης για τον Μητσοτάκη, αν βγει.

Δεύτερο. Όσο μεγαλώνει η αισιοδοξία στο εσωτερικό της ΝΔ για ενδεχομένη επικράτηση στις εκλογές τόσο …μικραίνουν οι πιθανότητες του  Κυριάκου να γίνει πρωθυπουργός. Παράδοξο, αλλά αληθινό.   

Εξελέγη προεδρος του κόμματος, αλλά δεν κατάφερε να εξελιχθεί και σε ηγέτη της παράταξης. Έτσι στο βαθμό που η αποδοκιμασία  στην κυβέρνηση Τσίπρα εδραιώνει την προοπτική να αναδειχθεί πρώτο κόμμα η ΝΔ στο εσωτερικό της αρχίζουν να διαμορφώνονται άλλου τύπου στρατηγικές που τείνουν να καταστήσουν το Κωνσταντίνο Μητσοτάκη … αθάνατο- μετά τη δήλωση του γιου του: «ζει  για να με δει Πρωθυπουργό».

Πρέπει να γνωρίζει κανείς σε βάθος τα εσωκομματικά της ΝΔ αλλά και τα… ενδοοικογενειακά της,  ή τις συμπεριφορές των προσώπων και στις σχέσεις τους για να καταλάβει ότι ο Κυριάκος ουσιαστικά βρίσκεται στο κενό- με πολύ κόσμο απέναντί του.

Πριν από όλους ο Αντώνης Σαμαράς δεν κρύβει τις ρεβανσιστικές διαθέσεις του και τη στρατηγική επιστροφής του. Πώς μπορεί να γίνει αυτό; Αν η ΝΔ είναι πρώτο κόμμα ώστε να δικαιούνται την πρωθυπουργία, αλλά όχι με πολύ υψηλά ποσοστά  ώστε ο Κυριάκος -που αφήνει να διακινούνται τα περί αυτοδυναμίας -να θεωρηθεί αποτυχημένος, οπότε να διεκδικήσει το ρόλο «ο πρωθυπουργός που μας έβγαλε από το Μνημόνιο το 2014″.

Ύστερα οι Καραμανλικοί που δεν καταφέρνουν να συνθηκολογήσουν με την ιδέα ότι ο γιος του  Μητσοτάκη προσπαθεί να ιδιοποιηθεί το κόμμα τους, ούτε «τον πάνε» ως χαρακτήρα. Αν δεν υπήρχε η έντιμη  στάση του Καραμανλή θα είχαν βγει ήδη στα κεραμίδια -και πάντως δεν ενθουσιάζονται με την ιδέα της πρωθυπουργία του Κυριάκου. Ειδικά όταν παίρνουν μηνύματα για τον παραμερισμό του από πρόσωπα που προσπαθεί να επιβάλει ίδιος στη ΝΔ.

Στο περιβάλλον του Κυριάκου το ξέρουν και  είναι χαρακτηριστικό ότι προσπαθούν μετά από κάθε ανάρτηση του Βαγγέλη Αντώναρου  να καταλάβουν αν  κοινοποιεί κάτι περισσότερο από τη γνώμη του. Δίπλα τους υπάρχει η χαμογελαστή – αλλά έτοιμη να σκάσει αν την πιάσει κανείς από τη μύτη- Ντόρα Μπακογιάννη.  Είναι το μεγάλο όνομα της οικογένειας, πολιτικός με πολύ ευρύτερο εκτόπισμα από τον αδελφό της, αλλά αυτός της στέρησε το δικαίωμα στη δεύτερη ευκαιρία και στη συνέχεια την παραγκώνισε  παίρνοντας της ακόμη και την αρμοδιότητα στα εξωτερικά -που ήταν το βασικό όπλο της πολιτικής παρουσίας της.

Η προοπτική να κανει την.. απλή βουλευτίνα- η πρόεδρο επιτροπής- με τον Κυριάκο πρωθυπουργό δεν την τρελαίνει -ή μάλλον την τρελαίνει. Όπως λέγεται οι σχέσεις τους έχουν φτάσει πλέον στη διαπραγμάτευση για την υποψηφιότητα… του Κώστα Μπακογιάννη για το Δήμο Αθηναίων, με ενδεχόμενο να εξελιχθούν σε σαπουνόπερα, αν δεν εγκριθεί από τον Κυριάκο –πριν τις εκλογές.

Τέλος υπάρχει ο … Άδωνις  Γεωργιάδης, ο μόνος ορατός εν ενεργεία δελφίνος του Κυριάκου. Του έχει πάρει ήδη το κόμμα, καθώς προκαλεί ρίγη ενθουσιασμού όπου εμφανίζεται. Είναι υπερκινητικός και πανταχού παρών- από τις πρωινές εκπομπές και τα μεσημεριανά ραδιόφωνα μέχρι τις μεταμεσονύκτιες εμφανίσεις του σε  περιθωριακά κανάλια. Από τη Βουλή μέχρι τα σόσιαλ μίντια.

Ουσιαστικά επιβάλλει το ύφος του στη ΝΔ και τη γραμμή του στον  Κυριάκο, υποχρεώνει τα στελέχη της ΝΔ να χορεύουν στο ρυθμό του και περιμένει …τη σειρά του. Από το παρελθόν του προκύπτει η αντίθεση του στους πορφυρογέννητους. Σε κάθε περίπτωση η  πρωθυπουργία Μητσοτάκη δεν τον βολεύει.  Αντίθετα η αποτυχία του θα καταστήσει τον ίδιο  για τη Δεξιά «δεύτερο Κωνσταντίνο Μητσοτάκη»- που ήλθε από άλλο κόμμα και τους ξελάσπωσε. Πολύ θέλει ο άνθρωπος;

Φως εκ φωτός

Με αυτά τα πραγματικά πολιτικά και εσωκομματικά δεδομένα ήταν μάλλον αναγκαία η καταφυγή του Κυριάκου στον Καραμανλή. Καθώς γνωρίζει ότι οι εκλογές δεν γίνονται με δημοσκοπήσεις, αλλά με ψήφους, και οι  φανφάρες των  φίλων του στα φιλικά ΜΜΕ δεν επαρκούν για να εδραιώσει την πολιτική παρουσία του, χρειάζεται πολιτική στήριξη και προσωπική καθοδήγηση. Φως εκ φωτός για να διαχειριστεί  τη νέα πολιτική περίοδο που αρχίζει με την ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης και την κατάρρευση της στρατηγικής του για πρόωρες εκλογές.

Μάλλον δεν θα μάθουμε ποτέ τι διημείφθη στα 70 λεπτά που έμεινε στο υπερυψωμένο ισόγειο της Παν. Κυριακού. Οι μυημένοι όμως μπορούν να υποθέσουν την ατμόσφαιρα της συζήτησης- ενδεχομένως και το περιεχόμενό της.  Σε κάθε περίπτωση όμως  ήταν μια καλή εξέλιξη για  τον ίδιο τον  πρόεδρο της ΝΔ  καθώς ανεβαίνουν οι μετοχές του μετά από κάθε συνάντηση με τον Καραμανλή.

Ήταν όμως και μια καλή είδηση για  την κομματική βάση της ΝΔ που αισθάνεται ασφάλεια κάθε φορά που οι διάδοχοι του πρώην πρωθυπουργού περνούν το κατώφλι του γραφείου του- και κλάμα οι  σαχλαμαράκηδες που μηρυκάζουν τη βενιζέλειο  μπουρδολογία «αφανής εταίρος του Τσίπρα»και άλλα διηγήματα.

Όσοι βλέπουν κινηματογράφο και εμπνέονται από την  περίφημη ατάκα  του  Χάμφρεϋ Μπόγκαρτ στην θρυλική «Καζανμπλάνκα»: «Εμείς θα έχουμε πάντα το Παρίσι», την έχουν σαν οδηγό για το σύνθημα -και το συναίσθημα-που διαπερνάει το συλλογικό υποσυνείδητο της  συντηρητικής παράταξης: «Εμείς θα έχουμε πάντα τον Καραμανλή».