
Του Σωκράτη Αργύρη
Στα μαθηματικά υπάρχουν προβλήματα των οποίων η διατύπωση είναι αφοπλιστικά απλή, αλλά η λύση τους αντιστέκεται για δεκαετίες. Ένα από αυτά είναι η Εικασία του Ιακωβιανού. Το 1939, ο Γερμανός μαθηματικός Ott-Heinrich Keller διατύπωσε μια εικασία που βασίζεται στην έννοια της Ιακωβιανής ορίζουσας, ενός μαθηματικού εργαλείου που είχε εισαγάγει έναν αιώνα νωρίτερα ο Carl Gustav Jacob Jacobi. Έκτοτε, η εικασία έγινε γνωστή ως Εικασία του Ιακωβιανού.
Δεν χρειάζεται, ωστόσο, να γνωρίζει κανείς ανώτερα μαθηματικά για να κατανοήσει τη φιλοσοφική σημασία της. Με πολύ απλά λόγια, η εικασία θέτει ένα ερώτημα που ξεπερνά τα ίδια τα μαθηματικά: αν μια διαδικασία λειτουργεί ομαλά και χωρίς «ρήγματα» σε κάθε επιμέρους σημείο της, αρκεί αυτό για να εγγυηθεί ότι το σύνολο του συστήματος διατηρεί τη συνοχή του και μπορεί να αντιστραφεί; Με άλλα λόγια, αρκεί η τοπική τάξη για να εξασφαλίσει τη συνολική ελευθερία κινήσεων;
Η εικασία παραμένει άλυτη. Αν όμως μεταφέρουμε το ερώτημα στην πολιτική, η απάντηση μοιάζει πολύ πιο ξεκάθαρη.
Οι σύγχρονες δημοκρατίες λειτουργούν, σε μεγάλο βαθμό, με αξιοθαύμαστη τοπική κανονικότητα. Ο πολίτης μπορεί να οργανώσει σχεδόν κάθε πτυχή της ιδιωτικής του ζωής σύμφωνα με τις προτιμήσεις του.
Μπορεί να ταξιδέψει, να εκφράσει δημόσια τη γνώμη του, να ψηφίσει, να προσφύγει στη δικαιοσύνη, να αναλάβει πρωτοβουλίες και να συμμετάσχει σε συλλογικές δράσεις.
Αν παρατηρήσει κανείς τη δημοκρατία μέσα από το μικροσκόπιο της καθημερινότητας, η ελευθερία είναι υπαρκτή. Υπάρχει μια αίσθηση προβλεψιμότητας και θεσμικής σταθερότητας. Το σύστημα ανταποκρίνεται.
Όταν όμως απομακρυνθούμε από αυτή τη μικρή κλίμακα και κοιτάξουμε τη συνολική εικόνα, εμφανίζεται μια παράδοξη αντίφαση. Οι ατομικές ελευθερίες συνυπάρχουν με μια συλλογική αδυναμία μεταβολής των μεγάλων κατευθύνσεων. Οι κοινωνίες δυσκολεύονται να επηρεάσουν αποφασιστικά την οικονομική αρχιτεκτονική, τις γεωπολιτικές επιλογές, την οργάνωση των ψηφιακών πλατφορμών ή ακόμη και τους κανόνες που διέπουν τις ίδιες τις αγορές.
Η δημοκρατία δεν είναι μόνο μια διαδικασία επιλογής κυβέρνησης. Είναι ένας μηχανισμός παραγωγής εναλλακτικών δρόμων. Αν οι διαφορετικές πολιτικές διαδρομές συγκλίνουν τελικά στο ίδιο αποτέλεσμα, τότε η δημοκρατία διατηρεί τη μορφή της, αλλά σταδιακά χάνει ένα μέρος από το ουσιαστικό της περιεχόμενο.
Στην κλασική της σύλληψη, η δημοκρατία λειτούργησε ως μια αντιστρέψιμη απεικόνιση της λαϊκής βούλησης. Οι πολίτες διαμόρφωναν την πολιτική εξουσία μέσω της ψήφου και διατηρούσαν πάντοτε τη δυνατότητα να ανακαλέσουν ή να ανατρέψουν τις επιλογές τους. Η αντιστρεψιμότητα αυτή δεν ήταν μια τεχνική λεπτομέρεια του πολιτεύματος· ήταν η ίδια η εγγύηση της πολιτικής ελευθερίας.
Εδώ ακριβώς η αναλογία με την Εικασία του Ιακωβιανού αποκτά ενδιαφέρον. Το ερώτημα δεν είναι αν κάθε θεσμός λειτουργεί σωστά μεμονωμένα. Το ερώτημα είναι αν όλοι οι θεσμοί μαζί εξακολουθούν να επιτρέπουν έναν πραγματικό κοινωνικό μετασχηματισμό.
Όπως μια μαθηματική συνάρτηση μπορεί να εμφανίζει άψογη συμπεριφορά σε κάθε επιμέρους σημείο της, χωρίς αυτό να απαντά αυτομάτως στο ερώτημα της συνολικής αντιστρεψιμότητας, έτσι και η δημοκρατία μπορεί να παρουσιάζει τοπική σταθερότητα, αλλά συνολική ακινησία. Η ατομική ελευθερία δεν μεταφράζεται πάντοτε σε συλλογική ισχύ.
Ένα μέρος αυτής της αντίφασης συνδέεται με τη σταδιακή επικράτηση της τεχνοκρατικής λογικής. Στη σύγχρονη διακυβέρνηση, η πολιτική αντιπαράθεση συχνά εκτοπίζεται από τη διαχείριση δεικτών: το ΑΕΠ, τον πληθωρισμό, τα δημοσιονομικά ελλείμματα, τις αξιολογήσεις των αγορών ή τους δείκτες ανταγωνιστικότητας. Οι αριθμοί δεν αντικατέστησαν την πολιτική· έγιναν η νέα γλώσσα μέσω της οποίας η πολιτική νομιμοποιεί τις επιλογές της.
Ο πολίτης αρχίζει να αισθάνεται ότι η ψήφος του δεν παράγει πλέον το αποτέλεσμα που ανέμενε, όχι επειδή η εκλογική διαδικασία έχει πάψει να είναι ελεύθερη, αλλά επειδή το εύρος των πραγματικά διαθέσιμων πολιτικών επιλογών μοιάζει να συρρικνώνεται. Όταν οι πολίτες εκφράζουν ανησυχία για την ακρίβεια, την κοινωνική ανισότητα ή την υποβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών, η απάντηση δίνεται συχνά με τεχνικούς όρους.
Οι δείκτες βελτιώνονται, οι αγορές καθησυχάζονται, οι αξιολογήσεις αναβαθμίζονται. Η πολιτική συζήτηση μετατρέπεται σταδιακά σε διαχειριστική συζήτηση. Η κάλπη μπορεί να αλλάζει κυβερνήσεις, αλλά δυσκολεύεται να αλλάξει το πλαίσιο εντός του οποίου αυτές κυβερνούν.
Εδώ εμφανίζεται μια έννοια που στα μαθηματικά ονομάζεται αντιστρεψιμότητα. Στην πολιτική, η αντιστρεψιμότητα είναι η ουσία της δημοκρατίας. Σημαίνει ότι καμία δημόσια επιλογή δεν είναι οριστική, καμία εξουσία δεν είναι μόνιμη και καμία πολιτική απόφαση δεν βρίσκεται έξω από τη δυνατότητα της κοινωνίας να την επανεξετάσει.
Όμως ολοένα και περισσότερες αποφάσεις αποκτούν χαρακτηριστικά μονιμότητας. Διεθνείς δεσμεύσεις, σύνθετα οικονομικά πλαίσια, ιδιωτικοποιήσεις στρατηγικών υποδομών, υπερεθνικοί κανόνες και μεταβίβαση κρίσιμων αρμοδιοτήτων σε μη εκλεγμένους οργανισμούς περιορίζουν σταδιακά τον χώρο της πολιτικής επιλογής. Δεν σημαίνει ότι οι αποφάσεις αυτές είναι κατ’ ανάγκην λανθασμένες. Σημαίνει όμως ότι γίνονται ολοένα δυσκολότερα αναστρέψιμες.
Το ίδιο φαινόμενο παρατηρείται και στον ψηφιακό κόσμο. Οι μεγάλοι αλγόριθμοι βελτιστοποιούν την εμπειρία κάθε χρήστη ξεχωριστά. Προσαρμόζουν το περιεχόμενο στις προσωπικές του προτιμήσεις και μεγιστοποιούν την ατομική εμπλοκή. Το αποτέλεσμα, όμως, όταν επεκταθεί σε εκατομμύρια ανθρώπους, δεν είναι απαραίτητα μια καλύτερη δημόσια σφαίρα. Συχνά είναι μεγαλύτερη πόλωση, κατακερματισμός της κοινής εμπειρίας και δυσκολία συγκρότησης ενός κοινού πολιτικού λόγου. Η τοπική βελτιστοποίηση παράγει ένα συνολικό αποτέλεσμα διαφορετικό από εκείνο που υπόσχεται.
Ίσως λοιπόν η μεγαλύτερη πρόκληση των σύγχρονων δημοκρατιών να μην είναι η διατήρηση των εκλογών ή των θεσμών — αυτά αποτελούν αναγκαίες αλλά όχι πάντοτε επαρκείς προϋποθέσεις. Η πραγματική πρόκληση είναι να διατηρηθεί ανοιχτός ο χώρος του πολιτικά δυνατού. Μια δημοκρατία δεν ζει μόνο από το δικαίωμα της επιλογής· ζει από την πραγματική δυνατότητα η επιλογή αυτή να αλλάζει την πορεία της κοινωνίας.
Ίσως, τελικά, η Εικασία του Ιακωβιανού να μην αφορά μόνο τα μαθηματικά. Μας υπενθυμίζει ότι η ομαλή λειτουργία κάθε επιμέρους στοιχείου δεν εγγυάται τη δικαιοσύνη ούτε τη ζωντάνια του συνόλου. Μια δημοκρατία μπορεί να φαίνεται άψογα οργανωμένη σε κάθε θεσμό της και, παρ’ όλα αυτά, να έχει χάσει τη σημαντικότερη ιδιότητά της: την ικανότητα μιας κοινωνίας να μετασχηματίζει πραγματικά την κοινή της μοίρα. Η δημοκρατία δεν κρίνεται μόνο από το αν οι πολίτες μπορούν να επιλέξουν τους κυβερνώντες τους. Κρίνεται από το αν μπορούν ακόμη να επιλέξουν το μέλλον τους.
Η πρόκληση, επομένως, δεν είναι να αντικατασταθεί η τεχνοκρατία από έναν νέο λαϊκισμό ούτε η πολυπλοκότητα από εύκολες βεβαιότητες. Είναι να αποκατασταθεί η αντιστρεψιμότητα της ίδιας της δημοκρατίας: η δυνατότητα κάθε κοινωνίας να αναθεωρεί τις επιλογές της, να αλλάζει πορεία όταν το αποφασίζει και να διατηρεί την εξουσία πάντοτε διαφανή, ελέγξιμη και υπόλογη στους πολίτες. Γιατί, σε τελευταία ανάλυση, μια δημοκρατία που δεν μπορεί πλέον να αλλάξει τον εαυτό της κινδυνεύει να διατηρεί ανέπαφους όλους τους θεσμούς της, έχοντας όμως χάσει τη βαθύτερη δημοκρατική της ουσία.

