Κυριακή 27 Μάϊου 2018 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Η αντοχή και η διάθεση της κοινωνίας και του πολιτικού συστήματος

Του Ανδρέα Πανταζόπουλου

Πανταζόπουλος, Ανδρέας Πλησιάζουμε στη συμπλήρωση μιας δεκαετίας οικονομικής και πολιτικής κρίσης και το αιτούμενο μιας νέας σταθεροποίησης, μιας νέας «κανονικότητας», εξακολουθεί να αποτελεί ευχή. Η άμεση καταστροφή αποφεύχθηκε με κοινωνικό κόστος, αλλά η υπεύθυνη κοινωνική της συνειδητοποίηση απωθήθηκε, οι νέοι κυρίαρχοι πολιτικοί πρωταγωνιστές επένδυσαν στην αυτοθυματοποίηση.

Η ρητορική οξύτητα των κυβερνητικών ελίτ συνεχίζει να αντιπολιτεύεται την αντιπολίτευση, προσπαθώντας, όλο και περισσότερο μάταια, να υποδύεται το ηχείο της κοινωνικής δυσαρέσκειας, υποδεικνύοντας, μέσα από ένα ωμό λαϊκιστικό ύφος, τους ίδιους πάντα προς καταπολέμηση εσωτερικούς εχθρούς. Προσωποποίηση της πολιτικής, επικοινωνιακές αντιπολιτικές «εκστρατείες αρετής», θεατρικοί αντιπερισπασμοί, ο γνώριμος λαϊκιστικός — και ενίοτε συκοφαντικός– τακτικισμός, ο οποίος στο άμεσο παρελθόν πράγματι απέδωσε εκλογικά, ωστόσο, σήμερα, φαίνεται να συναντά τα όριά του. Τροφοδοτώντας φαινόμενα κοινωνικής αποξένωσης και ταυτοτικής σύγχυσης, διεύρυνσης του χάσματος πολιτικής εμπιστοσύνης, κάτι που είχε διαφανεί, ας επιτραπεί, εδώ, η υπενθύμιση, ήδη από τις βουλευτικές εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015.

Σχολιάζαμε, τότε, ότι το μεγάλο ποσοστό εκλογικής αποχής θα μπορούσε να είναι ένα πρόδρομο σημάδι εισόδου σε μια εποχή «μεταδημοκρατίας» και, η ειρωνεία, θα είναι ότι αυτό θα επιτευχθεί κάτω από μια κυβέρνηση όχι απλώς της αριστεράς, αλλά της ριζοσπαστικής αριστεράς! Αυτό το αυξανόμενο έκτοτε δημοκρατικό έλλειμμα γίνεται προσπάθεια να αντισταθμισθεί με λαϊκιστικές δημοψηφισματικές λογικές, με ό,τι, για παράδειγμα, έχει ονομασθεί «συνταγματικός λαϊκισμός», με υπονόμευση της διάκρισης των εξουσιών. Ταυτόχρονα, η σχετική σύγχυση επιτείνεται και στον χώρο της κοινωνίας των πολιτών, αν σε αυτήν, βέβαια, εντάξουμε, και τα πολιτικά κόμματα. Ένα μέρος του με την ευρεία έννοια χώρου της αριστεράς ασχολείται, εδώ και έναν περίπου χρόνο, με το αν το κυβερνόν κόμμα «σοσιαλδημοκρατικοποιείται», όταν στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες έχουμε να κάνουμε, στην καλύτερη περίπτωση, με μια υπαρξιακού τύπου αναζήτηση και συζήτηση που περιστρέφονται γύρω από το τι μπορεί να σημαίνει σήμερα σοσιαλδημοκρατία και, στην χειρότερη περίπτωση, για την οριστική ιστορική της υπέρβαση.

Άλλωστε, στην τελευταία έρευνα της «Διανέοσις», το ποσοστό των ερωτώμενων που λέει ότι του «ταιριάζει» η «σοσιαλδημοκρατία» γνωρίζει μια σχετική, πλην όμως αισθητή, πτώση, από το 19,7% (το 2016) περνά τώρα στο 13,4%! (το ποσοστό των οπαδών/ψηφοφόρων του Σύριζα είναι 17,9%), την ίδια στιγμή που επίσης μια μετωνυμική της απόδοση ως «κεντροαριστερά» γνωρίζει επίσης μικρή πτώση (από 14,9% πέφτει στο 13,6%), ενώ ο χώρος του «κέντρου» σημειώνει αισθητή άνοδο: από 24,1% περνά στο 30,9%. Στο δεξιό άκρο της κεντροδεξιάς, μια πληθυντική και ακομπλεξάριστη «λαϊκή δεξιά» εμπορεύεται την «εθνική ταυτότητα» και νομιμοποιεί με κυνισμό αυταρχικά κλισέ, κοινοτοποιώντας ακόμα και σκοτεινές περιόδους, όπως αυτήν της δικτατορίας των συνταγματαρχών, την ίδια στιγμή που η απειλή του δεξιού εξτρεμισμού παραμένει ενεργός.

 Η υπέρβαση του αντινεωτερικού πνεύματος ισοδυναμεί με το να ξαναβρούμε το νόημα της πολιτικής, με το «ξανακερδισμένο χρόνο» της.

Σε ένα τέτοιο φόντο, που το κοινωνικό κόστος συνεχίζει να αυξάνεται και, κυρίως, η αξιόπιστη έξοδος από την κρίση διακυβεύεται, οι κοινωνικές διεκδικήσεις συνεχίζουν να αναμειγνύουν φόβο και οργή και αρκετές φορές να αυτοσαρκάζονται ασυνείδητα. Η πρόσφατη φωτογραφία, πού τόσο απασχόλησε τα λεγόμενα κοινωνικά δίκτυα, αυτή του υπνοβάτη Πουζάντ που αναπαύει με προσιδιάζουσα χαρμολύπη το ένα του πόδι πάνω στο μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη παίζοντας το κομπολόϊ του είναι μία όψη της κοινωνικής διαμαρτυρίας βγαλμένης κατευθείαν από το (αντα-)αγωνιστικό ήθος της μεταπολίτευσης, ρετουσαρισμένη και αναβαθμισμένη από την ταραχώδη κινητοποίηση των «Αγανακτισμένων» στον ίδιο χώρο, ο οποίος είναι διπλά εθνικός: αφιερωμένος στους πεσόντες για την πατρίδα ακουμπάει και την σημερινή της συμβολοποίηση, την δημοκρατική αντιπροσώπευση, την εθνική αντιπροσωπεία, το Κοινοβούλιο.

Αυτή η υπόκωφη «εισβολή», ενός διαμελισμένου κοινωνικού σώματος, που γελοιογραφεί και εξουδετερώνει τα σύμβολα, είναι η φιγούρα μιας αντιπολιτικής «απο-ενσάρκωσης»: απεικονίζει την ριζωματική «ουσία» του νεο-ελληνικού μηδενισμού, επάλληλες κρίσεις νομιμοποίησης της θεμελιώδους νεωτερικής διάκρισης ανάμεσα στον δημόσιο και τον ιδιωτικό χώρο. Η ιδιωτικοποίηση του δημόσιου χώρου, ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά του μεταπολιτευτικού τρόπου και ύφους, αποτέλεσμα ενός τόσο αναγκαίου όσο και άναρχου, με τον τρόπο που έγινε, λαϊκιστικού εκδημοκρατισμού, αναπαράγει την αναβαπτισμένη από την οικονομική κρίση αλλοτρίωση της υπεύθυνης ατομικότητας από μία εγωιστική, κατακτητική υποκειμενικότητα, από έναν κοινωνικά ανεύθυνο κορπορατισμό.

Με άλλα λόγια, το βίωμα της κρίσης ενσαρκώνεται σε μια άκεντρη και βουλημική, ιδιωτικότητα που ακυρώνει τη δημοσιότητα, το «κοινό». Το κοινό καλό, το συλλογικό συμφέρον μιας πολιτικής κοινότητας, η οποία υπονομεύεται και εκ των άνω και εκ των κάτω, εκεί που η ιδιωτικότητα συναντά και διαπλέκεται με τον αυταρχισμό. Βέβαια, και ευτυχώς, η πολιτική συγκρότηση ενός τέτοιου αιτήματος για την ώρα απουσιάζει, ωστόσο οι κοινωνικοί λόγοι που θα άνοιγαν μία τέτοια προοπτική είναι υπαρκτοί. Το κοινωνικό χάσμα, ο ανασχεδιασμός της κοινωνικής δομής λόγω της κρίσης, υπαρκτά και απαράδεκτα φαινόμενα νέας φτώχειας μπορεί να ριζοσπαστικοποιηθούν ιδιαίτερα αν αρθρωθούν με διεκδικήσεις εθνικής-ταυτοτικής επιβεβαίωσης, οι αιτίες των οποίων, περισσότερο ή λιγότερο φανταστικές, είναι επίσης παρούσες.

Αυτή τη συνολική εικόνα την επιβεβαιώνουν και οι έρευνες γνώμης, όπως αυτή της «Διανέοσις», που δείχνει σταθερά υψηλές, ακόμα και ενισχυμένες, τις τάσεις προς έναν νατιβιστικό ή πολιτισμικό εθνικισμό, την ξενοφοβία, την εργαλειακή χρήση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την μεγάλη πίστη στις «θεωρίες συνωμοσίας» (ακόμα και στους «ψεκασμούς», το σχετικό ποσοστό ανέρχεται στο 30%), την υψηλή θρησκευτικότητα και τις οικογενειακές αξίες, την εγγύτητα σε θεσμούς όπως οι Ένοπλες Δυνάμεις και η Αστυνομία, μια εμμονή στην άρνηση των λεγόμενων μεταϋλιστικών αξιών, την σταθερή ουσιαστικά απαξίωση των πολιτικών κομμάτων. Και όλα αυτά, όταν το πρόβλημα της «εθνικής ταυτότητας» επανέρχεται μέσω του νέο-μακεδονικού ζητήματος, όπου μαζικές διαπολιτικές και δι-ιδεολογικές διαδηλώσεις επανεισήγαγαν την εθνικο-λαϊκή κινηματική αμφισβήτηση της πολιτικής αντιπροσώπευσης, ένα ριμέϊκ της κινητοποίησης των «αγανακτισμένων».

Από την πλευρά του, ο κυβερνών πολιτικός σχηματισμός, ως ενιαίο «ιδεολογικό κόμμα», συντηρεί και επαναφέρει ανακαινισμένους διχαστικούς μύθους ντύνοντάς τους, κάποιες φορές προκλητικά, με τα ρούχα της «συναίνεσης», επινοώντας φανταστικά εναντίον του «μέτωπα», την ίδια στιγμή που το μοναδικά υπαρκτό μέτωπο εξακολουθεί να είναι η αντιμνημονιακή φαντασίωση. Αυτή, ωστόσο, η φαντασίωση δεν είναι και η μοναδική, αφού ορισμένες απόπειρες ανατοποθέτησης στην πολιτική σκηνή από άλλους πολιτικούς δρώντες, στον προοδευτικό χώρο, εξαντλούνται στον εφημεροκεντρικό τακτικισμό, επαναλαμβάνοντας τον μεταπολιτευτικό τρόπο, χωρίς να καταθέτουν μια ατζέντα προγραμματικών προτεραιοτήτων που να αφορούν το «μετά» την κρίση.

Το σημαντικό για το πολιτικό σύστημα πρόβλημα των πολιτικών συμμαχιών συζητείται με προ κρίσης όρους και ορολογίες, όπως αυτός της μυθολογημένης «προοδευτικής παράταξης», ενώ κομματικές ελίτ επιχειρούν να ανασυστήσουν μια νέα αντιδεξιά συμμαχία, επικαλούμενες την «αντι-νεοφιλελεύθερη» ταυτότητά τους. Αυτή η πολιτική των συμμαχιών είναι ο κορπορατιστικός, ο πελατειακός τρόπος του να κάνει κάποιος πολιτική. Είναι ο συνδικαλισμός του φοιτητικού αμφιθεάτρου. Αγνοώντας ή αδιαφορώντας για το γεγονός ότι η υπαρκτή πολιτική ρευστότητα του λεγόμενου «μικρού δικομματισμού» εξακολουθεί να προσδιορίζεται από τον πολιτικο-πολιτισμικό εθνικολαϊκισμό (αλλά και από την απογοήτευση που έχει προκαλέσει η κυβερνητική του απομάγευση), ο οποίος θα μπορούσε να ενισχυθεί ακόμα περισσότερο, αν λάβουμε υπόψη μας και το γεγονός ότι σε ευρωπαϊκό επίπεδο, από ό,τι φαίνεται, είναι η δεξιά ριζοσπαστικοποίηση αυτή που ήρθε για να μείνει. Οι πρόσφατες περιπτώσεις της Αυστρίας, της Γερμανίας και, βέβαια, της Ιταλίας, για να μην αναφερθούμε σε πρώην ανατολικές χώρες, με ένα από τα κορυφαία παραδείγματα αυτό της Ουγγαρίας, το επιβεβαιώνουν.

Μια τραυματισμένη, αποπροσανατολισμένη κοινωνία, ο ορίζοντας προσδοκίας υποθηκευμένος, και ένα πολιτικό σύστημα που η πλειονότητα των φορέων του αναπαράγει τις κακές πλευρές του παρελθόντος του. Το αποτέλεσμα είναι η πολιτική κοινότητα να μην μπορεί να προβάλλει τον εαυτό της στο μέλλον. Γιατί εξακολουθεί να σκέφτεται με όρους ιδιωτικότητας, με «συνδικαλιστικό πνεύμα». Πρόκειται ακριβώς για «πνεύμα», μπορούμε να το πούμε και νοοτροπία, για πολιτισμική αντίληψη, για «ιδεολογία», για μια καταστατική διανοητική στάση, μια οριζόντια ιδεολογία, τη «νεο-ελληνική ιδεολογία», που είναι ευρύτερα γνωστή με το σύνθημα της «αντίστασης». Είναι αυτό το πνεύμα που αναμειγνύει στο εσωτερικό του το ιδιωτικό με το δημόσιο, «διαβρώνει» μέσω μιας ιδιοτελούς υπερ-πολιτικοποίησης τους θεσμούς και εργαλειοποιεί τις μεταρρυθμίσεις, καθιστώντας τες ουσιαστικά «παθητικές». Και αυτή είναι η ουσία της κρίσης, που συνάμα συνιστά και την μείζονα δημοκρατική πρόκληση της περιόδου, της «Ελλάδας μετά». Η υπέρβαση αυτού του σε τελευταία ανάλυση αντινεωτερικού πνεύματος ισοδυναμεί με το να ξαναβρούμε το νόημα της πολιτικής, με το «ξανακερδισμένο χρόνο» της, με την διεκδίκηση και κατοχύρωση της αυτονομίας της, από τον διχαστικό κορπορατισμό, με την επινόηση μιας ανοιχτής πολιτικής κοινότητας, σε φιλελεύθερα και δημοκρατικά πλαίσια. Είναι η μοναδική πρόοδος που μας επιβάλλεται.


* Oμιλία Ανδρέα Πανταζόπουλου στην εκδήλωση του Κύκλου Ιδεών στη Θεσσαλονίκη, «Η ΕΛΛΑΔΑ ΜΕΤΑ: ΕΛΠΙΔΕΣ ΚΑΙ ΚΙΝΔΥΝΟΙ. Προετοιμάζοντας την περίοδο 2019 -2022»

* Ο Πίνακας που συνοδεύει το κείμενο είναι: Salvador Dali, The Melting Watch

ΑΠΟ ΤΟ E-KYKLOS.GR