Η Αριστερά σε αναζήτηση του χαμένου προοδευτικού ανθρώπου

Του Απόστολου Λουλουδάκη 

Η βεβαιότητα με την οποία οι σύγχρονοι αναμορφωτές του κόσμου κρατούν τους προβολείς τους είναι, αν μη τι άλλο, διασκεδαστική. Περιφέρονται στις ψηφιακές αγορές και στα τηλεοπτικά στασίδια με μια αγωνία σχεδόν θρησκευτική, ψάχνοντας τον «Προοδευτικό Άνθρωπο» σαν χαμένο κατοικίδιο που ξέφυγε από την αυλή τους. Αν ο Σωκράτης στεκόταν σήμερα δίπλα τους, δεν θα τους βοηθούσε να ψάξουν· θα τους ρωτούσε αν έχουν την παραμικρή ιδέα για το τι ακριβώς αναζητούν ή αν απλώς έχουν ανάγκη από ένα βολικό φάντασμα για να δικαιολογήσουν την πολιτική τους μοναξιά. Το περίφημο φανάρι του Διογένη, που τόσο πρόθυμα δανείζονται, δεν άναψε ποτέ για να βρει έναν έτοιμο, τέλειο άνθρωπο στα μέτρα μιας ιδεολογικής συνταγής, αλλά για να ξεμπροστιάσει την υποκρισία εκείνων που δήλωναν «άνθρωποι» χωρίς να ξέρουν τι σημαίνει αυτό. Σήμερα, η αναζήτηση αυτή έχει καταντήσει ένα κακόγουστο θέατρο, όπου ο αναζητητής αυτοανακηρύσσεται φωστήρας, θεωρώντας εκ προοιμίου ότι το πλήθος γύρω του ζει στο απόλυτο σκοτάδι.

Εδώ ακριβώς αναδύεται η πιο εκκωφαντική ειρωνεία αυτής της ιστορικής παρεξήγησης, μια αντίφαση που θα έκανε τον Διογένη να σπάσει το φανάρι του στο κεφάλι των σύγχρονων επιγόνων του. Ο Κυνικός φιλόσοφος περιφερόταν στην αρχαία Αγορά, στον φυσικό χώρο της ανθρώπινης συνάντησης, της σύγκρουσης και της αδιαμεσολάβητης αλήθειας, προσπαθώντας να απογυμνώσει τον άνθρωπο από τα πλούτη και τις κοινωνικές συμβάσεις. Αντίθετα, η σημερινή αυτοαποκαλούμενη αριστερά, με μια αξιοθαύμαστη ακροβατική ικανότητα, έχει μετακομίσει από την Αγορά του δήμου στις «Αγορές» του κεφαλαίου. Κρατώντας πάντα το φανάρι της προόδου στο ένα χέρι, με το άλλο υπογράφει σύμφωνα συμβιβασμού, καθησυχάζει τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης και ορκίζεται πίστη στη σταθερότητα των δεικτών. Αναζητούν τον προοδευτικό άνθρωπο στους δρόμους, την ίδια ώρα που οι ίδιοι δηλώνουν υπερασπιστές των Αγορών που οδηγούν στην πείνα αυτόν τον άνθρωπο. Είναι μια συγκινητική προσπάθεια: θέλουν και την επανάσταση ολέθρια για το κατεστημένο, αλλά και τις αγορές απολύτως ήρεμες και ικανοποιημένες. Ο Διογένης ζητούσε από τον Μέγα Αλέξανδρο να του παραμερίσει για να μην του κρύβει τον ήλιο· οι σύγχρονοι προοδευτικοί ζητούν από τις Αγορές να τους δώσουν λίγο χώρο στη σκιά τους, αρκεί να μην διαταραχθεί η πιστοληπτική ικανότητα της χώρας.

Ας εξετάσουμε, λοιπόν, αυτή την περίεργη εξαφάνιση του υποκειμένου τους. Για να χαθεί κάτι, πρέπει πρώτα να έχει υπάρξει σε κάποια συγκεκριμένη μορφή. Οι Ελεάτες, κλεισμένοι στην ακίνητη τελειότητα του Όντος τους, θα μας έλεγαν πιθανότατα ότι τίποτα δεν χάθηκε, διότι η αλλαγή είναι μια οφθαλμαπάτη των αισθήσεων. Υπάρχει μια βαθιά, σχεδόν κωμική συγγένεια ανάμεσα στον Παρμενίδη και τη σύγχρονη αριστερή διανόηση. Για τους Ελεάτες, οτιδήποτε μεταβάλλεται, οτιδήποτε πονάει, φθείρεται ή αντιφάσκει στην καθημερινότητα, ανήκει στον απατηλό κόσμο των αισθήσεων, στο «μη Όν». Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, οι σημερινοί ιδεολόγοι έχουν ανακηρύξει τη δική τους θεωρία ως το απόλυτο, ακίνητο και αμετάβλητο «Όν». Ίσως, λοιπόν, και ο προοδευτικός άνθρωπος να βρίσκεται ακόμα εκεί, εγκλωβισμένος μέσα σε μια ιδέα τόσο καθαρή που αρνείται να μολυνθεί από την πραγματικότητα. Έχουν κατασκευάσει ένα τέλειο ομοίωμα ανθρώπου στα εργαστήρια της θεωρίας τους—ένα ον γεμάτο αλληλεγγύη, απαλλαγμένο από εγωισμούς, έτοιμο να θυσιαστεί για το κοινό καλό και να χειροκροτήσει τις σωστές αποφάσεις των επιτροπών. Το μόνο πρόβλημα είναι ότι αυτό το ον αρνείται πεισματικά να γεννηθεί. Υπάρχει μόνο στα χαρτιά, στις διακηρύξεις και στα μανιφέστα, ενώ οι πραγματικοί άνθρωποι, αυτοί που περπατούν στους δρόμους, επιμένουν να είναι εκνευριστικά ατελείς, εγωιστές, φοβισμένοι και απασχολημένοι με την επιβίωσή τους, ανήκοντας προφανώς στην κατηγορία των «απατηλών φαινομένων».Όταν ο πραγματικός άνθρωπος δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες τους, οι αρχιτέκτονες των νέων κοινωνικών σχηματισμών δεν σκέφτονται ότι ίσως η θεωρία τους είναι ελλιπής. Αντίθετα, εξοργίζονται με το ίδιο το υποκείμενο.

«Πού πήγε ο προοδευτικός άνθρωπος;» αναρωτιούνται με παράπονο, υπονοώντας ότι ο λαός αποδείχθηκε κατώτερος των περιστάσεων, ότι πρόδωσε την εμπιστοσύνη τους, ότι προτίμησε την ευκολία των καταναλωτικών αγαθών από το βαρύ φορτίο της ιστορικής του αποστολής. Είναι μια στάση που θυμίζει τον ράφτη που κατηγορεί τον πελάτη επειδή το σακάκι δεν του στρώνει καλά, αντί να παραδεχτεί ότι πήρε λάθος μέτρα. Η κοινωνία αντιμετωπίζεται ως μια κακή αντιγραφή ενός ιδανικού πρωτοτύπου, και επειδή η αντιγραφή είναι μουτζουρωμένη, πρέπει να τιμωρηθεί ο ίδιος ο καμβάς.Αυτή η δογματική εμμονή στη διόρθωση του πραγματικού ανθρώπου οδηγεί σε μια βαθύτερη, σχεδόν μεταφυσική φιλοδοξία της σύγχρονης προοδευτικής διανόησης. Αν μπορούσαμε να μιλήσουμε με όρους ιστορικής ειρωνείας, θα λέγαμε ότι η αριστερή σκέψη είναι εκείνη που, στην πραγματικότητα, ανακάλυψε την έννοια της τεχνητής νοημοσύνης, πολύ πριν οι μηχανικοί της Σίλικον Βάλεϊ γράψουν την πρώτη γραμμή κώδικα. Τι άλλο είναι, εξάλλου, αυτή η διαρκής προσπάθεια να κατασκευαστεί ένας αλγόριθμος σκέψης και συμπεριφοράς, ο οποίος θα τροφοδοτείται με τις «σωστές» κοινωνιολογικές εισροές και θα παράγει αυτόματα τις «σωστές» πολιτικές αντιδράσεις;

Η προοδευτική ορθοδοξία επιχείρησε να κωδικοποιήσει τη δική της μερική γνώση ως τη μία, καθολική και αναμφισβήτητη Γνώση, μια ψηφιακή μήτρα όπου κάθε αμφιβολία ταξινομείται ως σφάλμα συστήματος.Όπως ένας αλγόριθμος τεχνητής νοημοσύνης εκπαιδεύεται πάνω σε συγκεκριμένα δεδομένα για να αποκλείσει την ανθρώπινη τυχαιότητα, έτσι και οι σύγχρονοι ιδεολόγοι προσπαθούν να προγραμματίσουν τη συλλογική συνείδηση. Η δική τους ερμηνεία για τον κόσμο δεν παρουσιάζεται ως μια επιλογή ανάμεσα σε άλλες, αλλά ως μια αντικαιμενική, επιστημονική αλήθεια που μόνο οι αμαθείς ή οι κακόβουλοι θα τολμούσαν να αμφισβητήσουν. Αυτή η «τεχνητή νοημοσύνη» της πολιτικής ορθότητας έχει τη δική της εσωτερική λογική: δεν συζητά, απλώς επεξεργάζεται· δεν πείθει, απλώς ακυρώνει όποιον ξεφεύγει από τις προδιαγραφές του κώδικα. Το τραγικό για τους δημιουργούς της είναι ότι η πραγματική ανθρώπινη φύση αποδεικνύεται πολύ πιο απρόβλεπτη από τα μοντέλα τους. Οι άνθρωποι αρνούνται να λειτουργήσουν ως παθητικοί δέκτες αυτής της αλγοριθμικής ηθικής, προτιμώντας την οργανική, γεμάτη αντιφάσεις πραγματικότητα από την αποστειρωμένη τελειότητα μιας προκατασκευασμένης αλήθειας.

Αν ρωτούσαμε έναν από αυτούς τους σύγχρονους φωτισμένους καθοδηγητές τι ακριβώς εννοεί με τον όρο «πρόοδος», θα μας παρέθετε μια μακρά λίστα από δικαιώματα, ορολογίες και θεωρητικά σχήματα που αλλάζουν κάθε εποχή με την ταχύτητα της μόδας. Η πρόοδος έχει γίνει ένα κινούμενο ορόσημο, μια γραμμή του ορίζοντα που μετατοπίζεται όσο την πλησιάζεις. Ο προοδευτικός άνθρωπος του περασμένου αιώνα, που πάλευε για το οκτάωρο και την καθολική ψηφοφορία, σήμερα θα θεωρούνταν πιθανότατα συντηρητικός, ξεπερασμένος, ίσως και αντιδραστικός, επειδή δεν κατέχει τη νέα, εξεζητημένη γλώσσα της σύγχρονης κοινωνιολογίας. Πώς να μην χαθεί, λοιπόν, ένας άνθρωπος που πρέπει κάθε πρωί να επανεφεύρει τον εαυτό του για να είναι συμβατός με τις τελευταίες ιδεολογικές ενημερώσεις λογισμικού;

Η ταυτότητα του πολίτη δεν είναι πια ένα βίωμα συλλογικό, αλλά ένα διαρκές τεστ κοσμιότητας, ένα ψηφιακό πιστοποιητικό που πρέπει να ανανεώνεται για να μην σε πετάξει έξω το σύστημα.Η αλήθεια είναι ότι η αναζήτηση με το φανάρι δεν γίνεται για να βρεθεί ο άνθρωπος, αλλά για να επιβεβαιωθεί η ανωτερότητα εκείνου που κρατά το φανάρι. Κρατώντας το φως ψηλά, ο αναζητητής τοποθετεί αυτόματα τον εαυτό του έξω και πάνω από το πλήθος. Αυτός βλέπει, ενώ οι άλλοι ψηλαφούν στο σκοτάδι. Αυτός κατέχει το κριτήριο της προοδευτικότητας, ενώ οι μάζες είναι βυθισμένες στην ψευδή συνείδηση. Αυτός ο ελιτισμός, μεταμφιεσμένος σε ανθρωπιστική αγωνία, είναι το πιο διασκεδαστικό στοιχείο του σύγχρονου πολιτικού θεάτρου. Ψάχνουν τον άνθρωπο, αλλά αν ο άνθρωπος εμφανιστεί και τους πει ότι δεν τον ενδιαφέρουν οι αφηρημένες τους έννοιες, αλλά η τιμή του ψωμιού, η φορολογία και η ασφάλεια των παιδιών του, τον απορρίπτουν με συνοπτικές διαδικασίες ως «λαϊκιστή», «χειραγωγημένο» ή «οπισθοδρομικό». Αναζητούν έναν άνθρωπο στα μέτρα τους, έναν άνθρωπο-μαριονέτα που θα μιλά με τα δικά τους λόγια, θα κατανοεί τους δείκτες των Αγορών που εκείνοι εγκρίνουν και θα συγκινείται αποκλειστικά με τα δικά τους συνθήματα.

Σε αυτή τη διαρκή διαδρομή, από την ακινησία των Ελεατών στην υπερκινητικότητα του μεταμοντέρνου κόσμου, ο άνθρωπος δεν χάθηκε· απλώς κουράστηκε. Κουράστηκε να αποτελεί το πειραματόζωο σε κοινωνικά εργαστήρια που υπόσχονται τον παράδεισο της δικαιοσύνης και παραδίδουν τη γραφειοκρατία των τραπεζών. Ο προοδευτικός άνθρωπος, αν υπάρχει κάπου, βρίσκεται μάλλον στην ιδιωτική του σφαίρα, προσπαθώντας να διασώσει την αξιοπρέπειά του μακριά από τις μεγάλες κραυγές και τις χρηματιστηριακές αναλύσεις με προοδευτικό πρόσημο. Έχει καταλάβει ότι οι πιο επικίνδυνοι σωτήρες είναι εκείνοι που δηλώνουν ερωτευμένοι με την «Ανθρωπότητα» γενικά, αλλά απεχθάνονται τον συγκεκριμένο πλησίον τους που κάνει θόρυβο, που δεν καταλαβαίνει τη διάκριση των Αγορών ή που έχει διαφορετική αισθητική.Ίσως το φανάρι του Διογένη να μην χρειαζόταν τελικά για να φωτίσει τους άλλους, αλλά τον ίδιο του τον εαυτό. Αν οι σύγχρονοι σχηματισμοί έστρεσαν το φως προς τα μέσα, θα ανακάλυπταν μια άλλη αλήθεια: ότι ο άνθρωπος που ψάχνουν είναι ο ίδιος που απέκλεισαν με τη δογματική τους βεβαιότητα και τις οικονομικές τους συνθηκολογήσεις. Η πρόοδος δεν είναι μια θρησκεία που αναζητά πιστούς για να τους θυσιάσει στον βωμό της δημοσιονομικής πειθαρχίας, ούτε ένα δικαστήριο που μοιράζει πιστοποιητικά κοινωνικής φρονιμάδας. Είναι η διαρκής, δύσκολη και συχνά απογοητευτική προσπάθεια να ζήσουν οι άνθρωποι μαζί στην πραγματική Αγορά, με όλες τις αντιφάσεις τους, χωρίς να χρειάζεται να ισοπεδωθούν για να χωρέσουν σε ένα θεωρητικό καλούπι ή να πουληθούν ως στατιστικά στοιχεία.

Όσο συνεχίζεται αυτή η κωμωδία της αναζήτησης, το φανάρι θα παραμένει σβηστό, όχι γιατί λείπει το λάδι, αλλά γιατί εκείνοι που το κρατούν φοβούνται το πραγματικό φως. Φοβούνται ότι αν φωτιστεί ο κόσμος όπως ακριβώς είναι, θα αποκαλυφθεί ότι οι ίδιοι δεν είναι οι οδηγοί της ανθρωπότητας, αλλά απλώς κάποιοι περαστικοί που έχασαν τον δρόμο τους, ερωτεύτηκαν τη θαλπωρή των Αγορών και προσποιούνται ότι οδηγούν τους υπόλοιπους προς την έξοδο. Η αναζήτηση, λοιπόν, θα συνεχίζεται επ’ άπειρον, προσφέροντας πλούσιο υλικό για ειρωνεία και φιλοσοφικό στοχασμό, καθώς ο «Άνθρωπος» θα συνεχίσει να υπάρχει εκεί που πάντα βρισκόταν: στην πολυπλοκότητα της πραγματικής ζωής, γελαστός απέναντι σε όσους νομίζουν ότι μπορούν να τον μετρήσουν με τα κοντόφθαλμα εργαλεία της πολιτικής τους σκοπιμότητας και τα επιτόκια των δανειστών.