Η Γραμματολογία της Νέας Δημοκρατίας του Μητσοτάκη

Του Απόστολου Λουλουδάκη 

Στο μεταίχμιο της ύστερης μεταπολίτευσης, η μεταμόρφωση των παραδοσιακών συντηρητικών σχηματισμών σε προσωποπαγή δίκτυα εξουσίας δεν αποτελεί μια απλή ιδεολογική μετατόπιση, αλλά μια βαθιά δομική μετάλλαξη, μια διαδικασία αποδόμησης της ίδιας της πολιτικής ταυτότητας, με την έννοια που ο Ζακ Ντεριντά έδωσε στον όρο. Η ιστορική μήτρα της κεντροδεξιάς, που κάποτε θεμελιωνόταν σε συμπαγείς κοινωνικές συμμαχιές, θεσμικά αντίβαρα και μια αυστηρή ιεραρχία αρχών, υποχωρεί μπροστά σε ένα νέο μοντέλο διακυβέρνησης. Το κόμμα-θεσμός, το οποίο λειτουργούσε ως συλλογικός εκφραστής της αστικής τάξης, αντικαθίσταται από έναν τεχνοκρατικό μηχανισμό, μια ανώνυμη εταιρεία πολιτικής διαχείρισης, της οποίας το μοναδικό άυλο περιουσιακό στοιχείο και το απόλυτο εμπορικό σήμα είναι ο ίδιος ο αρχηγός. 

Εδώ συντελείται ένα πέρασμα στον «αόριστο β‘» της πολιτικής ιστορίας. Όπως στη γραμματική ο αόριστος β’ ανατρέπει την ομαλότητα, εγκαταλείπει το αρχικό θέμα του ενεστώτα και γεννά μια νέα, απρόβλεπτη λέξη, έτσι και το σύγχρονο προσωποκεντρικό κόμμα αποκόπτεται βίαια από το ιδεολογικό του ρίζωμα. Δεν πρόκειται για την ομαλή εξέλιξη μιας παράταξης, αλλά για μια ασυνέχεια, μια μετατόπιση του θέματος, όπου η παράδοση «γράφεται» ξανά από την αρχή, σβήνοντας τα προηγούμενα ίχνη της.

Αυτή η τάση δεν αποτελεί ελληνική ιδιαιτερότητα, αλλά εγγράφεται σε ένα ευρύτερο παγκόσμιο φαινόμενο διάβρωσης των παραδοσιακών κομματικών δομών της Δύσης. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα υπέστη μια πρωτοφανή μετάλλαξη, όπου η άλλοτε θεσμική παράταξη του δημοσιονομικού συντηρητισμού και του διεθνισμού μετατράπηκε σε ένα απόλυτα προσωποπαγές όχημα, όπου η πίστη στον ηγέτη υποκλέπτει κάθε ιδεολογική πλατφόρμα. 

Αντίστοιχα, στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι Συντηρητικοί διολίσθησαν από το μοντέλο των παραδοσιακών εσωκομματικών ισορροπιών και του σεβασμού των άγραφων κοινοβουλευτικών κανόνων σε μια διαδοχή αρχηγικών πειραματισμών. Εκεί, η επίκληση του λαϊκού αισθήματος χρησιμοποιήθηκε ως μοχλός για την εκκαθάριση της μετριοπαθούς πτέρυγας του κόμματος. Σε ολόκληρη τη Δύση, τα συντηρητικά κόμματα μεταβάλλονται από συλλογικά εργαστήρια πολιτικής σε ρευστούς σχηματισμούς, έτοιμους να αναδιαμορφώσουν τις αρχές τους γύρω από τις ανάγκες επιβίωσης και κυριαρχίας ενός και μόνο προσώπου.

Αυτή η μετάβαση δεν συντελέστηκε εν κενώ, αλλά υπήρξε το αποτέλεσμα της αποδιάρθρωσης των παραδοσιακών κοινωνικών αναφορών και της επικράτησης της επικοινωνιακής δημοκρατίας, όπου η εικόνα καταργεί το βάθος της πολιτικής ουσίας. Στο παρελθόν, η ισχύς ενός συντηρητικού ηγέτη πήγαζε από την ικανότητά του να ισορροπεί ανάμεσα σε ετερόκλητες εσωκομματικές φατρίες, να εκπροσωπεί παραδοσιακά στρώματα και να σέβεται τις συλλογικές διαδικασίες των οργάνων. Σήμερα, η νομιμοποίηση μετατοπίζεται από τη βάση προς την κορυφή, εγκαθιδρύοντας μια νέα ιεραρχία, η οποία καταργεί την κλασική διάκριση μεταξύ του ενός (του ηγέτη) και των πολλών (της βάσης). 

Εδώ αναδύεται ο «δυϊκός αριθμός» ως η απόλυτη πολιτική και φιλοσοφική μεταφορά αυτής της μετάλλαξης. Η πολιτική κοινότητα παύει να συγκροτείται ως ο πληθυντικός της δημοκρατίας και ανασυγκροτείται ως μια δυϊκή σχέση μεταξύ εξουσίας και εικόνας. Όπως στην αρχαία γραμματική ο δυϊκός αριθμός απομόνωνε αυστηρά ένα αδιαίρετο ζευγάρι, έτσι και στο σύγχρονο επιτελικό καθεστώς η πολιτική πραγματικότητα συρρικνώνεται σε μια αποκλειστική, συμβιωτική σχέση δύο οντοτήτων: του Ηγέτη και του Κράτους, του Αρχηγού και του Επικοινωνιακού του Ειδώλου, ή του Πρωθυπουργού και του Μεγάλου Επιχειρηματία. 

Ο πληθυντικός αριθμός της κοινωνικής συλλογικότητας και των κομματικών οργάνων εξοβελίζεται. Το κόμμα υφίσταται πλέον ως ένα απλό «ίχνος», δηλαδή ως ένα υπόλειμμα της παλαιάς συλλογικής του λειτουργίας, που υπηρετεί αυτή την κλειστή, δυϊκή σχέση εξουσίας που συγκροτείται γύρω από την κορυφή του ηγετικού μηχανισμού, ενώ η εσωκομματική γεωγραφία ισοπεδώνεται. Οι παραδοσιακές τάσεις εξουδετερώνονται και τη θέση των πολιτικών στελεχών καταλαμβάνει μια νομαδική ελίτ τεχνοκρατών, επικοινωνιολόγων και εξωγενών συμβούλων, οι οποίοι αναφέρονται αποκλειστικά στο στενό περιβάλλον του ηγέτη, παρακάμπτοντας τους επίσημους κομματικούς θεσμούς.

Η συγκεκριμένη μετάλλαξη αποτυπώνεται καθαρά στην άσκηση της εξουσίας, όπου παρατηρείται μια ακραία συγκέντρωση των αποφάσεων στο πρωθυπουργικό γραφείο, μετατρέποντας το κράτος σε μια προέκταση του προσωπικού επιτελείου του ηγέτη. Το υπουργικό συμβούλιο υποβαθμίζεται σε ένα σώμα διεκπεραιωτών, ενώ οι κρίσιμες στρατηγικές επιλογές λαμβάνονται από μια κλειστή ομάδα, απογυμνωμένη από κάθε θεσμική λογοδοσία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της απορρόφησης της κρατικής λειτουργίας από το ηγετικό κέντρο αποτελεί η ίδρυση και η λειτουργία του «επιτελικού κράτους», ενός υπερ-υπουργείου στην κορυφή της πυραμίδας που συγκεντρώνει τον πλήρη έλεγχο της νομοπαρασκευαστικής διαδικασίας, της επιλογής των προσώπων στις θέσεις διοίκησης και της διαχείρισης των κονδυλίων. 

Η χάραξη της οικονομικής πολιτικής, οι κρίσιμες αποφάσεις για τις ιδιωτικοποιήσεις, αλλά και η διαχείριση εθνικών κρίσεων ή μεγάλων εξοπλιστικών προγραμμάτων δεν περνούν πλέον μέσα από τη βάσανο των συλλογικών κυβερνητικών οργάνων, αλλά αποφασίζονται κεκλεισμένων των θυρών και ανακοινώνονται ως τετελεσμένα γεγονότα. Ακόμα και η επιλογή των υποψηφίων για τις βουλευτικές και ευρωπαϊκές εκλογές έχει μετατραπεί σε μια διαδικασία προσωπικού φιλτραρίσματος από το στενό περιβάλλον του αρχηγού, εκτοπίζοντας τις τοπικές κομματικές οργανώσεις σε ρόλο απλού χειροκροτητή.

Σε αυτό το πλαίσιο, οι σχέσεις με την οικονομική ελίτ και τα μεγάλα επιχειρηματικά συμφέροντα αναδιαρθρώνονται ριζικά, αποκτώντας έναν χαρακτήρα άμεσης, εταιρικής συναλλαγής. Στο παλαιότερο μοντέλο, η αστική τάξη διαλεγόταν με το κόμμα ως συλλογικό υποκείμενο, μέσω θεσμοθετημένων διαύλων και μακροπρόθεσμων στρατηγικών συμμαχιών. Στο προσωποκεντρικό καθεστώς, οι μεσάζοντες καταργούνται. Τα μεγάλα επιχειρηματικά συμφέροντα δεν επενδύουν πλέον σε μια παράταξη ή σε μια ιδεολογία, αλλά απευθείας στην προσωπική ισχύ του ηγέτη και του κλειστού του κύκλου. 

Η οικονομική ελίτ εξασφαλίζει προνομιακή πρόσβαση στο κέντρο λήψης αποφάσεων, κερδίζοντας φωτογραφικές νομοθετικές ρυθμίσεις, απευθείας αναθέσεις και ευνοϊκή κατανομή των δημοσίων πόρων. Ως αντάλλαγμα, προσφέρει στον αρχηγό την απόλυτη στήριξη των ισχυρών συγκροτημάτων μέσων ενημέρωσης που ελέγχει, θωρακίζοντας την εικόνα του από τις κοινωνικές αντιδράσεις. Αυτή η ώσμωση πολιτικής και οικονομικής ισχύος δημιουργεί ένα σύστημα προσοδοθηρικού καπιταλισμού, όπου η επιτυχία μιας επιχείρησης δεν εξαρτάται από την ανταγωνιστικότητά της, αλλά από την εγγύτητά της στην πρωθυπουργική αυλή.

Αυτή η εσωτερική σύμπλευση πολιτικής και οικονομικής ισχύος ενισχύεται και από μια εξωτερική δυναμική που συνδέεται με τη λειτουργία των διεθνών χρηματοπιστωτικών αγορών και των οίκων αξιολόγησης. Οι αγορές δεν αξιολογούν πρωτίστως το δημοκρατικό βάθος ενός πολιτικού συστήματος, αλλά την προβλεψιμότητα, τη δημοσιονομική σταθερότητα και την ικανότητα μιας κυβέρνησης να εφαρμόζει με συνέπεια τις πολιτικές της. Ωστόσο, αυτή η προτίμηση στην προβλεψιμότητα μπορεί, στην πράξη, να λειτουργήσει υπέρ υπερσυγκεντρωτικών μοντέλων διακυβέρνησης, τα οποία εμφανίζονται ικανά να λαμβάνουν ταχύτερες αποφάσεις και να περιορίζουν τις θεσμικές τριβές. 

Έτσι, χωρίς οι ίδιες οι αγορές να επιδιώκουν κατ’ ανάγκην την αποδυνάμωση των δημοκρατικών θεσμών, δημιουργείται μια δομική σύγκλιση ανάμεσα στην οικονομική απαίτηση για σταθερότητα και στην πολιτική τάση για συγκέντρωση της εξουσίας. Η θετική ανταπόκριση των επενδυτών και των οίκων αξιολόγησης μπορεί, επομένως, να λειτουργήσει ως εξωτερικός παράγοντας που ενισχύει τη διεθνή νομιμοποίηση ενός υπερσυγκεντρωτικού μοντέλου διακυβέρνησης, όχι επειδή επιβραβεύει τον αυταρχισμό ως τέτοιο, αλλά επειδή επιβραβεύει τη διοικητική αποτελεσματικότητα και την προβλεψιμότητα που αυτό ενδέχεται να παράγει, ανεξάρτητα από τις επιπτώσεις του στην ποιότητα της δημοκρατίας.

Η πριμοδότηση από τους ξένους επενδυτές και η αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας δεν ανταμείβουν τη δημοκρατική υγεία, αλλά την αποτελεσματικότητα του αυταρχισμού. Οι αγορές αγοράζουν την απουσία αντιλόγου, μετατρέποντας τις διεθνείς οικονομικές ροές σε ένα ισχυρό εξωτερικό άλλοθι που θωρακίζει το προσωποκεντρικό μοντέλο απέναντι σε κάθε εγχώρια αμφισβήτηση.

Αρωγός σε αυτή την αναδιάρθρωση στέκεται ο ψηφιακός μετασχηματισμός της ίδιας της δημόσιας σφαίρας, όπου τα ψηφιακά μέσα λειτουργούν ως ο απόλυτος μηχανισμός παράκαμψης των διαμεσολαβητών. Ο ηγέτης δεν χρειάζεται πλέον το κόμμα για να επικοινωνήσει με τους πολίτες· χρησιμοποιεί τις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης για να κατασκευάσει ένα άμεσο, αδιαμεσολάβητο και εξαιρετικά επιμελημένο προφίλ. Μέσα από σύντομα βίντεο, στοχευμένες αναρτήσεις και αλγοριθμικά κατευθυνόμενες καμπάνιες, η πολιτική μετατρέπεται σε ένα διαρκές ψηφιακό θέαμα, όπου η προσωπική ζωή, το στυλ και οι καθημερινές συνήθειες του αρχηγού αποκτούν μεγαλύτερη βαρύτητα από τις ιδεολογικές του θέσεις. 

Τα ψηφιακά μέσα δημιουργούν την ψευδαίσθηση μιας άμεσης δημοκρατίας, ενώ στην πραγματικότητα ενισχύουν τον πιο σκληρό αυταρχισμό, καθώς η επικοινωνία είναι αυστηρά μονόδρομη. Η κοινή γνώμη δεν συμμετέχει, αλλά καταναλώνει ένα προϊόν. Το κόμμα υποβαθμίζεται σε έναν ψηφιακό θάλαμο αντήχησης (echo chamber), όπου η κριτική σκέψη θυσιάζεται στον βωμό των «likes» και της διαχείρισης των κρίσεων δημοσίων σχέσεων σε πραγματικό χρόνο.

Αυτός ο υπερσυγκεντρωτισμός και η ψηφιακή του θωράκιση αλλοιώνουν τον ίδιο τον πυρήνα της συντηρητικής ιδεολογίας, η οποία ιστορικά υπερασπιζόταν τη θεσμική συνέχεια και τη διάκριση των εξουσιών. Όταν το κόμμα ταυτίζεται απόλυτα με το πρόσωπο, κάθε κριτική προς την κυβέρνηση ή τον ηγέτη δεν αντιμετωπίζεται ως πολιτική διαφωνία, αλλά ως απειλή κατά της σταθερότητας, οδηγώντας σε μια συστηματική αποδυνάμωση των ανεξάρτητων αρχών και των ελεγκτικών μηχανισμών. 

Παράλληλα, η ιδεολογική ταυτότητα του σχηματισμού γίνεται ρευστή και εργαλειακή, αποσυνδεδεμένη από σταθερές αξίες, καθώς ο συντηρητισμός μετατρέπεται σε έναν μεταμοντέρνο πραγματισμό. Η πολιτική ατζέντα καθορίζεται από τις καθημερινές μετρήσεις της κοινής γνώμης και τις ανάγκες της πολιτικής επικοινωνίας, επιτρέποντας στον ηγέτη να μετακινείται με ευκολία από τον οικονομικό φιλελευθερισμό στον κρατικό παρεμβατισμό, ή από την κοινωνική ανεκτικότητα στον δεξιό λαϊκισμό. 

Το κόμμα μεταβάλλεται σε έναν άδειο ιδεολογικό θύλακα, έναν μηχανισμό που απλώς επικυρώνει τις επιλογές της κορυφής, ενώ η παραδοσιακή του βάση εγκλωβίζεται σε ένα δίλημμα ανάμεσα στην πίστη στο πρόσωπο και την απώλεια της πολιτικής της ταυτότητας. Ο «αόριστος β’» ολοκληρώνεται εδώ ως τετελεσμένο γεγονός: η παλιά συντηρητική παράταξη ανήκει πλέον σε έναν χρόνο ιστορικά ληξιαρχικό, ένα κεφάλαιο που έκλεισε ανεπιστρεπτί.

Ωστόσο, η προσωποποίηση της πολιτικής δεν μπορεί να ερμηνευθεί αποκλειστικά ως προϊόν της βούλησης ενός ισχυρού ηγέτη ή της στρατηγικής μιας κομματικής ελίτ. Αποτελεί, ταυτόχρονα, το σύμπτωμα βαθύτερων κοινωνικών μετασχηματισμών που διαβρώνουν τις παραδοσιακές μορφές πολιτικής εκπροσώπησης. Η αποδυνάμωση των συλλογικών ταυτοτήτων της μεταπολεμικής περιόδου, η υποχώρηση των σταθερών ταξικών, επαγγελματικών και ιδεολογικών αναφορών, καθώς και η γενικευμένη κρίση εμπιστοσύνης απέναντι στους θεσμούς, δημιουργούν ένα πολιτικό κενό το οποίο καλείται να καλύψει το πρόσωπο του ηγέτη. 

Σε μια κοινωνία όπου οι πολίτες αισθάνονται ολοένα και περισσότερο αποκομμένοι από τα κόμματα, τα συνδικάτα και τους ενδιάμεσους θεσμούς, η πολιτική σχέση παύει να είναι συλλογική και αποκτά προσωπικό χαρακτήρα. Η εξατομίκευση της κοινωνικής ζωής, η κυριαρχία των ψηφιακών μέσων και η αδιάκοπη ροή της πληροφορίας ενισχύουν αυτή τη μετάβαση, καθώς ευνοούν την άμεση ταύτιση με πρόσωπα αντί με προγράμματα, αφηγήσεις και συλλογικές ιδεολογίες. 

Παράλληλα, η διαδοχή αλλεπάλληλων κρίσεων –οικονομικών, υγειονομικών, ενεργειακών και γεωπολιτικών– καλλιεργεί μια κοινωνική απαίτηση για ταχύτητα, αποτελεσματικότητα και άμεση λήψη αποφάσεων, ακόμη και εις βάρος των χρονοβόρων διαδικασιών της δημοκρατικής διαβούλευσης. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το προσωποπαγές κόμμα δεν εμφανίζεται ως ιστορική παρέκκλιση, αλλά ως η πολιτική μορφή που αντιστοιχεί στις κοινωνικές συνθήκες της ύστερης νεωτερικότητας: μιας εποχής όπου η αβεβαιότητα μετατρέπεται σε διαρκή κατάσταση, η πολιτική σε επικοινωνιακή διαχείριση και ο ηγέτης σε υποκατάστατο των συλλογικών θεσμών που άλλοτε συγκροτούσαν τον πυρήνα της δημοκρατικής αντιπροσώπευσης.

Μπροστά σε αυτή την ασύμμετρη αρχηγική κυριαρχία, η αντιπολίτευση βρίσκεται βαθιά παγιδευμένη, αδυνατώντας να βρει αποτελεσματικές απαντήσεις. Η πρώτη της αντίδραση είναι συχνά η μίμηση: εγκλωβίζεται στο να αναζητά απεγνωσμένα τον δικό της «χαρισματικό» ηγέτη, αποδεχόμενη έτσι τους όρους του παιχνιδιού που επέβαλε ο αντίπαλος και επιταχύνοντας την απονέκρωση των δικών της κομματικών δομών. Όταν επιχειρεί να ασκήσει κριτική βασισμένη σε ιδεολογικά επιχειρήματα ή προγραμματικές θέσεις, διαπιστώνει ότι αυτά προσκρούουν στο τείχος της ψηφιακής εικόνας και του επικοινωνιακού θορύβου, όπου το συναίσθημα και η ατομική ταυτότητα υπερισχύουν των πολιτικών δεδομένων. Επιπλέον, η αντιπολίτευση παγιδεύεται σε μια διαρκή αμυντική στάση, καθώς το αρχηγικό κέντρο, ελέγχοντας την ατζέντα μέσω των ΜΜΕ, την υποχρεώνει να τοποθετείται καθημερινά πάνω σε τεχνητά διλήμματα ή δευτερεύοντα ζητήματα, αποκόπτοντάς την από τα ζωτικά προβλήματα της κοινωνικής βάσης.

Οι συνέπειες αυτής της μετάλλαξης στην ποιότητα της δημοκρατίας είναι βαθιές και μακροπρόθεσμα διαβρωτικές. Η υποκατάσταση των κομμάτων από αρχηγικά δίκτυα οδηγεί στην απονέκρωση της αντιπροσωπευτικής λειτουργίας. Οι πολίτες αποστασιοποιούνται από την πολιτική διαδικασία, καθώς αντιλαμβάνονται ότι η συμμετοχή τους δεν έχει καμία επίδραση στη λήψη των αποφάσεων, οι οποίες ανήκουν στην αποκλειστική δικαιοδοσία μιας κλειστής ολιγαρχίας. Το κοινοβούλιο μετατρέπεται σε έναν μηχανισμό επικύρωσης προειλημμένων αποφάσεων, χάνοντας τον ρόλο του ως πεδίο ουσιαστικού διαλόγου και ελέγχου. Η δημοκρατική κοινωνία στεγνώνει από το κοινωνικό της περιεχόμενο και μεταβάλλεται σε μια «διαδικαστική δημοκρατία» (procedural democracy), όπου οι εκλογές διεξάγονται απλώς για να νομιμοποιήσουν την κυριαρχία του εκάστοτε ηγεμόνα.

Το τελικό προϊόν αυτής της εξέλιξης είναι ένας βαθύς ασύμμετρος πολιτικός αυταρχισμός, ντυμένος με τον μανδύα του τεχνοκρατικού εκσυγχρονισμού. Το προσωποκεντρικό κόμμα στερείται εσωτερικής ζωής, διαλόγου και ανανέωσης, καθώς η επιλογή των στελεχών δεν γίνεται με κριτήριο την πολιτική τους βαρύτητα, αλλά την απόλυτη αφοσίωσή τους στον αρχηγό. Αυτό το μοντέλο, αν και βραχυπρόθεσμα εξασφαλίζει εκλογική κυριαρχία μέσω της αποτελεσματικής διαχείρισης της εικόνας, μακροπρόθεσμα ναρκοθετεί τη δημοκρατική λειτουργία. 

Όταν η πολιτική ζωή μιας χώρας εξαρτάται από τις προσωπικές στρατηγικές και τις ισορροπίες ενός και μόνο προσώπου, η αποδιοργάνωση του κόμματος σε περίπτωση κρίσης ηγεσίας καθίσταται νομοτελειακή, αποδεικνύοντας ότι η μετατροπή του συντηρητισμού σε προσωπικό φέουδο αποτελεί μια προσωρινή αυταπάτη ισχύος. Σε περίπτωση κρίσης ηγεσίας, το σύστημα αυτό κινδυνεύει να αφήσει πίσω του όχι μια ιδεολογική κληρονομιά αλλά ένα βαθύ θεσμικό κενό, υπενθυμίζοντας ότι η απόλυτη παρουσία του ηγέτη δεν ήταν παρά η προαναγγελία της απόλυτης απουσίας της ίδιας της δημοκρατίας.