Τετάρτη 23 Αυγούστου 2017 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Η Δημοκρατία, η σύγκρουση των εξουσιών και το θεσμικό overdose

Του Νίκου Λακόπουλου

«Όταν δε έστω και άνευ προθέσεως διαπράξη η κυβέρνησις καμμίαν παρανομίαν και έλθη το συμβούλιον της επικρατείας να της πη ότι της ακυρώνει την πράξιν της ταύτην, σας βεβαιώ ότι θα έλθω προσωπικώς να συγχαρώ και να σφίξω το χέρι του προέδρου και των μελών του συμβουλίου της επικρατείας, διότι υπενθύμισαν εις την κυβέρνησιν ότι δεν έχει το δικαίωμα να παρανομή». ( Eλευθέριος Βενιζέλος -1925).

 

«Οφείλουμε τέλος να προειδοποιήσουμε ότι υπό τις παρούσες αμιγώς μνημονιακές συνθήκες θεωρούμε εξαιρετικά επικίνδυνο κάθε συνταγματικό πειραματισμό, ο οποίος θα οδηγούσε σε έλλειμμα δικαιοσύνης. Φρονούμε ότι δεν υπάρχει τίποτε πιο τραγικό για τους Έλληνες από το να στερηθούν, δια της εισαγωγής αμφιβόλου λειτουργικότητος θεσμών, της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας».

Το διάγγελμα του Προέδρου του ΣτΕ προς το παρόν άφησε άφωνους πολίτες και συνταγματολόγους, που μάλλον προσπαθούν να καταλάβουν τι συνέβη. Ο Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, επέλεξε να κλείσει το  διάγγελμά του, μαζί με την ευθεία κριτική του στην κυβέρνηση.  «Η ιδιαίτερα σοβαρή αυτή θεσμική κρίση θα λάβει ανεξέλεγκτες διαστάσεις» όπως …προβλέπει αναλαμβάνοντας εμφανώς και με πομπώδη τρόπο ένα πολιτικό ρόλο, αν και  τονίζει πως οι δικαστικοί λειτουργοί «οφείλουν και πρέπει να είναι πολιτικά ουδέτεροι».

Η μέρα που διάλεξε ο Πρόεδρος του ΣτΕ – ως «αρχαιότερος Δικαστής της Χώρας και Πρόεδρος του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, εκπροσωπώντας το σύνολο της ελληνικής Δικαιοσύνης» να καταδικάσει τις κυβερνητικές επιθέσεις δεν είναι τυχαία. Η μορφή της παρέμβασης πρωτοφανής, όσο και οι κρίσεις του ότι οι «παντελώς αδικαιολόγητες επιθέσεις κατά του Κράτους Δικαίου- με άκριτες «ενέργειες, λοιδωρίες, αδικαιολόγητους και απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς αλλά και προσβλητικούς για τους λειτουργούς της Δικαιοσύνης υπαινιγμούς».

«Μήπως το πραγματικό ερώτημα είναι γιατί ορισμένοι κύκλοι της δικαιοσύνης κάνουν αντιπολίτευση στην κυβέρνηση και υπερβαίνουν τα όρια της εξουσίας τους;» είχε πει λίγο πριν ο υπ. Εσωτερικών Πάνος Σκουρλέτης.»Το σκηνικό σήμερα δεν διαμορφώνεται από τη μια με το πολιτικό σύστημα με τις παθογένειές του και από την άλλη τη δικαστική εξουσία, η οποία λειτουργεί άψογα. Πολλά πράγματα πρέπει να αλλάξουν παντού».

Στην Ελλάδα δεν κάνουμε ρήξεις, τομές και συγκρούσεις. Μόνο διαγγέλματα και δηλώσεις. Κι έτσι η ακινησία βασιλεύει, η τάξη επικρατεί κι ο συντηρητισμός πάντα κερδίζει.

Μεταξύ των άλλων υπουργών και του ίδιου του πρωθυπουργού που μίλησε για «θεσμικό εμπόδιο», ο υπουργός Επικρατείας Χρ. Βερναρδάκης θα μιλήσει για «υπερσυντηρητικό θύλακα μέσα στη Δικαιοσύνη, ο οποίος στην πραγματικότητα επιχειρεί να επέμβει στη νομοθετική και πολιτική εξουσία». Η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων θα ρίξει λάδι στην φωτιά όταν θα μιλήσει για «απόπειρα ελέγχου και υποταγής της Δικαιοσύνης’ όπου » έχουν χρησιμοποιηθεί οι «πιο βρώμικοι μηχανισμοί που διαθέτει το Κράτος: το παρακράτος ευτυχώς ελάχιστων διαθέσιμων «δημοσιογράφων» – έμμισθων κονδυλοφόρων».

Η κατάσταση προφανώς έχει ξεφύγει. Οι δικαστικοί διαμηνύουν «στους διάφορους σκευωρούς και στους προστάτες τους» ότι η Ένωση «θα πράττει το καθήκον της, που είναι η κατοχύρωση του ελεύθερου δικαστικού φρονήματος και η συνταγματική ομαλότητα». Η συνταγματική ομαλότητα επαφίεται σε ένα επαγγελματικό σωματείο ή όλα γίνονται στην Ελλάδα καθ΄υπερβολήν; H Νέα Δημοκρατία θα χαρακτηρίσει ιστορική την ανακοίνωση της Ένωσης που «ως επαγγελματικό σωματείο, καλό θα ήταν να μην παρασύρεται σε ρόλο γραφείου Τύπου της Ν.Δ.» θα απαντήσει  το Γραφείο Τύπου του πρωθυπουργού, για να καλέσει στη συνέχεια τον πρόεδρο της Νέας Δημοκρατίας να απαντήσει στο ερώτημα αν  «έδωσε ο κύριος Αθανασίου χάρη σε έμπορο κοκαΐνης;».

Όλα μπλέκονται σε ένα παραπολιτικό παιχνίδι όπου η πολιτική, η ηθική, η ιδεολογία και οι θεσμοί γίνονται ένα κουβάρι. Η αντιπολίτευση του συνδικάτου των δικαστών θα παρέμβει για να πει πως «οι ανεπίτρεπτες ευθείες βολές, που δέχθηκε, ως μη όφειλε, τις τελευταίες ημέρες η Δικαιοσύνη από κυβερνητικούς και άλλους γραφικούς πλέον παράγοντες,  δεν νομιμοποιούν το Προεδρείο της Ένωσης να υπερβαίνει τον προαναφερόμενο σκοπό του και να θέτει τη Δικαστική Λειτουργία στο μέσο έντονης πολιτικής αντιπαράθεσης».

Προφανώς η Δικαιοσύνη έχει αφήσει τον ρόλο της για να πολιτευτεί με τρόπο που μάλλον την διασύρει στα μάτια των πολιτών. Η Ένωση θα κάνει λόγο για Τουρκία και Πολωνία, η αντιπολίτευση θα θεωρήσει το προεδρείο της «ανεπαρκές» -«με αποτέλεσμα να έχει εκπέσει του σεβασμού όλων. Από την πλευρά του ο Πρόεδρος του ΣτΕ θα καταφύγει στην …φιλοσοφία και την ανθρωπολογία.

«Ο δικαστής πρέπει να σκέπτεται και να ενεργεί ως τρίτο πρόσωπο, να δρα δηλαδή κατά τρόπο αντικειμενικό και ουδέτερο και να είναι απαλλαγμένος από κάθε είδους επηρεασμό, ακόμη και από εκείνον που προέρχεται από την ατομική του ιδιοσυγκρασία». » Η εποχή στην οποία ζούμε σήμερα είναι η εποχή της μεγάλης οικονομικής κρίσεως και των μνημονίων. Είναι η εποχή της επικρατήσεως του οικονομικού επί του θεσμικού παράγοντος, η οποία έχει οδηγήσει σε πρωτοφανή υποχώρηση του Κράτους Δικαίου και ιδίως του Κοινωνικού Κράτους, σε σημείο μάλιστα που η Δημοκρατία μας να κινδυνεύει πλέον να υποκύψει οριστικά σε ένα στυγνό ολοκληρωτισμό του οικονομισμού».

Σοφά λόγια που θα μπορούσε να πει κι ο Πρόεδρος Δημοκρατίας, ο Αρχιεπίσκοπος ή ο …Πρόεδρος του Αρείου Πάγου, αλλά αυτός είναι ο ρόλος του Πρόεδρου του ΣτΕ -που είναι και ο «αρχαιότερος δικαστής». Αλλά από πού αντλεί αυτή την ευχέρεια; Όπως λέει ο ίδιος «το Σύνταγμά μας ορίζει ότι οι δικαστές – στους οποίους επιβάλλει αυστηρή πολιτική ουδετερότητα». Πλην όμως «κατά την άσκηση των καθηκόντων τους απολαύουν λειτουργικής ανεξαρτησίας, υπόκεινται μόνον στο Σύνταγμα και τους συνάδοντες προς αυτό νόμους και δεν εξαρτώνται ούτε δέχονται οδηγίες από τα όργανα των δύο άλλων εξουσιών».

Η διάκριση εξουσιών δεν τις εξισώνει αφηρημένα σε ένα σύστημα που δεν μπορεί να αλλάξει με ισοβιότητες, αρχαιότητες και προσπάθειες να σφετερισθεί η μία την εξουσία της άλλης.

Το ερώτημα είναι αν η Δικαιοσύνη μπορεί να προσωποποιηθεί και μάλιστα σε αντικυβερνητική κατεύθυνση ή αν μπορεί να εκφράζει πολιτικές και ιδεολογικές – φιλοσοφικές κρίσεις με τη μορφή διαγγέλματος ή να παίρνει ο Πρόεδρος ενός σώματος -εξ ονόματός της- την εξουσία να ορίσει ακόμα και τον ρόλο τον δικαστών. Ή πολύ περισσότερο να διαγγέλει πως οι δικαστές είναι υπεράνω των άλλων εξουσιών ή πως κανένας δεν μπορεί να «πειραματιστεί» με το Σύνταγμα με θεσμούς που προεξοφλεί πως είναι «αμφίβολου λειτουργικότητας».

Αν η δικαστική εξουσία είναι υπεράνω των άλλων εξουσιών, ποιος είναι πιο πάνω και ελέω ποιού; Ποιός αποφασίζει για το Σύνταγμα; Κανένας πρόεδρος κανενός ανωτάτου δικαστηρίου δεν μπορεί να ορίσει -ακόμα κι αν θέλει να εκφράσει- την λαϊκή κυριαρχία- που θέτει την νομοθετική εξουσία υπεράνω της εκτελεστικής και της δικαστικής. Ο θεσμικός επαγγελματισμός βλάπτει την δημοκρατία είτε πρόκειται για … στρατιωτικούς, θρησκευτικούς ή δικαστικούς λειτουργούς.

Το ίδιο το Σύνταγμα ορίζει ότι οι διατάξεις υπόκεινται σε αναθεώρηση, εκτός από εκείνες που καθορίζουν τη βάση και τη μορφή του πολιτεύματος, ως Προεδρευόμενης Kοινοβουλευτικής Δημοκρατίας. H ανάγκη της αναθεώρησης του Συντάγματος διαπιστώνεται ύστερα από πρόταση πενήντα -τουλάχιστον- βουλευτών, με πλειοψηφία των τριών πέμπτων. Aφού η αναθεώρηση αποφασιστεί από τη Bουλή, η επόμενη Bουλή, κατά την πρώτη σύνοδό της, αποφασίζει με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των μελών της σχετικά με τις αναθεωρητέες διατάξεις. Προσοχή: δεν επιτρέπεται αναθεώρηση του Συντάγματος πριν περάσει πενταετία από την περάτωση της προηγούμενης.

Φαίνεται πως όλα αυτά δεν γίνονται για τoν Γεωργίου ή την Ηριάννα. Η αναθεώρηση όπως θα ήθελε η επιτροπή που συνέστησε ο ΣΥΡΙΖΑ θα καθιερώσει την απλή αναλογική, θα καταργήσει την βουλευτική ασυλία και θα βάλει όριο στις πολλές θητείες. Θα καταργήσει την επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης από το Υπουργικό Συμβούλιο- προτείνεται η επιλογή τους από τον Π.τ.Δ.. Φυσικά όλα αυτά απαιτούν αυξημένες πλειοψηφίες και πολύ συζήτηση που ήδη άρχισε με τον φόβο πολλών για «αλλαγή πολιτεύματος».

Η μέχρι τώρα πρακτική της κυβέρνησης δεν εμπνέει τέτοιο κίνδυνο, αφού κατά κάποιο τρόπο, παρέδωσε την εξουσία -που άλλωστε δεν είχε- για να διατηρήσει την κυβέρνηση. Η συζήτηση γίνεται για την καλύτερη λειτουργία του καθεστώτος, αλλά  όλα γίνονται καθ΄υπερβολήν στην Ελλάδα. Ο Πρόεδρος της ΣτΕ υπερέβαλε κι απέδειξε έτσι την ανεξαρτησία του, αλλά ο θεσμικός ρόλος του αφορά το Συμβούλιο και δεν προσωποκεντρικός.

Η κυβέρνηση δεν παρεμβαίνει στην Δικαιοσύνη όταν οι υπουργοί της εκφράζουν απόψεις για δικαστικές αποφάσεις. Η Ένωση δικαστών υπερβάλλει, αφού ο ρόλος της είναι συνδικαλιστικός, όχι πολιτειακός. Το πολίτευμα δεν κινδυνεύει. Πιθανόν οι τριβές να βοηθήσουν την κάθε εξουσία στη νεαρά δημοκρατία να βρουν τον ακριβή τους ρόλο.

Ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ και καθηγητής Φιλοσοφίας του Δικαίου Κώστας Δουζίνας πρόσφατα σε ένα άρθρο του έγραψε: » Οι τύποι δικαστών λοιπόν βρίσκονται σε ένα φάσμα. Στη μια άκρη, αυτοί που ερμηνεύουν τα νομικά κείμενα «γραμματικά», ακολουθώντας κυριολεκτικά τις λεκτικές διατυπώσεις. Στη μέση, δικαστές που ερμηνεύουν πιο δημιουργικά και με κάποια αυτονομία σε ορισμένα νομοθετικά πεδία. Στο τέλος, βρίσκεται ο δικαστής που γίνεται ανοιχτά νομοθέτης, καθώς οι ρίζες του ως ερμηνευτή έχουν από καιρό ξεπεραστεί από τη φύση της νομοθεσίας και την υποτιθέμενη ευθύνη να υπερασπίζεται το -κατά την άποψή του- δημόσιο συμφέρον.

Οταν η δικαστική λειτουργία είναι αμιγώς τεχνική, χρειαζόμαστε μόνο τεχνοκράτες νομικούς ή, καλύτερα, γλωσσολόγους. Αλλά η νομολογία που δεν παίρνει υπόψη το κοινωνικό περιβάλλον και τις γενικές επιπτώσεις της απόφασης είναι ανόητη. Οι δικαστές λειτουργούν υποχρεωτικά σήμερα, είτε το αναγνωρίζουν είτε όχι, ως δημιουργοί κανόνων και πολιτικοί παράγοντες. Η επιλογή είναι μεταξύ προσχηματικής «αντικειμενικότητας» και συνειδητής λογοδοσίας. Αλλιώς το κράτος δικαίου γίνεται σύνταγμα των ανόητων ή των ανεύθυνων».

Στην πραγματικότητα δεν είναι η κυβέρνηση που ποδηγετεί την δικαστική εξουσία, όσο η δεύτερη επιχειρεί να περιορίσει τον ρόλο της κυβέρνησης ως εκφραστή του λαού -που πιστοποιείται όμως κάθε φορά στη Βουλή. Η διάκριση εξουσιών δεν τις εξισώνει αφηρημένα σε ένα σύστημα που δεν μπορεί να αλλάξει με ισοβιότητες, αρχαιότητες και προσπάθειες να σφετερισθεί η μία την εξουσία της άλλης.

Προφανώς η δικαστική εξουσία δεν είναι υπεράνω των άλλων και δέχεται οδηγίες από τον νομοθέτη που δεν είναι άλλος από τον λαό και την αντιπροσωπεία του. Το πρόβλημα είναι αυτό να γίνει χωρίς σύγκρουση ή να γίνει με μια επιτέλους ολοκληρωμένη σύγκρουση. Πράγμα που δεν αποτελεί κίνδυνο: στην Ελλάδα δεν κάνουμε ρήξεις, τομές και συγκρούσεις. Μόνο διαγγέλματα και δηλώσεις. Κι έτσι η ακινησία βασιλεύει, η τάξη επικρατεί κι ο συντηρητισμός πάντα κερδίζει.