Σάββατο 20 Οκτωβρίου 2018 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Η διαχείριση των απωθημένων

Γράφει ο Πέτρος Τατσόπουλος

Ο Αδαμάντιος Πεπελάσης – Διαμαντής για τους φίλους του – έφυγε πλήρης ημερών, στα 95 του χρόνια, τον Μάιο του 2017. Το μικρόσωμο επαρχιωτόπουλο από τη Γαστούνη θεωρείται ένας από τους πιο σημαντικούς έλληνες οικονομολόγους του εικοστού αιώνα και πολλοί συνδυάζουν την ακαδημαϊκή κι επαγγελματική του ανέλιξη με την αντίστοιχη του Ανδρέα Παπανδρέου. Αλλωστε ο Διαμαντής, τρία χρόνια μικρότερος από τον Ανδρέα, ήταν όχι μονάχα επιστήθιος φίλος του από τη δεκαετία του 1950, αλλά και κουμπάρος στο θρησκευτικό γάμο του με τη Μαργαρίτα Τσαντ καθώς και νονός (!) της Μαργαρίτας προκειμένου να παντρευτεί σε ορθόδοξη εκκλησία.

Μέχρι ενός σημείου, τα βιογραφικά Διαμαντή και Ανδρέα μοιάζουν ξεπατικωμένα: λαμπρές σπουδές, ακόμη λαμπρότερη σταδιοδρομία, πρώτα στην Αμερική και κατόπιν στην Ελλάδα. Στο αυτοβιογραφικό του βιβλίο Στην άκρη του αιώνα, Γαστούνη – Μπέρκλεϊ, που κυκλοφόρησε από τον Καστανιώτη το 1996, μόλις λίγους μήνες μετά τον θάνατο του Ανδρέα, ο Πεπελάσης δίνει πολύτιμες πληροφορίες για τον ψυχισμό του Παπανδρέου και φωτίζει πολλές από τις φαινομενικά ανακόλουθες ή και παράλογες πολιτικές του αποφάσεις. Προεόρτια της ψαλίδας που θα ανοίξει ανάμεσά τους είναι η κάθοδος του Ανδρέα στην ενεργό πολιτική, παραμονές των εκλογών του 1964, ενόσω ο Διαμαντής παραμένει σταθερός διά βίου στην αποχή του από κάθε κομματική ανάμειξη, ακόμη και όταν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής το 1977 τον δελεάζει με εκλόγιμη θέση στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας. Εντούτοις, το αληθινό χάσμα μεταξύ των δύο φίλων φανερώνεται μονάχα τη δεκαετία του 1980 με την άνευ όρων προσχώρηση του Ανδρέα στον αριστερόστροφο ποπουλισμό.

Με το ζεύγος Πεπελάση, τον Διαμαντή και τη Μαριέττα (ο δεύτερος γάμος αμφοτέρων), δεν συναντήθηκα παρά τέσσερις – πέντε φορές όλες κι όλες, άλλοτε στην Αθήνα και άλλοτε στην Πάρο, μα πάντοτε αισθανόμουν – και μου επέτρεπαν, εξυπακούεται, να αισθάνομαι – μια οικειότητα αναντίστοιχη με το ρηχό βάθος της γνωριμίας μας. Ανήκαν σ’ εκείνη τη σπάνια κατηγορία ανθρώπων, με την οποία νιώθεις τόσο άνετα, λες και τους ήξερες ανέκαθεν, ώστε δεν νιώθεις καν την ανάγκη να τους συναντάς τακτικότερα για να ανανεώνεις το αμοιβαίο ενδιαφέρον: το ενδιαφέρον υφίσταται, είτε τους βλέπεις είτε δεν τους βλέπεις.

Θυμάμαι χαρακτηριστικά μια καλοκαιρινή βραδιά, όταν ο Διαμαντής είχε καβατζάρει ήδη τα ενενήντα, τη Μαριέττα να τραγουδάει κι εκείνον να φωνάζει με εφηβικό ζήλο: «Για μένα τραγουδάει. Για το αγόρι της. Εγώ είμαι το αγόρι της!». Τους μπαγάσες – σκέφτηκα. Είναι αλεξίσφαιροι, είναι αλεξικέραυνοι. Σε μια ηλικία όπου συνήθως οι παντρεμένοι μιζεριάζουν και μετά βίας ανταλλάσσουν δύο κουβέντες, αυτοί οι δύο έχουν καταφέρει ακόμη και να κορτάρουν. Να νοιάζονται.

Πρόσφατα η Μαριέττα Πεπελάση, πολυμήχανη και πολυτάλαντη – συμβουλευτική ψυχολόγος, ψυχοθεραπεύτρια, ποιήτρια, ζωγράφος – κυκλοφόρησε ένα ακόμη βιβλίο της, τη Φωτεινή – Ολα είναι μνήμη (Καστανιώτης, 2017) και μολονότι το ίδιο το βιβλίο, ούτε άμεσα ούτε έμμεσα, δεν εφάπτεται της ενεργού πολιτικής, συνειρμικά με οδήγησε στην εκ διαμέτρου αντίθετη στάση που κράτησαν απέναντί της ο Πεπελάσης και ο Παπανδρέου. Η Φωτεινή, με μπούσουλα την ιστορία μιας καταπιεσμένης γυναίκας και την οδυνηρή πορεία της προς την αυτογνωσία/ανεξαρτησία, ρίχνει τον προβολέα στον κόσμο του αοράτου. Στον κόσμο των απωθημένων. Στα όνειρα που δεν πραγματοποιήσαμε, στους συμβιβασμούς που κάναμε, στους ανοιχτούς λογαριασμούς που αφήνουμε κληρονομιά στους απογόνους μας, στην προβολή ή/και στη στρέβλωση της δικής μας ζωής πάνω στη ζωή των παιδιών μας και των παιδιών των παιδιών μας. Στο ασταμάτητο αλισβερίσι ανάμεσα στην αστείρευτη ποικιλία των ζωών που δεν ζήσαμε και στη μία και μοναδική ζωή που έχουμε ζήσει.
 

Η αλήθεια είναι πως δεν χρειάζεται να λιώσεις τα βρακιά σου στα κόμματα ή στο Κοινοβούλιο για να πάρεις πρέφα το μεγάλο μυστικό που σιγοψιθυρίζει με τον τρόπο της η Μαριέττα. Ακόμη και μια σύντομη θητεία αρκεί για να καταλάβεις ότι οι ψηφοφόροι δεν ξημεροβραδιάζονται πάνω από προγράμματα κομμάτων και δεν ρίχνουν τη ψήφο τους αναλόγως με το πρόγραμμα που τους φάνηκε πιο πειστικό. Ούτε οι ίδιοι οι βουλευτές δεν ξημεροβραδιάζονται μελετώντας, που πληρώνονται γι’ αυτή τη δουλειά – πόσω μάλλον οι, κατά τον αείμνηστο Βέγγο, πελάτες τους. Οι ψηφοφόροι δεν ρίχνουν στην κάλπη τη γνώμη τους. Για την ακρίβεια, ρίχνουν τη γνώμη που έχουν διαμορφώσει με τα απωθημένα τους, τις ματαιώσεις τους, τις εμμονές τους, τις προκαταλήψεις τους, τις εμπειρίες τους, τις ελπίδες τους, τις διαψεύσεις τους, τις προδοσίες που έκαναν, τις προδοσίες που υπέστησαν. Μόνον εκ πρώτης όψεως οι ψηφοφόροι ρίχνουν στην κάλπη την ψήφο τους. Ουσιαστικά ρίχνουν στην κάλπη το βιογραφικό τους.

Ποια ήταν η ειδοποιός διαφορά ανάμεσα στον Ανδρέα Παπανδρέου και στον Αδαμάντιο Πεπελάση; Επέστρεψαν και οι δύο στην Ελλάδα την ίδια περίοδο – τέλη της δεκαετίας του 1950 – κουβαλώντας τις ίδιες γνωσιολογικές αποσκευές από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Εάν σβήσουν με μπλάνκο τα ονόματα των συγγραφέων και μας δώσουν να διαβάσουμε σήμερα τα Εργατικά ελλείμματα εις την ελληνικήν γεωργίαν και την Στρατηγική οικονομικής αναπτύξεως της Ελλάδος, είναι εξαιρετικά δύσκολο έως αδύνατο να γνωματεύσουμε ποιος έγραψε ποιο. Σύμφωνα με τις πιο πολλές μαρτυρίες, εξάλλου, ήταν και οι δύο άνθρωποι με ευαισθησίες δυσεύρετες σε οικονομολόγους.

Μπορεί να μην ήταν το αντικείμενο των σπουδών τους, αλλά είχαν πλήρη επίγνωση του αόρατου κόσμου που χαρτογραφεί η Μαριέττα στη Φωτεινή της. Ο Πεπελάσης όμως θέλησε να αφήσει αυτόν τον κόσμο ανέγγιχτο. Ισως να μην μάθουμε ποτέ αν το έκανε από συστολή, από φόβο ή από την τόσο χαρακτηριστική φυσική ευγένεια που συνόδευε κάθε του κίνηση στην καθημερινότητά του. Απεναντίας, ο Παπανδρέου σε μεγάλη ηλικία (πατημένα τα σαράντα πέντε, δεν ήταν κανένα παρορμητικό παιδαρέλι) αποφάσισε in cold blood να βουτήξει στα βαθιά. Να καταδυθεί στον κόσμο των απωθημένων.

Δεν αποκλείουμε ο ίδιος να πίστευε ότι θα μπορούσε να ανακουφίσει τον ελληνικό λαό από τα χρόνια δεινά του ή ακόμη και να τον θεραπεύσει σαν αυτοδίδακτος ψυχοθεραπευτής, αλλά οι οικονομικές του γνώσεις, η ακαδημαϊκή του υπερεπάρκεια, το Know How του, μας εμποδίζουν να πιστέψουμε ότι δεν είχε επίγνωση των μακροπρόθεσμων συνεπειών από τη θεραπευτική του αγωγή. Μήπως λοιπόν από τότε, από την αρχή, όταν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής τον καλούσε να στήσει και να αναλάβει επικεφαλής του Κέντρου Οικονομικών Ερευνών, ο Παπανδρέου φλέρταρε ήδη με την ιδέα να διαχειριστεί αυτόν τον αόρατο κόσμο, να τον χειραγωγήσει και να τον εκμαυλίσει; Μήπως ο δημαγωγός εμφιλοχωρούσε από τότε στα έγκατα του ειδήμονα; Φοβάμαι πως δεν θα μάθουμε ποτέ την τελεσίδικη απάντηση.
AΠΟ ΤΑ ΝΕΑ