Παρασκευή 21 Σεπτεμβρίου 2018 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Η επίμονη ισχύς του έθνους

 Του Στάθη Ν. Καλύβα

Ε​​ίτε την αποκαλέσουμε εθνικισμό, είτε πατριωτισμό, είτε όπως αλλιώς, η ιδεολογία εκείνη που τοποθετεί το έθνος στην κορυφή των πολιτικών αξιών παραμένει η ισχυρότερη στον σημερινό κόσμο. Οπως και κάθε άλλη, έτσι και αυτή εμφανίζεται σε πολλαπλές εκδοχές, από τις πιο ακραίες (τον φασισμό και τον σοβινισμό) ώς τις πιο μετριοπαθείς. Παρά το γεγονός πως η εθνική ιδεολογία έχει αμφισβητηθεί και έχει υπάρξει στόχος συνεχούς απομυθοποίησης και αποδόμησης, όπως και κάθε άλλη ιδεολογία, παραμένει κυρίαρχη γιατί πρωταρχική της έκφανση είναι το κράτος. Μολονότι αναδύθηκε στα τέλη του 18ου αιώνα ως επαναστατική ιδεολογία που αμφισβήτησε τον κεντρικό ρόλο της θρησκείας, των δυναστειών και των «παραδοσιακών αξιών», υπήρξε τόσο πετυχημένη, που έπλασε τον κόσμο στον οποίο ζούμε με βάση τις αρχές της. Γι’ αυτό και η ευρωπαϊκή ενοποίηση παραμένει ένα σχεδόν άπιαστο επαναστατικό εγχείρημα.

Η εθνική ιδεολογία αναπαράγεται διαμέσου της εκπαίδευσης και πληθώρας συμβόλων (από τη σημαία και τον εθνικό ύμνο ώς τη διαμόρφωση του τοπίου), ενώ το κράτος τιμωρεί αυστηρά συμπεριφορές που στρέφονται εναντίον των συμφερόντων του έθνους. Το αποτέλεσμα είναι οι περισσότεροι άνθρωποι να μην την εκλαμβάνουν ως μια ιδεολογία που μπορεί κάποιος να επιλέξει ανάμεσα σε άλλες, αλλά ως ένα σύστημα αρχών και αξιών που αποτελεί αδιάλειπτο κομμάτι της φυσικής τάξης πραγμάτων και επομένως της συλλογικής όσο και της ατομικής μας ιδιοσυστασίας. Γι’ αυτό και οι αντιδράσεις είναι τόσο έντονες όταν θεωρούμε πως κάποιος θέλει να τις αμφισβητήσει: στοχεύει στο ίδιο μας το είναι.

Για να αντιληφθείτε την ισχύ της, φανταστείτε απλώς πως κάποιος πρότεινε ως λύση για τη χώρα μας την εισαγωγή ενός αποδεδειγμένα πετυχημένου πολιτικού από το εξωτερικό για να αναλάβει με την ομάδα του τη διακυβέρνησή της. Η ιδέα αυτή είναι τόσο εξωπραγματική, που φαντάζει γελοία. Είναι ποτέ δυνατό να δεχθούμε να μας κυβερνήσουν ξένοι; Με άλλα λόγια, η βασική αυτή αρχή της εθνικής ιδεολογίας ενέχει την ισχύ φυσικού νόμου. Και όμως, η πρόταση αυτή δεν στερείται λογική. Αλλωστε, δεχόμαστε αδιαμαρτύρητα τεράστια κρατικά και ημικρατικά οικονομικά μορφώματα να διοικούνται από ξένους (π.χ. ο επικεφαλής της εμβληματικής γαλλικής αυτοκινητοβιομηχανίας Renault είναι Βραζιλιάνος), ενώ δεν έχουμε κανένα πρόβλημα οι εθνικές μας ομάδες να έχουν ξένους προπονητές. Σπουδαίοι πολιτικοί ηγέτες αρκετών χωρών, καθώς και πολλές βασιλικές δυναστείες υπήρξαν κατά το παρελθόν «ξένοι», στοιχείο που συνέβαλε στην απονομιμοποίησή τους όταν κυριάρχησε η εθνική ιδεολογία.

Αν εξετάσει κανείς τη σύγχρονη ελληνική ιστορία, τουλάχιστον από το 1940 και μετά, θα διαπιστώσει πως η πολιτική κυριαρχία έχει πάντα τη ρίζα της στον πετυχημένο προσεταιρισμό της εθνικής ιδεολογίας. Το ΕΑΜ δεν κατέκτησε τις μάζες στο όνομα του κομμουνισμού αλλά της αντίστασης του έθνους, ενώ οι αντίπαλοί του έχτισαν την εθνικοφροσύνη στη βάση του υποτιθέμενου ξενοκίνητου και αντεθνικού χαρακτήρα των κομμουνιστών. Η χούντα επεδίωξε κάτι ανάλογο με την «Ελλάδα Ελλήνων Χριστιανών», όπως και το ΠΑΣΟΚ («Η Ελλάδα στους Ελληνες»). Πιο κοντά σε εμάς, ο Τσίπρας απέκτησε (πριν το απολέσει) λαϊκό έρεισμα μόνο τον Ιούλιο του 2015 με το «Οχι» της εθνικής υπερηφάνειας απέναντι στους ξένους δανειστές. Αρκετές κινητοποιήσεις υπέρ της άμυνας του έθνους υπήρξαν (αρχικά τουλάχιστον) αυθόρμητες, όπως τη δεκαετία του ’50 με το Κυπριακό. Δεν πρέπει επομένως να μας εκπλήσσει εντελώς που το Μακεδονικό παράγει μεγάλες λαϊκές κινητοποιήσεις.

Η προσκόλληση σε ακραίες μορφές της εθνικής ιδεολογίας προσφέρει μια πρώτης τάξεως ευκαιρία σε ανερμάτιστους πολιτικούς που αναζητούν εκλογική σανίδα σωτηρίας. Για σοβαρούς (και μάλιστα φιλελεύθερους) πολιτικούς, το ζητούμενο δεν είναι να γυρίσουν την πλάτη τους στην εθνική ιδεολογία, κάτι που θα ισοδυναμούσε με πολιτική αυτοκτονία, αλλά να τη διαχειριστούν με αυτοπεποίθηση και ευθύνη, στρέφοντάς την προς δημιουργικές και όχι (αυτο-)καταστροφικές κατευθύνσεις.

* Ο κ. Στάθης Καλύβας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ