Η Ευρωζώνη ήταν πάντα σε καραντίνα

Των Απ. Λουλουδάκη -Σ. Αργύρη

(…) Ότι η Ευρώπη όχι μόνο δεν θα γίνει το επίκεντρο του προβλήματος, αλλά αντίθετα θα καταστεί το επίκεντρο της αλληλεγγύης.

Από άρθρο του Αντιπροέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Μαργαρίτη Σχοινά που δημοσιεύτηκε στην επίσημη ιστοσελίδα της Κομισιόν.

Χρειάζεται να έχει κανείς πολύ θάρρος για να γίνει πολιτικός γιατί μέσα στα καθήκοντα του είναι να παίρνει αποφάσεις για εκατομμύρια κόσμο ειδικά αν βρεθεί και σε κυβερνητικά πόστα άσχετα αν τον έχουν τον ίδιο ψηφίσει ή όχι το σύνολο του εκλογικού σώματος. Αλλά στην περίπτωση του Έλληνα επιτρόπου που διορίστηκε με εντολή δηλαδή αριστίνδην  και όχι με κοινοβουλευτική διαδικασία έχει πολύ θράσος να δηλώνει τα παραπάνω επειδή όλοι ξέρουμε συμπεριφορές κρατών μελών της ΕΕ από την ειδησεογραφία όσον αφορά το θέμα διαχείρισης υγειονομικού υλικού.

Τα λέμε αυτά γιατί η ΕΕ είναι μόνο συνώνυμη της κοινωνικής ανισότητας.

Με τον όρο κοινωνική ανισότητα εννοούμε «την κατάσταση κατά την οποία οι άνθρωποι έχουν άνιση προσβασιμότητα σε πόρους, υπηρεσίες, και θέσεις στην κοινωνία» (Kerbo, 2003 όπ. αναφ. στο Blackburn, 2008[1]). Το φαινόμενο της κοινωνικής ανισότητας έχει αυξηθεί σε όλο τον κόσμο τα τελευταία χρόνια. Όπως χαρακτηριστικά το θέτει ο Dworkin, η ισότητα έχει γίνει «το απειλούμενο είδος των πολιτικών ιδανικών» (Blackburn, 2008[1]).

Η κοινωνική ανισότητα είναι κοινωνικά δομημένη. Αυτό σημαίνει ότι:

  (α) Η ανισότητα είναι θεσμοποιημένη (δηλαδή υπάρχει ένα σύστημα ανισότητας)
  (β) Ότι η ανισότητα εμφανίζεται με συγκεκριμένες, επαναλαμβανόμενες και σχετικά σταθερές μορφές και  
  (γ) ότι η ανισότητα “μεταφέρεται” από τη μια γενιά στην άλλη.

Η κοινωνική ανισότητα μπορεί να είναι διαφόρων ειδών: οικονομική, μορφωτική, γεωγραφική και άλλα πολλά. Ένα πράγμα όμως που παραμένει σταθερό μεταξύ των διαφορετικών μορφών της είναι η διαφοροποίηση σε αυτούς που χάνουν και αυτούς που κερδίζουν, με ποικίλους βαθμούς κέρδους και απώλειας [1].

Εμείς στα πλαίσια αυτού του άρθρου θα ερμηνεύσουμε με αφορμή την κοινωνική ανισότητα και την ανισότητα που υπάρχει μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωζώνης σε οικονομικό και κατά συνέπεια πολιτικό επίπεδο που λόγω της λειτουργίας της ΕΕ έχει ως αποτέλεσμα την τρέχουσα οικονομική κρίση, που απειλεί πλέον σοβαρά την κοινωνική συνοχή. Η αύξηση της ανεργίας, ειδικότερα στους κόλπους των νέων, η άνιση πρόσβαση στις υπηρεσίες εκπαίδευσης και υγείας και η αύξηση του ποσοστού της φτώχειας στον ευρωπαϊκό πληθυσμό αποτελούν πραγματικότητα με ευρείες αρνητικές επιπτώσεις στην κοινωνική ευημερία.

Το φαινόμενο των κοινωνικών ανισοτήτων εγείρει αμείλικτα ερωτήματα σχετικά με την ικανότητα των πολιτικών συστημάτων σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο να περιορίσουν τις ανισότητες και να ενισχύσουν την κοινωνική συνοχή όπως προβλέπει το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Μοντέλο.

Τον Μάη του 2019 στο Residence Palace/το Διεθνές Κέντρο Τύπου, στην καρδιά του Ευρωπαϊκού συγκροτήματος των Βρυξελλών, έγινε η παρουσίαση της μελέτης The big European sort? The diverging  fortune of European regions» των Christian Odendahl, John Springford, Scott Johnson και Jamie Murray του CER/Centre for European Reform (Κέντρο για την Ευρωπαϊκή Μεταρρύθμιση) .

Πρόκειται για την πρώτη από μια σειρά μελετών του CER, που αποβλέπουν στην ανάλυση των προβλημάτων  της σημερινής Ευρώπης με μακροπρόθεσμη λογική και – το κυριότερο – στην υπόδειξη τρόπων ώστε τα προβλήματα αυτά να ξεπεραστούν. Την στήριξη αυτού του μελετητικού Προγράμματος, που βαφτίστηκε με διάθεση θετικής προοπτικής Growing Together, έχει αναλάβει – παράλληλα με το Bloomberg – η Γιάννα Αγγελοπούλου. Στην παρουσίαση της πρώτης αυτής μελέτης, παρατήρησε ότι «η Ελλάδα έμαθε τι σημαίνει λιτότητα. Όχι ως θεωρία, αλλά σε όρους σκληρής πραγματικότητας. Είδαμε τις ανισότητες να μεγαλώνουν.

Συνεπώς γνωρίζουμε ότι ο δρόμος για το αύριο της Ευρώπης θα πρέπει να είναι η ανάπτυξη όλων – όμως, όλων μαζί. Χρειάζεται  να μάθουμε – και το δίδαγμα από την ελληνική εμπειρία θα πρέπει να είναι πολύτιμο για όλη την Ευρώπη – τις αρνητικές επιπτώσεις που είχε η αναπτυξιακή ανισότητα στην κοινωνική συνοχή, αλλά και στα πολιτικά μας συστήματα». Ειδικά για την Ελλάδα θα χρειαστεί να λειτουργήσουν πρωτοβουλίες, οι οποίες να δίνουν γνήσιο περιεχόμενο στην έννοια της «ανάπτυξης όλων μαζί».

Στην παρουσίαση της μελέτης CER για τις ανισότητες μετέσχαν με σχόλια και παρατηρήσεις η Cincia Alcidi, του Centre for European Policy Studies, ο Joaquin Oliveira Martins του ΟΟΣΑ, η Raquel Ortega Agnes του Birbingham Business School και ο Joaquin Almunia, πρώην Αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και ήδη αρμόδιος για την αξιολόγηση της μετά Μνημονιακής εποπτείας της Ελλάδας για λογαριασμό του ESM. O J. Almunia μίλησε για το πώς η κρίση κατέστρεψε μέσω της λιτότητας ορισμένα από τα κεκτημένα της Πολιτικής Συνοχής της ΕΕ, ενώ στάθηκε στην έλλειψη κοινωνικής διάστασης της Ένωσης που οδηγεί σε ανάδυση του λαϊκισμού λόγω της έλλειψης πολιτικής στήριξης στις περιφέρειες οι οποίες βρέθηκαν σε κρίση. Ένας από τους λόγους αυτής της κοινωνικής ανισότητας είναι και  η μετάβαση από τα εθνικά νομίσματα των ευρωπαϊκών χωρών που συμμετέχουν στην Ευρωζώνη , στο ευρώ που ήταν βέβαια η μεγαλύτερη νομισματική μετάβαση που έχει γίνει ποτέ στον κόσμο.

Αυτή η ιστορία ξεκίνησε  την 7η Φεβρουαρίου του 1992, που υπογράφεται η Συνθήκη του Μάαστριχτ, η οποία άνοιξε το δρόμο για τη δημιουργία ενιαίου ευρωπαϊκού νομίσματος. Η Συνθήκη αυτή ήταν το αποκορύφωμα διαβουλεύσεων σχετικά με την ενίσχυση της οικονομικής συνεργασίας στην Ευρώπη που διήρκεσαν αρκετές δεκαετίες. Με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ ιδρύθηκε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) και το Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών. Ο πρωταρχικός σκοπός της ΕΚΤ είναι η διατήρηση της σταθερότητας των τιμών, δηλαδή η διαφύλαξη της αξίας του ενιαίου νομίσματος. Πέρα από το χρονοδιάγραμμα για την εισαγωγή του ενιαίου νομίσματος, η Συνθήκη θέσπισε κανόνες σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο το ενιαίο ευρωπαϊκό νόμισμα θα λειτουργούσε στην πράξη και όρισε τα κριτήρια ένταξης των χωρών στην ευρωζώνη.

Στο ιστολόγιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας διαβάζουμε τα εξής:

Το Ευρωσύστημα είναι λειτουργικά ανεξάρτητο. Η ΕΚΤ έχει στη διάθεσή της όλα τα μέσα και τις αρμοδιότητες που απαιτούνται για την άσκηση αποτελεσματικής νομισματικής πολιτικής και είναι εξουσιοδοτημένη να αποφασίζει αυτόνομα πώς και πότε θα τα χρησιμοποιήσει. (Όμως) δεν επιτρέπεται στο Ευρωσύστημα να χορηγεί δάνεια σε οργανισμούς της ΕΕ ή εθνικούς δημόσιους φορείς, γεγονός που το προφυλάσσει περαιτέρω από οποιαδήποτε επιρροή ασκούν οι δημόσιες αρχές.

Από το 2008 όμως με την τραπεζική κρίση, αφού μόνο τα κόκκινα δάνεια της ευρωζώνης, είναι πάνω από €900 δις. το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα είναι ο μεγάλος ασθενής.

Αυτό δεν οφείλεται μόνο στο γεγονός στο πώς έχει διαρθρωθεί η Ευρωζωνη και ο ρόλος της ΕΚΤ σ’ αυτή, αλλά στο ότι η ζήτηση είναι πολύ χαμηλή λόγω των προγραμμάτων λιτότητας που είναι η βασική πολιτική των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων αφού τους το επιβάλλει το άκαμπτο Σύμφωνο σταθερότητας. Παλαιότερα είχαμε γράψει ότι το Σύμφωνο σταθερότητας κανονικά θα έπρεπε να λέγεται Σύμφωνο «Αστάθειας των ευρωπαϊκών οικονομιών».

Τώρα με την βίαιη κρίση που προήλθε λόγω του κορονοϊού, γιατί ενώ όλοι μιλούσαν για απλή επιβράδυνση της οικονομίας της Γερμανίας που είναι η ατμομηχανή της Ευρωπαϊκής οικονομίας, αλλά τώρα συνολικά της Ευρώπης των 27 και λόγω της προβλεπόμενης ισχυρής ύφεσης άρχισαν στις Βρυξέλλες να παίρνουν μέτρα ενίσχυσης της οικονομίας αλλά πάντα μέσα στα πλαίσια των Συνθηκών.
Η ρήτρα διαφυγής ναι μεν επιτρέπει τώρα στις χώρες να εκδίδουν ομόλογα χωρίς η Επιτροπή να τους επιβάλλει το πρόστιμο 0,5% του προϋπολογισμού τους λόγω υπέρβασης του Χρέους αλλά από την άλλη πλευρά δεν παύει να αυξάνει το Χρέος του Κράτους-μέλους.

Αυτό συμβαίνει γιατί δυστυχώς δεν είναι η ΕΚΤ ο κεντρικός τραπεζίτης. Γιατί αν ήταν, σε περίπτωση κρίσης θα ήταν ο τελευταίος δανειστής, όπως λέμε στην Οικονομία.

Η Ευρωζώνη είναι αυτοεγκλωβισμένη  μέσα στο νομικό και δημοσιονομικό  της πλαίσιο και έτσι ακόμα και στην περίπτωση bail out ενός Κράτους μπορεί τώρα να ζητήσει βοήθεια βάσει του τροποποιημένου  άρθρου 136 της Συνθήκης της Λισαβόνας μόνο από τον μηχανισμό του ESM που κι αυτό δανείζεται από τις Αγορές.[2] Η αντίφαση είναι ότι η ΕΚΤ ελέγχει μόνο τον πληθωρισμό και κατά συνέπεια την σταθερότητα των τιμών και αφήνει τις Αγορές  στα κερδοσκοπικά τους παιχνίδια.

Υπάρχει βεβαίως μια μοναδική πρόβλεψη για ειδικές περιπτώσεις στο άρθρο 122 παρ. 2 Συνθήκης της Λισαβόνας [3] αλλά μέχρι τώρα κανένα κράτος δεν το επικαλέστηκε και φυσικά αυτό είναι πολιτικά παρεξηγήσιμο.

Εκεί βέβαια που επικεντρώνεται το πρόβλημα της αυτοαποκαλούμενης Ευρωζώνης είναι ότι απλά είναι ένας μηχανισμός σταθερών ισοτιμιών. Γιατί αν υπήρχε πραγματική νομισματική ένωση όλα τα μέλη της θα είχαν κοινό επιτόκιο δανεισμού και αυτόματα δεν θα υπήρχε συζήτηση για έκδοση ενός ευρωομολογου ή κορονωομολογου γιατί σε περίπτωση έκδοσης κρατικών ομολόγων των κρατών- μελών της Ευρωζώνης θα είχαν το ίδιο επιτόκιο δανεισμού. Από την στιγμή όμως που η Ευρωζωνη θα κινείται στο εκκρεμές πλεονασμάτων- ελλειμμάτων των κρατών-μελών της ευρωζωνης θα έπρεπε να εφαρμοστεί το άρθρο IV του καταστατικού του ΔΝΤ περί εποπτείας όχι όμως στην περίπτωση των ελλειμμάτων των κρατών αλλά των πλεονασμάτων τους ώστε να δημιουργηθεί μια δημοσιονομική ισορροπία και κίνητρο επενδύσεων για τα κράτη αυτά.

Σε ομιλία εξ άλλου που έκανε στην Ακαδημία Αθηνών τον Οκτώβριο του 19 ο τότε διοικητής της ΕΚΤ Μάριο Ντράγκι μεταξύ άλλων είχε ο ίδιος παραδεχτεί:

«Η νομισματική ένωσή μας γεννήθηκε ατελής και, στο διάστημα μίας δεκαετίας, αντιμετώπισε μια κρίση την οποία λίγοι θα μπορούσαν να είχαν προβλέψει. Είναι κατανοητό ότι δεν ήταν έτοιμη. Αλλά τώρα γνωρίζουμε τι χρειάζεται για να εξασφαλίσουμε σταθερότητα σε όλες τις χώρες, όπως επίσης γνωρίζουμε τι διακυβεύεται αν καθυστερήσουμε να σταθεροποιήσουμε την ένωση στο σύνολό της. Αυτό οδηγεί μόνο σε μια πιο παρατεταμένη περίοδο εξαιρετικά διευκολυντικών πολιτικών.» https://www.ecb.europa.eu/press/key/date/2019/html/ecb.sp191001_1~5d7713fcd1.el.html
Χωρίς όμως να είναι ικανός να προβλέψει την νέα κρίση του covid-19 η οποία ξανά αποδεικνύει την ανεπάρκεια πολιτικών της ΕΕ.


Ένας μεγάλος διανοητής του 19ου αιώνα ο Αλέξις ντε Τοκβίλ πεπεισμένος ότι η δημοκρατική ιδέα, δηλαδή η ισότητα, αποτελεί αναπόφευκτο γεγονός που σηματοδοτεί το οριστικό τέλος της αριστοκρατίας από την οποία ο ίδιος προερχόταν, ο Τοκβίλ προσπάθησε να βρει τους τρόπους με τους οποίους η ελευθερία θα μπορούσε να συνδυαστεί με τη δημοκρατία. Για τον Τοκβίλ, από τη δημοκρατία μπορεί να προκύψει ένας φοβερός κίνδυνος· είναι δυνατόν, στο όνομα της λαϊκής βούλησης, το Κράτος να συντρίψει κάθε ελευθερία. Για να αποφευχθεί αυτός ο κίνδυνος δεσποτισμού της πλειοψηφίας εις βάρος των μειοψηφιών απαιτούνται μέτρα ταυτοχρόνως πολιτικά (αποκέντρωση, ελευθερία του Τύπου, ενίσχυση των τοπικών ελευθεριών), κοινωνικά (ανάπτυξη των σωματείων) και νομικά (ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας). Η επιχειρηματολογία του Τοκβίλ, η οποία στηρίζεται στη μελέτη των ιστορικών γεγονότων, ακολουθεί μια μέθοδο που θυμίζει τον Μοντεσκιέ, με τον οποίο ο Τοκβίλ συγγενεύει χάρη στην αυστηρά επιστημονική λογική του αλλά και στο λιτό και σαφές ύφος του.

Επίσης ειδική μνεία θα πρέπει να κάνουμε στο βιβλίο του Ετιέν Μπαλιμπάρ, «Ευρώπη: κρίση και τέλος;». Έργο εξαιρετικά επίκαιρο, που αναλύει το σύνθετο πρόβλημα της κρίσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο Μπαλιμπάρ διαπιστώνει ότι η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση αντιμετωπίζει σήμερα μια διαλυτική κρίση που την οδηγεί σε ένα τέλος. Ωστόσο, αυτό το τέλος είναι η στιγμή για μια επαναθεμελίωση της. Προς τούτο χρειάζεται να ενεργοποιηθούν πολιτικοί και κοινωνικοί παράγοντες, ενώ απαιτείται κυρίως η δράση των αποκλεισμένων, για μια νέα επινόηση της δημοκρατίας.


[1].Blackburn, R. (2008), «What is social inequality?», International Journal of Sociology and Social Policy, Vol. 28 No. 7/8, pp. 250-259.

[2].https://www.esm.europa.eu/publications/safeguarding-euro/bailout-bail-towards-new-programme-greece

[3]. Όταν ένα κράτος μέλος αντιμετωπίζει δυσκολίες ή διατρέχει μεγάλο κίνδυνο να αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες, οφειλόμενες σε φυσικές καταστροφές ή έκτακτες περιστάσεις που εκφεύγουν από τον έλεγχό του, το Συμβούλιο, προτάσσει της Επιτροπής, μπορεί να αποφασίσει να του χορηγήσει, υπό ορισμένους όρους, χρηματοδοτική ενίσχυση της Ένωσης. Ο πρόεδρος του Συμβουλίου ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για τη ληφθείσα απόφαση.