Η ευρωπαϊκή και η ελληνική οικονομία το 2026

Του Μελέτη Ρεντούμη

Η ευρωπαϊκή οικονομία εισέρχεται σταδιακά σε μια νέα φάση ωριμότητας,αλλά με σαφώς πιο απαιτητικά χαρακτηριστικά. Μετά από μια πενταετία αλλεπάλληλων κρίσεων, όπως πανδημία, ενεργειακό σοκ, πληθωριστική έκρηξη και σφιχτή νομισματική πολιτική, το 2026 δεν προδιαγράφεται ως έτος εφησυχασμού, αλλά ως έτος επιλογών.

Πρακτικά η εποχή του φθηνού χρήματος και των οριζόντιων προγραμμάτων στήριξης έχει λήξει, ενώ η ευθύνη για τη χρηματοδότηση της ανάπτυξης επιστρέφει, σε μεγάλο βαθμό, στις τράπεζες και στις ίδιες τις επιχειρήσεις. Αυτό αλλάζει ριζικά το επενδυτικό τοπίο σε όλη την Ευρώπη.

Πιο συγκεκριμένα, σε αντίθεση με την προηγούμενη δεκαετία, όπου η νομισματική πολιτική λειτουργούσε ως μόνιμο δίχτυ ασφαλείας, το σημερινό περιβάλλον χαρακτηρίζεται από πιο αυστηρά κριτήρια και μεγαλύτερη επιλεκτικότητα.

Έτσι, η διατήρηση των επιτοκίων σε σχετικά υψηλά επίπεδα, με το επιτόκιο καταθέσεων της ΕΚΤ να εκτιμάται ότι θα παραμείνει κοντά στο 2% έως και το τέλος του 2026, σημαίνει ότι το κόστος κεφαλαίου δεν θα υποχωρήσει εύκολα. Παρότι ο πληθωρισμός έχει επανέλθει κοντά στον στόχο και η ανάπτυξη παραμένει θετική, έστω και υποτονική, οι συνθήκες δεν αφήνουν πολλά περιθώρια για νέες γενικευμένες παρεμβάσεις.

Μάλιστα η συζήτηση στους κόλπους των αγορών έχει αλλάξει χαρακτήρα, καθώς δεν θεωρείται πλέον αυτονόητο ότι η επόμενη κίνηση της ΕΚΤ θα είναι προς τα κάτω, ειδικά αν ανακύψουν νέες πληθωριστικές πιέσεις ή γεωπολιτικές εντάσεις.

Σε αυτό το περιβάλλον, οι επενδύσεις στην Ευρώπη καλούνται να προσαρμοστούν σε μια πραγματικότητα όπου η απόδοση και η βιωσιμότητα προηγούνται της ταχύτητας. Τα έργα που βασίζονταν σε χαμηλό κόστος δανεισμού και σε προσδοκίες εύκολης χρηματοδότησης δυσκολεύονται πλέον να σταθούν.

Αντίθετα, προτεραιότητα αποκτούν επενδύσεις με σαφές επιχειρηματικό μοντέλο, σταθερές ταμειακές ροές και ανθεκτικότητα σε μεταβολές των επιτοκίων. Αυτό ευνοεί κλάδους όπως η ενέργεια, οι υποδομές, η ψηφιοποίηση και η αμυντική βιομηχανία, αλλά ταυτόχρονα περιορίζει τη διάθεση για ρίσκο σε τομείς με αβέβαιη απόδοση ή υπερβολική μόχλευση.

Η τραπεζική χρηματοδότηση επανέρχεται στο προσκήνιο, όχι όμως με τους όρους του παρελθόντος. Οι ευρωπαϊκές τράπεζες είναι σαφώς πιο ισχυρές κεφαλαιακά, αλλά και πιο αυστηρές στις αξιολογήσεις τους. Η πιστωτική επέκταση δεν είναι πια ζήτημα ποσοτικό, αλλά ποιοτικό.

Αυτό σημαίνει ότι η ανάπτυξη δεν θα είναι ομοιόμορφη, αλλά άνιση, ευνοώντας χώρες και επιχειρήσεις που μπορούν να αποδείξουν αξιοπιστία, παραγωγικότητα, ανταγωνιστικότητα και στρατηγική κατεύθυνση.

Για την Ελλάδα, αυτή η μετάβαση έχει ιδιαίτερη σημασία. Από τη μία πλευρά, η χώρα έχει βελτιώσει θεαματικά τη μακροοικονομική της εικόνα, έχει ανακτήσει την επενδυτική βαθμίδα και διαθέτει ένα τραπεζικό σύστημα πολύ πιο υγιές σε σχέση με το παρελθόν, ενώ από την άλλη πλευρά, η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από μικρό μέγεθος επιχειρήσεων, περιορισμένη παραγωγική βάση και υψηλή εξάρτηση από συγκεκριμένους τομείς, όπως ο τουρισμός και οι υπηρεσίες. Είναι προφανές πως σε συνθήκες υψηλού κόστους χρήματος, αυτές οι αδυναμίες γίνονται πιο εμφανείς.

Πλέον η πρόκληση για την Ελλάδα δεν είναι απλώς να συνεχίσει να προσελκύει επενδύσεις, αλλά να κατευθύνει το επενδυτικό ενδιαφέρον σε δραστηριότητες που αυξάνουν την παραγωγικότητα και δημιουργούν διατηρήσιμη αξία. Οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης λειτουργούν ακόμη ως σημαντικός καταλύτης, όμως δεν μπορούν να υποκαταστήσουν επ’ αόριστον την ιδιωτική χρηματοδότηση. Καθώς τα ευρωπαϊκά κονδύλια σταδιακά περιορίζονται, το βάρος μεταφέρεται στην ικανότητα της οικονομίας να σταθεί στα πόδια της, να καινοτομήσει και να εξάγει προστιθέμενη αξία.

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, το 2026 διαφαίνεται ως χρονιά χαμηλής αλλά πιο ουσιαστικής ανάπτυξης. Η απουσία φθηνού χρήματος λειτουργεί περιοριστικά βραχυπρόθεσμα, αλλά ταυτόχρονα επιβάλλει μια αναγκαία πειθαρχία. Η Ευρώπη καλείται να επιλέξει αν θα κινηθεί προς ένα μοντέλο ανάπτυξης βασισμένο στην ποιότητα, στην τεχνολογική αναβάθμιση και στη στρατηγική αυτονομία ή αν θα εγκλωβιστεί σε μια παρατεταμένη στασιμότητα, προσπαθώντας να αναβιώσει εργαλεία του παρελθόντος.

Συμπερασματικά, η νέα εποχή χωρίς φθηνό χρήμα και χωρίς γενικευμένα προγράμματα στήριξης δεν σηματοδοτεί το τέλος της ανάπτυξης, αλλά το τέλος των εύκολων λύσεων.

Με βάση τα παραπάνω, για την Ευρώπη και ιδιαίτερα για την Ελλάδα, το στοίχημα του 2026 δεν είναι το ύψος της ανάπτυξης, αλλά η ποιότητά της. Όσες οικονομίες καταφέρουν να προσαρμοστούν σε αυτή τη λογική, επενδύοντας στην ανθεκτικότητα και στην παραγωγικότητα, θα είναι εκείνες που θα βγουν ισχυρότερες από αυτή τη σταδιακή αλλά κρίσιμη μετάβαση.

Ο Μελέτης Ρεντούμης είναι οικονομολόγος τραπεζικός