Η μάχη για το ΚΙΝΑΛ: Ο Μητσοτάκης απέτυχε να το ποδηγετήσει και ταπεινωμένος έδωσε το σύνθημα: επίθεση στον Ανδρουλάκη

Του Γ. Λακόπουλου

Προβεβλημένος αρθρογράφος φιλοκυβερνητικής εφημερίδας επικρίνοντας τον Νίκο Ανδρουλάκη -που δεν σύρεται στις επιλογές Μητσοτάκη στο σκάνδαλο Νοβάρτις και στον καυγά με τον Πολάκη- αναφέρει επί λέξει:

«Εξ όσων γνωρίζουμε το ΚΙΝΑΛ δεν είναι αντιπολιτευτικό κόμμα…».

Αν δεν πρόκειται περί δαίμονος του πληκτρολογίου, είναι αποκάλυψη των δαιμόνων που δεν έχουν τόπο να σταθούν.  Από την ώρα που ο πρόεδρος του ΚΙΝΑΛ δεν συμμορφώθηκε στην  πρόσκληση -εντολή του Μητσοτάκη: «Έλα, να τα πούμε».

Δεν πήγε και ούτε πρόκειται.  Προφανώς αντιλαμβάνεται ότι είναι αρχηγός του τρίτου κόμματος της Βουλής και όχι τοποτηρητής του Νεομητσοτακισμού σε δορυφορικό σχήμα.

Ο Νίκος Ανδρουλάκης  έχει το κομματικό ένστικτο να ερμηνεύσει τη  βούληση των ψηφοφόρων του ΚΙΝΑΛ: αν ήθελαν συμπλήρωμα του Μητσοτάκη, θα ψήφιζαν Λοβέρδο. 

Η επιλογή στο πρόσωπο του ισοδυναμεί με εντολή επαναφοράς του κόμματος στις ιδρυτικές ράγες του.

Η εδραίωση της θέσης του στη Δημοκρατική Παράταξη προϋποθέτει σύγκρουση με τη Δεξιά.

Η διεύρυνση της επιρροής του στην κοινωνία  κλιμάκωση  της αντιπολιτευτική δράση του για να φύγει η χειρότερη κυβέρνηση από τη Μεταπολίτευση.

Η διατύπωση «δεν είναι αντιπολιτευτικό κόμμα» υποδηλώνει  – ανεξάρτητα από τις προθέσεις του αρθρογράφου-ότι στο σύστημα Μητσοτάκη προεξοφλούσαν τον Ανδρουλάκη χωρίς να τον ρωτήσουν.

Ουσιαστικά πίστευαν ότι θα τον χειραγωγήσουν για «υπεύθυνη αντιπολίτευση».

Συνήθεια από την εποχή Σημίτη, όταν πολλά στο Μέγαρο Μαξίμου και το ΠΑΣΟΚ λειτουργούσαν καθ’ υπόδειξη.

Το Κινάλ και το ΠΑΣΟΚ

Το ΚΙΝΑΛ καταπονήθηκε πρωτίστως από την μεταγλώττιση από ΠΑΣΟΚ σε ΚΙΝΑΛ.

Την ξεκίνησε ο Βαγγέλης Βενιζέλος και την ολοκλήρωσε η Φώφη Γεννηματά, στο έδαφος που καλλιέργησε ο Γ. Παπανδρέου.

Έτσι το ΠΑΣΟΚ έχασε την δύναμη του ως φορέας αλλαγής κόντρα στη ΝΔ και τις παραφυάδες της στη Διαπλοκή. Αντίθετα όπως και ΠΑΣΟΚ λειτούργησε ως παραφυάδα της Διαπλοκής.

Αυτό στη συνείδηση των εκατομμυρίων πολιτών που το ανάδειξαν  ισοδυναμούσε με απώλεια ιδεολογικής ταυτότητας και πολιτικού προσανατολισμού.

Μετακινήθηκαν σε ό,τι πλησιέστερο υπήρχε στο κανονικό ΠΑΣΟΚ -που είναι το ιστορικό ΠΑΣΟΚ- υπό την επήρεια της χαρισματικής προσωπικότητας του Τσίπρα.

Τα λάθη των κυβερνήσεων ΣΥΡΙΖΑ και η μετά το 2019 αδράνεια μετασχηματισμού του -υπό την ασυδοσία του λεγομένου 3%- θα είχαν  δημιουργήσει σε πολλούς ψηφοφόρους του διαθέσεις επαναπατρισμού.

Το απέτρεψε το ότι στη μαρκίζα αντί για το ΠΑΣΟΚ υπάρχει η ερμαφρόδιτη επιγραφή «ΚΙΝΑΛ» με την επαμφοτερίζουσα ιδεολογία και την πολιτική χωρίς πυξίδα. Ως  τώρα τουλάχιστον.

Η πρόσφατη ενδοκομματική αναμέτρηση κρίθηκε με βάση συγκεκριμένο  δίλημμα.

Από τη μια υπήρχε ο αδιάντροπος φιλομητσοτακισμός και η κληρονομική  κουλτούρα του αδιόρθωτου νεοπαπανδρεϊσμού.

Από την άλλη η επιλογή Ανδρουλάκη. Ως σάρκα εκ της σαρκός του ΠΑΣΟΚ εκπροσωπούσε την ανάκτηση των ιδρυτικών χαρακτηριστικών.

Η επιστροφή στις ράγες του οδηγεί σε ενδοπαραταξιακή αναδιανομή, στο πλαίσιο της επιδίωξης να ηττηθεί ο Μητσοτάκης. Τα υπόλοιπα θα είναι θέμα συζητήσεων με τον Τσίπρα.

Η επιστροφή στις ράγες του ΠΑΣΟΚ

Αν το ΚΙΝΑΛ πάψει να είναι «αντιπολιτευτικό» κόμμα το εγχείρημα θα προδοθεί ξανά από μέσα.

Δεν θα συμβεί αν ο Ανδρουλάκης κρατήσει μακριά τους δαίμονες-όπως κάνει.

Είναι αυτό που ανάγκασε τον Μητσοτάκη να του επιτεθεί ταπεινωμένος στη Βουλή- παρότι δεν ήταν παρών για να του απαντήσει. Την πλήρωσε και ο Βενιζέλος για τον οποίο κάποιοι νομίζουν ότι έχει του χεριού του τον νέο πρόεδρο του ΚΙΝΑΛ 

Όπως δεν ΄ήταν εκεί για να απαντήσει στον Άδωνι που ανέλαβε ως εντεταλμένος του Πρωθυπουργού να τα «εκλαϊκεύσει»- αποκαλύπτοντας το πρόβλημα του Νεομητσοτακισμού- που μένει με δεκανίκι τον Βελόπουλο.

Εάν ο Ανδρουλάκης δείξει χαρακτήρα ως τις εκλογές, μπορεί να γίνει στόχος της συνήθους κομπανίας του Μεγάρου Μαξίμου στα ΜΜΕ για να φορτιστεί αρνητικά το όνομά του, παρότι ως τώρα τον εκθείαζαν.

 Αλλά θα κερδίσει τον σεβασμό και την αναγνώριση της Δημοκρατικής Παράταξης. Είναι σαφές τι πρέπει να επιδιώκει ένας πολιτικός.