Η μία ψήφος, που αναζητά ο Αλέξης Τσίπρας, τα τρικ των δημοσκοπήσεων, η «δημοκρατική παράταξη» και το κομμάτι που λείπει

Toυ Νίκου Λακόπουλου

Για όσους περίμεναν η προγραμματική συνδιάσκεψη του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ να είναι ένα «ξεκαθάρισμα λογαριασμών» που θα οδηγούσε το κόμμα σε εσωστρέφεια ήταν μια απογοήτευση.

Ο Αλέξης Τσίπρας χαρακτήρισε την Προγραμματική Συνδιάσκεψη ως «μια νέα αρχή για το κόμμα μας, απαρχή μιας νέας πορείας προς στο λαό, απαρχή μιας νέας, δύσκολης αλλά ωραίας μάχης με έναν και μοναδικό στόχο: Να νικήσουμε τη κυβέρνηση της Δεξιάς του κου Μητσοτάκη«.

Αυτή η νέα «πορεία προς το λαό» βρίσκει το κόμμα του ενωμένο και ισχυρό ώστε να μπορεί να διεκδικήσει τη νίκη- έστω με μία ψήφο διαφορά, όπως είπε- «όταν με το καλό έρθει η ώρα, που δε θα είναι πολύ μακριά από ό,τι φαίνεται, και στην κάλπη των επόμενων εκλογών».

«Είμαστε πιο ώριμοι από κάθε άλλη φορά.  Γιατί μάθαμε από τα λάθη μας. Είμαστε πιο ταπεινοί». «Εφόσον ο ΣΥΡΙΖΑ είναι η πρώτη δύναμη στις επόμενες εκλογές, η χώρα την επόμενη ημέρα θα έχει μια νέα ισχυρή προοδευτική κυβέρνηση. Με μια νέα προοδευτική κυβέρνηση που θα κλείσει την παρένθεση της παρακμής».

Βέβαια «ο μόνος τρόπος να ανταποκριθεί ο ΣΥΡΙΖΑ στις απαιτήσεις των καιρών είναι να ανοίξει τις πόρτες του και να διευρύνει τις γραμμές του με τα πιο ζωντανά και δημιουργικά κομμάτια της κοινωνίας μας» όπως είπε, αλλά «για να κερδίσουμε το κέντρο πρέπει να στρίψουμε αριστερά».

Χα! Εδώ -με δεδομένο ότι θα γίνουν για πρώτη φορά τα τελευταία πολλά χρόνια εκλογές με απλή αναλογική- θα πρέπει να πάρουμε χαρτί και μολύβι. Η Νέα Δημοκρατία δεν θα μπορεί να σχηματίσει κυβέρνηση μόνη της και ο Κυριάκος Μητσοτάκης έκανε σαφές πως θα πάει σε νέες εκλογές για το μπόνους που θα τον κάνει -όπως πιστεύει- κυβέρνηση ίσως και με μεγαλύτερο ποσοστό από ό,τι πήρε στις προηγούμενες. Δύο Χα.

Η απάτη των δημοσκοπήσεων

Πιθανόν αυτή η βεβαιότητα που θα φέρει τις εκλογές πριν το τέλος της τετραετίας να είναι ο λάκκος στον οποίο θα πέσει: οι δημοσκοπήσεις μπορεί να δείχνουν τι θα ψήφιζαν τώρα οι ψηφοφόροι, αλλά όχι τι θα ψηφίσουν σε κείνες τις συνθήκες- που θα γίνουν οι εκλογές: ακόμα και αν δεν χάσει ψηφοφόρους από τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, όπως δείχνουν οι δημοσκοπήσεις, η χαλαρή ψήφος λόγω απλής αναλογικής προς τα οχτώ κόμματα και κομματίδια προς τα δεξιά του μπορεί να τον φέρει χωρίς να το καταλάβει στη δεύτερη θέση.

Προφανώς αυτό θα ανατρέψει όλα τα δεδομένα για τις πιθανές διπλές εκλογές -δεδομένου ότι ένα ποσοστό 7-8% ψηφίζει την τελευταία στιγμή το …πρώτο κόμμα. Αυτός είναι ο βρόμικος ρόλος των δημοσκοπήσεων που μετατρέπουν μια αμφίρροπη εκλογική αναμέτρηση σε παιχνίδι με σημαδεμένη τράπουλα.

Αυτή είναι και η αχίλειος πτέρνα του ΣΥΡΙΖΑ -που με ένα ποσοστό 32% που πήρε στις εκλογές είναι πολύ κοντά στο να γίνει η επόμενη κυβέρνηση από την ευάλωτη Νέα Δημοκρατία του Μητσοτάκη -που ωστόσο εμφανίζεται με διάφορα τρικ να είναι πιο ενισχυμένη μετά τις εκλογές -με αποδείξεις, πίνακες, πίτες και κολώνες.

Ένα από αυτά τα τρικ είναι η λεγόμενη «αναγωγή» που αν δεν την κάνει η εταιρεία δημοσκοπήσεων την κάνει το κανάλι που παρουσιάζει την έρευνα και υποθέτει ότι οι αναποφάσιστοι θα κατανεμηθούν αναλογικά στα κόμματα κι έτσι το 33 ή 36% θα γίνει πάλι 40% -άρα η κυβέρνηση Μητσοτάκη θα είναι η μόνη στην Ιστορία που δεν έχει φθορά, αλλά παραμένει δημοφιλής ακόμα και όταν παίρνει αντιδημοφιλή μέτρα.

Το τρικ της «δημοφιλίας» πότε με την χρήση του «Κανένα», πότε ως αναμέτρηση δύο μονομάχων, ενώ τα κόμματα είναι περισσότερα, που βγάζει τον Μητσοτάκη πολύ πιο δημοφιλή από τον Τσίπρα ή τον αγαπημένο των ψηφοφόρων του Κινάλ είναι η μεγαλύτερη απάτη δημοσκοπήσεων σαν κι αυτή που προσδιόρισε με ακρίβεια ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν παίρνει 24%, όπως δείχνουν άλλες, αλλά 19,99 -δηλαδή κάτω από 20%.

Ακόμα και αν οι ψηφοφόροι του Κινάλ -πρώην ΠΑΣΟΚ- είναι γοητευμένοι από έναν Μητσοτάκη, αυτό δεν σημαίνει ότι θα ψηφίσουν Νέα Δημοκρατία. Ακόμα και αν η δημοφιλία του Μητσοτάκη φτάσει το …70% αυτό δεν σημαίνει ότι θα πάρει το ίδιο ποσοστό το κόμμα του. Και όταν γίνουν οι εκλογές ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θα κινηθεί στα ποσοστά της δημοφιλίας του αρχηγού του, αλλά ένα αόρατο για τις δημοσκοπήσεις ποσοστό θα εμφανισθεί ξαφνικά να τις διαψεύσει.

Η μάχη στις εκλογές τελικά δεν θα κριθεί από το πόσους ψηφοφόρους θα αποσπάσει το ένα κόμμα από το άλλο -που καμμιά φορά μπορεί να είναι λίγες δεκάδες χιλιάδες- αλλά από το ποσοστό της αποχής ή καλύτερα από τις δεκάδες χιλιάδες ψηφοφόρους που συμμετείχαν στις προηγούμενες εκλογές και τώρα απέχουν ή απείχαν και τώρα συμμετέχουν.

Από αυτή την πλευρά ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ όταν εμφανισθεί στις εκλογές -άγνωστο ακόμα με πόσα άλλα κόμματα- θα διεκδικήσει ψήφους από δεξαμενές τόσο των απογοητευμένων από τη Νέα Δημοκρατία, που σύμφωνα με τις συνήθεις δημοσκοπήσεις δεν υπάρχουν, τον «μεσαίο χώρο» της Κεντροαριστεράς στην οποία ανήκει η μεγάλη πλειοψηφία και των απογοητευμένων από τον ίδιο τον ΣΥΡΙΖΑ -τον παλιό ΣΥΡΙΖΑ- που σύμφωνα με τον Αλέξη Τσίπρα δεν υπάρχει πια.

Η μία ψήφος που αναζητά ο Αλέξης Τσίπρας

Για διάφορους λόγους στην Ελλάδα τα κόμματα δεν επιχειρούν συνήθως θα έλθουν από το μέλλον, αλλά να «διορθώσουν» το παρελθόν. Οι ψηφοφόροι ψηφίζουν κυρίως αρνητικά για να φύγει κάποιος κι ας έρθει όποιος νάναι – που συχνά έχει το επώνυμο κάποιου άλλου για τον οποίον ψήφισαν να φύγει.

Η νίκη του ΠΑΣΟΚ του 1981 ήταν μια ρεβάνς για την ήττα στη Βάρκιζα, αλλά πάλι τριανταπέντε χρόνια μετά ο ΣΥΡΙΖΑ και ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας έλεγε εμείς «δεν θα πάμε σε νέα Βάρκιζα». Τι συμβαίνει σ΄αυτή τη χώρα που πανηγυρίζει για ανύπαρκτες νίκες κι όλο οδηγείται σε νέες ήττες;

Οι ψηφοφόροι είναι αντιδεξιοί, αντικομμουνιστές, αντικαραμανλικοί και πάντα «αντί» και η Αριστερά -στην μεγάλη της έννοια- αντί για μια πρωτοποριακή ηγεμονία σέρνεται πίσω από την ήττα για να πάρει την ρεβάνς. Τελικά γίνεται ένας συμβιβασμός και γίνονται όλοι …κεντρώοι.

Η πατέντα του «κεντρώου», που οφείλεται στον Εμφύλιο, μπορεί να υποκρύπτει τόσο έναν «κεντροδεξιό», όσο και έναν «κεντροαριστερό» -με ένα τρόπο που εξέφρασε περισσότερο από κάθε άλλον ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης. Η σύγχυση γίνεται τέλεια όταν ο γενάρχης της Νέας Δημοκρατίας είναι ο Βενιζέλος- κατά τον Κυριάκο Μητσοτάκη- και οι ψηφοφόροι του Κινάλ λατρεύουν τον γιο του Αποστάτη.

Τελικά ο συνεκτικός ιστός ενός κόμματος εξουσίας -που οφείλει να είναι πολυσυλλεκτικό και ιδεολογικά ασαφές δεν είναι ο ηγέτης, αλλά η ίδια η εξουσία. Αν αυτός ο συρφετός υποψιασθεί ότι το κόμμα του δεν θα ξαναδεί εξουσία ή δεν την μετατρέψει σε άμεσο όφελός του, το κόμμα συρρικνώνεται στο ελάχιστο των «ιδεολόγων» του.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης γνωρίζει μάλλον παιδιόθεν ότι έτσι παίζεται το παιχνίδι όταν φτιάχνει το «μητρώο στελεχών» και υπόσχεται πολλές και καλές δουλειές. Γνωρίζει τι κάνει όταν λέει «τσίμπα 150 ευρώ» ή όταν περιοδεύει στον λαό και ρωτά αν πήραν τα λεφτά που τους έστειλε.

Πρόκειται για μια αναμέτρηση του κυνισμού με τον ρομαντισμό σε μια εποχή που η οικονομική κατάρρευση αλλάζει το ταξικό πεδίο και γεννά πολίτες δεύτερης και τρίτης κατηγορίας που δεν έχουν καμμιά διάθεση να αντιδράσουν ή ακόμα και να πάνε να ψηφίσουν.

Περίπου εφτά εκατομμύρια πήγαν το 2009 να πάνε να ψηφίσουν τα τρία από αυτά ΠΑΣΟΚ και Γιώργο Παπανδρέου. Δέκα χρόνια μετά πήγαν 1.300.000 λιγότεροι. Το 40% του Μητσοτάκη σχηματίζεται με 800.000 ψηφοφόρους λιγότερους από ό,τι έπαιρνε ο Κώστας Καραμανλής και το κόμμα των τριών εκατομμυρίων ψηφοφόρων, το ΠΑΣΟΚ έχει πέσει πια στο ένα έκτο της δύναμής του.

Ωστόσο αν αθροίσουμε τα ποσοστά ΣΥΡΙΖΑ και Κινάλ, κι αν βάλουμε και το Μέρα 25 μέσα, από την άλλοτε μεγάλη δημοκρατική παράταξη του 62% -με τα κομμουνιστικά κόμματα, λείπει ένα μεγάλο κομμάτι -πολύ μεγάλο κι άλλοτε πολύ δυναμικό.

Μάλλον σ΄αυτό πρέπει να απευθυνθεί ο Αλέξης Τσίπρας. Πρόκειται για έξι εκατομμύρια πολίτες που δεν είναι πια όλοι ψηφοφόροι. Κάπου εκεί μέσα θα βρει και τη μία ψήφο που ψάχνει για να βγει το κόμμα του πρώτο. Δεν μπορεί, αν βγει από την Κουμουνδούρου -και την λογική του κόμματος -φρούριο, μπορεί να συναντήσει αυτόν τον ψηφοφόρο σε μικρότερη ακτίνα από όσο νομίζει.