Τρίτη 22 Αυγούστου 2017 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Η μεγάλη αναμέτρηση: Ποιοι συγκρούονται αυτή την περίοδο και γιατί

Του Γ. Λακόπουλου

Αν πάρουμε τοις μετρητοίς την επικοινωνιακή ατμόσφαιρα που διαμορφώνουν τα ΜΜΕ που ανήκουν σε συγκεκριμένους επιχειρηματίες και διατηρούν ορατή σχέση με τη ΝΔ και μικρότερα κόμματα της αντιπολίτευσης η χώρα καταστρέφεται.

Η οικονομία καταρρέει, οι επιχειρήσεις κλείνουν, το κράτος διαλύεται, η Δικαιοσύνη και η Ελευθεροτυπία απειλούνται, οι άνθρωποι απελπίζονται και ελπίζουν σε κυβερνητική μεταβολή. Ήτοι να φύγει ο Τσίπρας και να έλθει ο Μητσοτάκης για να βάλει τα πράγματα στη θέση τους.

Αν λάβουμε υπόψη τις κυβερνητικές θέσεις, αλλά και τις τοποθετήσεις εκπροσώπων των διεθνών οργανισμών, των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων και των κοινοτικών οργάνων, για πρώτη φορά μετά από οκτώ χρόνια η Ελλάδα είναι συνεπής στην εκπλήρωση των υποχρεώσεων της και μπαίνει στον δρόμο εξόδου όχι μόνο από τα Μνημόνια αλλά και από την κρίση που η ίδια προκάλεσε στον εαυτό της.

Στην πραγματικότητα αυτές οι δυο αντιφάσκουσες παρουσιάσεις της σημερινής Ελλάδας αντικατοπτρίζουν μια μεγάλη σύγκρουση που βρίσκεται σε εξέλιξη – όχι για πρώτη φορά επί Τσίπρα, καθώς προηγήθηκαν ο Α. Παπανδρέου και ο Κ. Καραμανλής.

Ανάμεσα σε μια ομάδα επιχειρηματιών από τη μια πλευρά και την κυβέρνηση από την άλλη, εξελίσσεται μια αναμέτρηση που ισοδυναμεί με σύγκρουση ανάμεσα στην πολιτική και την κρατικοδίαιτη οικονομία. Σ’ αυτό το σκηνικό η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ παίρνουν το μέρος των επιχειρηματιών.

Στόχος το δημόσιο χρήμα

Αυτή η ομάδα διαμορφώθηκε στα πλαίσια της Μεταπολίτευσης, ιδίως μετά την ένταξη της χώρας στην κοινοτική Ευρώπη. Τον αρχικό πυρήνα της αποτέλεσαν εργολάβοι και προμηθευτές του δημοσίου, εκδότες και τραπεζίτες. Ο στόχος ήταν να προσποριστούν, με τους δικούς τους όρους, το δημόσιο χρήμα: τα κονδύλια του κρατικού προϋπολογισμού, τις κοινοτικές εισροές και τον τραπεζικό δανεισμό.

Για να το πετύχουν έπρεπε να ελέγχουν την πολιτική εξουσία. Στην αρχή έθεσαν υπό την προστασία τους βουλευτές και υπουργούς, συμβάλλοντας με χρήμα και προβολή στην ανάδειξη τους. Αλλά η εξουσία στην Ελλάδα είναι πρωθυπουργοκεντρική.

Με ήττα του Τσίπρα θα κυριαρχήσουν εκ νέου οι -ενίοτε κακόφημες – δυνάμεις της διαπλοκής με ό,τι σημαίνει αυτό. Αν η κυβέρνησή του καταφέρει να επιβάλει την εξουσία της πολιτικής – οπότε θα κυβερνάει ο πρωθυπουργός: σήμερα είναι Τσίπρας, αύριο άλλος – η χώρα θα κάνει μεγάλο θεσμικό βήμα.

Ποιος τολμούσε όμως να σηκώσει το τηλέφωνο και να προβάλει τέτοιες αξιώσεις τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, ή στον Ανδρέα Παπανδρέου; Είχαν πρόσβαση στις κυβερνήσεις τους αλλά όχι στους ιδίους.

Πώς κατασκευάζεται ένας πρωθυπουργός

Γι’ αυτό αποφάσισαν να κατασκευάσουν έναν δικό τους πρωθυπουργό, επενδύοντας σε δυο πολιτικούς και στις δύο πολιτικές παρατάξεις: τον Κ. Σημίτη από το ΠΑΣΟΚ και τον Μιλτ. Έβερτ από τη ΝΔ. Η αποδυνάμωση του Ανδρέα Παπανδρέου με το σκάνδαλο Κοσκωτά και την ασθένεια του, διευκόλυναν τις επιδιώξεις τους.

Όλα βάδιζαν σύμφωνα με το σχέδιο καθώς στο οπλοστάσιο τους εκτός από το χρήμα και τις εφημερίδες προστέθηκε και η τηλεόραση, την οποία υφάρπαξαν, χωρίς να καταβάλουν το αντίστοιχο τίμημα για τις συχνότητες, χωρίς καν κανονικές άδειες εκπομπής και κυρίως χωρίς έλεγχο.

Η σύμπραξη των ισχυρών εκδοτών με ισχυρούς επιχειρηματίες που έκαναν δουλειές με το κράτος κατέστησε αυτή την ομάδα πανίσχυρη.

Όλα βάδιζαν σύμφωνα με το σχέδιο καθώς στο οπλοστάσιο τους εκτός από το χρήμα και τις εφημερίδες προστέθηκε και η τηλεόραση, την οποία υφάρπαξαν, χωρίς να καταβάλουν το αντίστοιχο τίμημα για τις συχνότητες

Το σχέδιο να αποκτήσουν πρωθυπουργό της επιλογής τους προχωρούσε, μέχρι που προέκυψε μια εμπλοκή: βρέθηκαν απέναντι ο Σημίτης με τον Έβερτ. Επελέγη ο πρώτος, καθώς το δικό του κόμμα βρισκόταν στην εξουσία εκείνη τη στιγμή, αλλά και γιατί ήταν περισσότερο δεκτικός στις πιέσεις και τα… «αιτήματα».

Το σχέδιο μετονομάσθηκε «εκσυγχρονισμός» και επικράτησε το 1996. Ο Σημίτης εξελέγη πρωθυπουργός και δια του κράτους έγινε και πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ – χωρίς να το έχει οδηγήσει ως εκείνη τη στιγμή σε καμία πολιτική μάχη και καμία πολιτική νίκη. Το ίδιο κόμμα αλώθηκε στη συνέχεια από τις ίδιες δυνάμεις που θεωρούσαν ότι έχουν δικαίωμα ακόμη και να του επιβάλουν ηγεσία…

Επακολούθησε πάρτι: κοινοτικό χρήμα, κρατικά κονδύλια, τραπεζικό χρήμα κατευθύνθηκε σωρηδόν εκεί που «έπρεπε» και όπως έπρεπε. Το ίδιο και το ιδιωτικό χρήμα με το κόλπο του Χρηματιστηρίου που οργάνωσε μια ομάδα υπουργών, μια ομάδα τραπεζιτών και μια ομάδα επιχειρηματιών. Ήταν η πιο βίαιη αναδιανομή εισοδήματος από τους πολλούς στους λίγους.

Εξελίχθηκε παράλληλα με ένα πρωτοφανές όργιο αθέμιτου πλουτισμού στο κέντρο και την περιφέρεια, στην κορυφή και στη βάση, στο οποίο πήραν μέρος πολιτικοί, επιχειρηματίες, δημοσιογράφοι, εργολάβοι, μεσολαβητές, μιζαδόροι, «σύμβουλοι» και πάσης φύσεως τυχοδιώκτες που διαμόρφωσαν μια κάστα νεόπλουτων που ορκίζονταν στον «εκσυγχρονισμό» και τον Σημίτη.

Ο «αγροίκος πλούτος» που έλεγε ο αείμνηστος Αδαμάντιος Πεπελάσης, δεν δίσταζε να προβάλει προκλητικά τα σύμβολα της ισχύος του.

Η άρνηση του Καραμανλή

Χωρίς να υπάρξει κανένας απολύτως εκσυγχρονισμός σε τίποτε και με προπέτασμα καπνού την κακοργανωμένη ένταξη στο ευρώ -που είχε αποφασίσει η κυβέρνηση Παπανδρέου- η σήψη και η διαφθορά ξεχείλωσαν, μέχρι που το πάρτι τέλειωσε με δυσάρεστο τρόπο. Το 2004 επικυρώθηκε με εκλογική ήττα, αλλά όχι του Σημίτη: έστριψε δια του αρραβώνος με τον Γ. Παπανδρέου.

Γνωρίζοντας τι συμβαίνει, αλλά και από χαρακτήρα ο Κ. Καραμανλής αρνήθηκε ως νέος πρωθυπουργός να παίξει το ίδιο παιχνίδι και έβγαλε στο ξέφωτο την παρακυβέρνηση με τον ιστορικό χαρακτηρισμό «νταβατζήδες».

Ήταν ακόμη ισχυροί και η προσπάθεια του να τους αφαιρέσει το «φονικό όπλο» της τηλεόρασης με το νόμο για το βασικό μέτοχο απέτυχε – παρότι ο νόμος αργότερα δικαιώθηκε. Κυρίως γιατί το εγχείρημα πουλήθηκε από μέσα: είχαν ήδη τις δικές τους οριζόντιες «κοινοβουλευτικές ομάδες» στα κόμματα – ειδικά στο ΠΑΣΟΚ που τους στήριξε σύσσωμο.

Η ακρισία του Γ. Παπανδρέου – που τον έκανε έρμαιο στα χέρια τους, παρότι προτιμούσαν τον Βενιζέλο – η οικονομική κρίση, αλλά και η ανεπάρκεια και εξάρτηση μέρους του πολιτικού προσωπικού της ΝΔ από τους «νταβατζήδες» οδήγησε τις κυβερνήσεις Καραμανλή σε αδιέξοδο και εκλογική ήττα. Άφησαν βαριά δημοσιονομική κληρονομιά, χωρίς να πετύχουν τους δυο βασικούς στόχους του: επανίδρυση του κράτους και τιμωρία της διαφθοράς.

Ο εκλεκτός του 1993

Το σύστημα ξαναπήρε τον έλεγχο των εξελίξεων αλλά η τάση αυτονόμησης του Παπανδρέου ως πρωθυπουργού πλέον – για άλλους λόγους – και η ανικανότητα να διαχειριστεί το δημοσιονομικό πρόβλημα που παρέλαβε, οδήγησαν τη χώρα στα Μνημόνια και τον διεθνή οικονομικό έλεγχο.

Η νέα κατάσταση εκτός από την αφαίρεση από τη κοινωνία όσων έδιναν αβασάνιστα και αφειδώς ως τότε οι κυβερνήσεις και την απώλεια εθνικής κυριαρχίας – αφού η χώρα κυβερνάται από τη τρόικα από το 2010 – έχει ως συνέπεια και την απώλεια ισχύος για τους ολιγάρχες.

Η ακρισία του Γ. Παπανδρέου, η οικονομική κρίση, αλλά και η ανεπάρκεια και εξάρτηση μέρους της ΝΔ από τους «νταβατζήδες» οδήγησε τις κυβερνήσεις Καραμανλή σε αδιέξοδο και εκλογική ήττα

Μπόρεσαν πάντως να αναδείξουν στην πρωθυπουργία τον ίδιο άνθρωπο που είχαν χρησιμοποιήσει το 1993 για να εκκαθαρίσουν τους εσωτερικούς λογαριασμούς τους με τον Κώστα Μητσοτάκη.

Ωστόσο η διαπλοκή – κατά τον όρο του Μητσοτάκη – είχε πάρει την κάτω βόλτα και στο προσκήνιο εμφανίζεται το αδιανόητο: να κυβερνήσει η Αριστερά με επικεφαλής έναν νεαρό που έχει εμφανιστεί στον δημόσιο βίο μόλις λίγα χρόνια νωρίτερα.

Η γάτα Ιμαλαϊων και ο πόλεμος στον Τσίπρα

Η πρώτη αντίδραση ήταν να τον προσεταιριστούν. Αλλά ο Αλέξης Τσίπρας δεν τσίμπησε το δόλωμα «μαζί θα κυριαρχήσουμε για πολλά χρόνια» και αρνήθηκε να συμπράξει με τους απεσταλμένους του συστήματος, όπως ξέρουν και οι γάτες Ιμαλαϊων.

Από εκείνη τη στιγμή του κήρυξαν τον πόλεμο και βγήκαν στην αναζήτηση αντίπαλου ως επικεφαλής της ΝΔ καταλήγοντας πάλι στην… οικογένεια Μητσοτάκη που τους είχε προσφέρει υπηρεσίες και κατά του Ανδρέα Παπανδρέου με τον Κώστα Μητσοτάκη.

Ο νεότερος γιος του παραγκώνισε την Ντόρα Μπακογιάννη και πήρε αυτός τη «δουλειά», προβάλλοντας ως πρώτο αίτημα τις… εκλογές για να φύγει ο Τσίπρας, μόλις έναν μήνα μετά τη εκλογή του στην ηγεσία της ΝΔ .Τον πολεμούσαν και όταν ήταν εναντίον του Μνημονίου και όταν έγειρε υπέρ.

Έτσι άρχισε στήνεται το σκηνικό που βλέπουμε σήμερα. Ο Τσίπρας ακολούθησε τη μέθοδο του Καραμανλή, όχι για να αφαιρέσει με νόμο την τηλεοπτική ισχύ από τους μιντιάρχες, αλλά να τους βάλει κανόνες και κυρίως να τους υποχρεώσει να πληρώσουν.

Ο πρώτος γύρος παρότι κερδήθηκε θριαμβευτικά, στο τέλος χάθηκε από εσωτερικά λάθη – σε ένα μέτωπο που δεν είχε υπολογισθεί: τα δικαστήρια.

Ο Τσίπρας ακολούθησε τη μέθοδο του Καραμανλή, όχι για να αφαιρέσει με νόμο την τηλεοπτική ισχύ από τους μιντιάρχες, αλλά να τους βάλει κανόνες και κυρίως να τους υποχρεώσει να πληρώσουν

Αυτή η αναμέτρηση ανέδειξε ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης βρίσκεται στο πλευρό των καναλαρχών και των επιχειρηματιών με τους οποίους συμπράττουν. Αν και κατά τ’ άλλους ο ίδιος βρίσκεται στον απόλυτο έλεγχό τους. Πήρε θέση δίπλα τους σε μια μάχη μέχρις εσχάτων παρακάμπτοντας ακόμη και την αναγκαία συναίνεση σε θέματα μείζονος σημασίας για τη χώρα. Παρότι τον συμφέρει η απεξάρτηση της πολιτικής από τους ολιγάρχες. Κακό του κεφαλιού του.

Από την έκβαση αυτής της μάχης κρίνεται αν θα επιστρέψει η εξουσία στην πολιτική και οι επιχειρηματίες θα κάνουν τη δουλειά τους, στα πλαίσια των νομών που θα ψηφίζουν οι πολιτικοί και δεν θα υπαγορεύουν οι επιχειρηματίες.

Ή αν θα έχει εξαφανιστεί ο Τσίπρας και τα πράγματα θα επιστρέψουν στην προγενέστερη φάση τους, οπότε ο πρωθυπουργός, η κυβέρνηση, οι βουλευτές και το πολιτικό σύστημα εν γένει θα παίρνουν οδηγίες για τις επιλογές και τις αποφάσεις τους.

Το αποτέλεσμα δεν μπορεί να προκαθοριστεί. Η διαπλοκή είναι ξεδοντιασμένη, αλλά αντεπιτίθεται με όσα μέσα διαθέτει και η κυβέρνηση είναι νομιμοποιημένη, αλλά εμφανίζει στοιχεία απειρίας και ανικανότητας, ενώ την αποδυναμώνει η λειτουργία του ενός εκ των εταίρων.

Ο πολιτικός σου θάνατος, η κερδοσκοπική ζωή μου

Το επικοινωνιακό ιμπέριουμ αυτή την περίοδο ανήκει στους ιδιοκτήτες των ΜΜΕ που επενδύουν στον Μητσοτάκη. Αλλά ο τελικός λόγος ανήκει στους πολίτες που ενίοτε επιφυλάσσουν εκπλήξεις. Σε κάθε περίπτωση – για να επιστρέψουμε στις διαφορές στην ανάγνωση των εξελίξεων – αυτό είναι το διακύβευμα της εποχής, που αποτυπώνεται στις αντιφατικές εκτιμήσεις για τη συγκυρία.

Με ήττα του Τσίπρα θα κυριαρχήσουν εκ νέου οι -ενίοτε κακόφημες – δυνάμεις της διαπλοκής με ό,τι σημαίνει αυτό. Αν η κυβέρνησή του καταφέρει να επιβάλλει την εξουσία της πολιτικής – οπότε θα κυβερνάει ο πρωθυπουργός: σήμερα είναι ο Τσίπρας, αύριο άλλος – η χώρα θα κάνει μεγάλο θεσμικό βήμα.

Από εκεί και πέρα αν ο Τσίπρας είναι καλός πρωθυπουργός και η κυβέρνησή του αποδοτική θα το κρίνουν οι πολίτες στις εκλογές. Το θέμα είναι να επιβάλλουν αυτοί τον επόμενο πρωθυπουργό και όχι η συνεργαζόμενοι «νταβατζήδες».

Το ζητούμενο δηλαδή είναι αν θα ανακτήσουν τα προνόμια τους οι «νταβατζήδες» ή αν θα ανακτήσει το κύρος της η Βουλή. Αν θα συνεχίσει μια ομάδα επιχειρηματιών να απομυζά τους πόρους που προορίζονται για την κοινωνία ή αν θα αποκτήσει η χώρα υγιή επιχειρηματική τάξη και συνταγματικό τρόπο λειτουργίας.

Αυτή η αναμέτρηση δεν θα κριθεί στα πρωτοσέλιδα και τα δελτία ειδήσεων, αλλά στα πεδία της πραγματικής πολιτικής, της πραγματικής οικονομίας και της πραγματικής επικοινωνίας.