Η μεγάλη ευθύνη ενός επικοινωνιακού επιτελείου

ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΣΥΜΕΛΑ ΠΑΝΤΖΑΡΤΖΗ

Του Τάκη Ψαρίδη

Επί σχεδόν τέσσερα χρόνια διεξήχθη ένας επικοινωνιακός πόλεμος μεταξύ των μίντια και της λογικής, της αλήθειας και του ψέματος, της πολιτικής και του θεάματος της πολιτικής. Το πόλεμο αυτόν τον έχασε τελικά η πολιτική και τον κέρδισαν τα κυρίαρχα μίντια, σύγχρονα και παραδοσιακά. Τον έχασε βεβαίως και η κυβέρνηση και ο Σύριζα, όχι τόσο γιατί το επικοινωνιακό επιτελείο τους δεν διέθετε τις δυνάμεις για να τον αντιμετωπίσει, όσο γιατί αγνόησε αλαζονικά και υποτίμησε τον συγκεκριμένο επικοινωνιακό χαρακτήρα του.

Το ότι αυτός ο πόλεμος ήταν πρωτίστως επικοινωνιακός δεν χρειάζεται ιδιαίτερες αποδείξεις. Αρκεί να αναλογιστεί κανείς το είδος και την ποιότητα του «πολιτικού» λόγου, των «θέσεων» και των «προτάσεων» με τις οποίες η αντιπολίτευση και τα διαπλεκόμενα μίντια κατάφεραν να «πείσουν» ένα μεγάλο μέρος των πολιτών αυτής της χώρας. Με την πολακιάδα, τους Μαδούρους και τις Βενεζουέλες, τα κότερα και εν γένει με ένα άηθες θέαμα εκτός πολιτικής, που πολλές φορές ξεπερνούσε σε χυδαιότητα και κακοήθεια ακόμα και αυτόν τον «αδωνισμό».

Έφτασαν έως και την πιο αδίστακτη εκμετάλλευση και τυμβωρυχία της τραγωδίας στο Μάτι και στη Μάνδρα. Αυτό δηλαδή που «έπεισε» τους πολίτες ήταν ένας αντιπολιτευτικός λόγος που δεν είχε καμία απολύτως σχέση με προγράμματα και πολιτική, με θέσεις και ιδέες για τα προβλήματα και το μέλλον της χώρας.

Με εργαλεία τα κυρίαρχα μίντια επιβλήθηκε ένα ιδιότυπος αντιπολιτευτικός ολοκληρωτισμός, αυτό που ο Τσίπρας αποκάλεσε «μεταδημοκρατία». Εξαπολύθηκε ένας λόγος μη πολιτικός, χωρίς επιχειρήματα, γεμάτος χαρακτηρισμούς και προσωπικές ύβρεις που πρωτίστως στόχευε να πλήξει το ήθος της αριστεράς. Κατασκευάστηκαν ψεύτικες ειδήσεις, διαστρεβλώθηκαν γεγονότα, λοιδορήθηκαν και δολοφονήθηκαν χαρακτήρες.

Οτιδήποτε έβλαπτε την ΝΔ και το ΚΙΝΑΛ λογοκρίθηκε και πετάχτηκε στον Καιάδα της ανυπαρξίας. Έκαναν το άσπρο μαύρο και αντέστρεψαν πλήρως την πραγματικότητα. Μια επικοινωνιακή καταιγίδα, όχι λαθεμένων εκτιμήσεων, αλλά συνειδητών ψεμάτων που αμαύρωνε και διαστρέβλωνε οτιδήποτε το θετικό. Ένας νέος ορισμός της είδησης επιβλήθηκε στην ενημέρωση από την κυρίαρχη δημοσιογραφία. Ότι είδηση πλέον σημαίνει οτιδήποτε μπορεί να βλάψει την κυβέρνηση και προσωπικά τον Τσίπρα.

Και φυσικά ο σκοπός επετεύχθη. Αυτού του είδους ο επικοινωνιακός πόλεμος, που στόχευε κατ ευθείαν στο θυμικό χωρίς πολιτικό λόγο και ουσία, δημιούργησε ένα αντισύριζα σύνδρομο από το οποίο έσπευσαν οι πάντες, εντός και εκτός του κοινοβουλίου, να ωφεληθούν πολιτικά, αναπτύσσοντας έτσι και ένα αντισύριζα μέτωπο. Όλοι εναντίον ενός.

Τα αποτελέσματα αυτής της επικοινωνιακής τακτικής ήταν όντως εκπληκτικά. Κατάφεραν να διαγράψουν από την συνείδηση της κοινής γνώμης τον μόλις προηγούμενο βίο της αντιπολίτευσης, λες και η ιστορία της χώρας άρχισε το 2015, και να φορτώσουν στην κυβέρνηση όλα τα κακά του κόσμου, ακόμα και εκείνα της Βενεζουέλας(!). Το αντι-σύριζα σύνδρομο κάλυψε την ένδεια των πολιτικών επιχειρημάτων, εξαφάνισε τα σκάνδαλα τα οποία κατέστησε παντελώς αδιάφορα και απέκρυψε τις πραγματικές νεοφιλελεύθερες πολιτικές που σχεδιάζονται για το μέλλον, όσο και αν αυτές καθημερινά ομολογούνται από στελέχη και τον ίδιο τον πρόεδρο της ΝΔ.

Και ύστερα ήρθαν οι εκλογές και επιβεβαιώθηκε του λόγου το ασφαλές. Το αντι-σύριζα συναίσθημα νίκησε κατά κράτος την αλήθεια, την λογική, την οικονομία, ακόμα και την ίδια την τσέπη. Ο Σύριζα έπεσε παντού, ακόμα και στους δημόσιους υπαλλήλους και στους συνταξιούχους, που μόλις πριν η κυβέρνηση έβαλε ό,τι μπορούσε στην τσέπη τους, αλλά αυτοί επηρεασμένοι από το αντι-σύριζα σύνδρομο το αγνόησαν παντελώς.

Αυτό που νίκησε δηλαδή στις εκλογές δεν ήταν η πολιτική, αλλά το θέαμα της πολιτικής. Δεν ήταν η οικονομία και τα θετικά οικονομικά μέτρα, αλλά το αντι-σύριζα συναίσθημα. Νίκησε δηλαδή αυτό που ουδέποτε συνειδητοποίησε και κατάλαβε το επικοινωνιακό επιτελείο της κυβέρνησης και του Σύριζα.

Αντί σε αυτήν την επικοινωνιακή καταιγίδα να απαντήσουν και αυτοί και επικοινωνιακά, δηλαδή να αξιοποιήσουν όλα τα σύγχρονα μέσα, καμπάνιες, σποτάκια, κλπ, για να στρέψουν τον δημόσιο λόγο από το θέαμα προς την ουσία της πολιτικής, άφησαν να απαντούν διάφορα στελέχη που πρόσφεραν και αυτά μπόλικο θέαμα και έκαναν περισσότερο κακό αντί για καλό. Επέτρεψαν να αναπτυχθεί το αντι-σύριζα σύνδρομο, δεν απάντησαν και δεν αποκάλυψαν τα καθημερινά ψέματα των επικοινωνιακών επιτελείων του συστήματος και επαναπαύτηκαν αλαζονικά στο «ξέρει ο λαός και καταλαβαίνει», η «αλήθεια θα νικήσει», ενώ ταυτοχρόνως περίμεναν από την οικονομική πολιτική και τα επιδόματα να αντιστρέψουν το τοξικό κλίμα και να κάνουν την δική τους δουλειά.

Και το χειρότερο: Επί τέσσερα χρόνια άφησαν τον Τσίπρα μόνο του με το χάρισμα του και επέτρεψαν στα αντίπαλα επικοινωνιακά επιτελεία να μεταφέρουν την ετικέτα του «ψεύτη» από το μέτωπο τους στο μέτωπο του Τσίπρα χωρίς ούτε καν να διαμαρτυρηθούν! Αδίστακτα τα επιτελεία του συστήματος, πήραν τις μεθόδους του πολιτικού μάρκετινγκ και της διαφήμισης και έκαναν την λέξη ψεύτης συνώνυμο του Τσίπρα. Πάνω σε αυτό στηρίχτηκε και στηρίζεται ολόκληρο το αντιπολιτευτικό οικοδόμημα, γεγονός που έχουν καταλάβει οι πάντες, πλην των κυβερνητικών επιτελείων.

Όποιον και να ρωτήσεις, αριστερούς και δεξιούς, γιατί καταφέρεται εναντίον του Σύριζα, θα σου πει, γιατί ο Τσίπρας είπε ψέματα. Και αν ρωτήσεις τι ψέματα είπε, συνήθως δεν παίρνεις απάντηση. Δεν είναι υπερβολή ότι σε ένα μεγάλο τμήμα της νεολαίας το αντι-σύριζα σύνδρομο έχει γίνει κάτι σαν μόδα. Ρώτησα, από δημοσιογραφικό ενδιαφέρον, μια παρέα νέων που καταφερόταν εναντίον του Σύριζα με έναν τρόπο απολιτικό σαν να είναι της μόδας. «Γιατί θα ψηφίσετε ΝΔ»;

«Γιατί ο Τσίπρας είναι ψεύτης» η απάντηση. «Τι ψέματα είπε»; Ξαναρωτώ. Σιωπή. «Άκουσε να σου πω», μου λέει ένας άλλος. «Ψηφίζουμε ΝΔ, αλλά δεν είμαστε ΝΔ»! «Είμαστε απλώς αντι-σύριζα, κατάλαβες»;; Και γέλασαν όλοι μαζί.

Εγώ το έχω καταλάβει εδώ και χρόνια. Το αντι-σύριζα σύνδρομο δεν πλήττει μόνο την κυβέρνηση και τον Σύριζα, αυτό είναι το λιγότερο. Πλήττει ευθέως την πολιτική και την δημοκρατία και κατ’ ευθείαν το μέλλον της χώρας και αυτό είναι που ενδιαφέρει πάνω απ’ όλα.