Η πανδημία ως ευκαιρία για την «ανάταξη» της οικονομίας και μια κοινωνία «υγιή και ασφαλή» με νόμο και τάξη

Του Νίκου Λακόπουλου

Με τον «Σωτήρη» δίπλα του και χωρίς τον υπουργό Υγείας ο Πρωθυπουργός αδειάζοντας άλλους υπουργούς που το απέκλειαν εμφανίσθηκε αυτή τη φορά με συνέντευξη τύπου για να ανακοινώσει το δεύτερο λοκντάουν, δηλαδή τον θάνατο χιλιάδων επιχειρήσεων.

«Οι 50 ΜΕΘ τις οποίες προσθέτουμε στο Σωτηρία, με αυτή την ταχύτητα, μπορούσαν να γεμίσουν σε 3-4 ημέρες» είπε, αλλά το ανακάλυψε μόλις τώρα που «η εκθετική αύξηση των κρουσμάτων με υποχρεώνει να πάρω τα μέτρα τώρα».

Με απλά λόγια η κυβέρνηση δεν πήρε έγκαιρα μέτρα για να μην αυξηθούν τα κρούσματα, κάποια στιγμή μείωσε τα τεστ για να …μειωθούν και τα κρούσματα και αντί να αυξήσει τις ΜΕΘ κατεβάζει τα ρολά στη χώρα -μια πράξη που τον έκανε δημοφιλή όταν το έκανε για πρώτη φορά.

Το υπερτονισμένο «εγώ» του πρωθυπουργού -εικοσιεννιά φορές σε ένα διάγγελμα!- δείχνει πως ο Πρωθυπουργός ενδιαφέρεται πιο πολύ για την δημόσια εικόνα του από την ενίσχυση ή του ΕΣΥ ή το να λύσει το πρόβλημα με τα μέσα μαζικής μεταφοράς.

Χρησιμοποιεί την πανδημία σε ένα επικοινωνιακό παιχνίδι όπου ως σωτήρας μέσα στην καταστροφή αδιαφορεί για το αν θα έχει θύματα στην οικονομία προκειμένου να «σώσει ζωές» από την πανδημία.

Μετά την καλλιέργεια του φόβου στην εμφάνιση της πανδημίας πέρασε στις θριαμβολογίες για τις «πρωτιές» της χώρας στην αντιμετώπιση της πανδημίας και τώρα διεκδικεί και πάλι ρόλο Μωυσή με μια απλή δικαιολογία για την καταστροφή που έρχεται: όταν ο κορονοϊός αντιμετωπίζεται με επιτυχία αυτό οφείλεται στην κυβέρνηση, αλλά όταν ο έλεγχος χάνεται φταίνε οι «ψεκασμένοι» πολίτες.

Μέσα σε ένα κλίμα φόβου και ανασφάλειας που επιτείνει η κυβέρνηση αποφεύγοντας να πάρει μέτρα που ζητά η αντιπολίτευση από το καλοκαίρι βάζοντας την οικονομία στην εντατική έχει να επιδείξει θαυμαστό «μεταρρυθμιστικό» έργο.

Από την τάξη στα πανεπιστήμια και το νόμο στις διαδηλώσεις και τις απεργίες, τον ψηφιακό έλεγχο των συνδικάτων ως τον πτωχευτικό κώδικα που λύνει προβλήματα για τις τράπεζες ως φτηνή εργασία, το δεκάωρο και την μεταρρύθμιση στο εργατικό δίκαιο η κυβέρνηση καθόλου πανικόβλητη εξυπηρετεί ένα σχέδιο που εκφράζει το όραμα του Μητσοτάκη.

Το σχέδιο περνάει από την χειραγώγηση των μέσων ενημέρωσης και την «ανάταξη» της οικονομίας -με τον θάνατο των επιχειρήσεων «ζόμπι» -στοχεύοντας με «υγιή» οικονομία -χωρίς άρρωστες επιχειρήσεις, συνδικάτα, απεργίες και διαδηλώσεις, πανεπιστήμια που να μην ασχολούνται παρά μόνο με το διάβασμα.

Η πρόεδρος τη Δημοκρατίας, Κατερίνα Σακελλαροπούλου, μιλώντας στη Βουλή για τα 70 χρόνια από την υπογραφή της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου μάλλον εξέπληξε όταν είπε:

«Δεν είναι δυνατόν η πανδημία να καταστεί πρόσχημα για την κατάργηση των κεκτημένων δεκαετιών στο χώρο των κοινωνικών δικαιωμάτων, στην εργασία και την κοινωνική ασφάλιση».

«Οι πολιτικές παρεμβάσεις στην επιλογή και το έργο των δικαστών δεν υπονομεύουν μόνον την αποστολή του δικαστή ή το δικαίωμα των πολιτών σε αποτελεσματική δικαστική προστασία και δίκαιη δίκη. Διαβρώνουν, συμβολικά και πρακτικά, τους δημοκρατικούς θεσμούς και την αναπαράστασή τους στους πολίτες.

Η κρίση της δικαιοσύνης και η έκθεσή της σε αθέμιτες πολιτικές στοχεύσεις, ειδικά με την εισαγωγή διατάξεων που υπονομεύουν τη δικαστική ανεξαρτησία, συνιστά κατάφωρη παραβίαση των ευρωπαϊκών μας αξιών και μια ευθεία προσβολή του σύγχρονου συνταγματισμού».

Οι επισημάνσεις αυτές έγιναν βέβαια με αφορμή την συμπλήρωση 70 χρόνων από την υπογραφή της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και δεν έτυχε μεγάλης προβολής από τα μέσα ενημέρωσης ή βρέθηκαν κάτω από τίτλους όπως «Χρειαζόμαστε Περισσότερη Ευρώπη», αλλά μάλλον αφορούν και την Ελλάδα.

Μιλώντας για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη δημοκρατία στην εποχή της πανδημίας ο Κυριάκος Μητσοτάκης προχθές απάντησε πως «θα διαχειριστούμε μια άνευ προηγουμένου, φονική και δυστυχώς συνεχιζόμενη υγειονομική κρίση, χωρίς να υπονομεύσουμε τις θεμελιώδεις ελευθερίες μας».

Η απενοχοποιημένη νεοδεξιά

Κάνοντας έναν απολογισμό της θητείας της κυβέρνησης Μητσοτάκη -που άρχισε με μια «κατάληψη» της ΕΡΤ και του ΑΠΕ μαζί με μια γενναία χρηματοδότηση των μέσων ενημέρωσης -που δεν κάνουν κριτική στην κυβέρνηση- βλέπουμε πως η κυβέρνηση έχει στόχο θεσμούς και ελευθερίες -που μπορούν να θεωρηθούν θεμελιώδεις -αλλά για τους απενοχοποιημένους νεοδεξιούς αποτελούν το «μπάχαλο¨της δημοκρατίας.

Η κυβέρνηση εξάντλησε το «μεταρρυθμιστικό» της οίστρο βάζοντας στόχο θεμελιώδεις ελευθερίες όπως είναι οι απεργίες, ο συνδικαλισμός, η αυτονομία των πανεπιστημίων, οι διαδηλώσεις και το ίδιο το εργατικό δίκαιο -μαζί με την Δικαιοσύνη -όπου διώκεται η εισαγγελέας που έστειλε στη δικαιοσύνη το σκάνδαλο Novartis.

Στο μεταξύ σε ένα πρόσφατο ρεπορτάζ των Financial Times από την Αθήνα, αναφέρεται ότι η κυβερνητική πλειοψηφία στη Βουλή ενέκρινε την Πέμπτη ρυθμίσεις που πρακτικά δίνουν αμνηστία σε πολλές χιλιάδες που είναι ύποπτοι φοροδιαφυγής, κάνοντας λόγο για «ανησυχητικό προηγούμενο σε χώρα της ΕΕ που έχει δυσκολευτεί να πατάξει την φοροδιαφυγή».

«Ο κατά τα άλλα εκπαιδευμένος στις ΗΠΑ πρωθυπουργός δεν είναι η πρώτη φορά που περνά αμφιλεγόμενη και υπέρ παραβατών νομοθεσία στην 15μηνη θητεία του» γράφει η εφημερίδα όπου  ο Νικόλαος Φαραντούρης, καθηγητής του Πανεπιστημίου Πειραιά, σημειώνει: 

«Οι πρόσφατοι νόμοι που έχουν υλοποιηθεί από την κυβέρνηση, όχι μόνο αυτός για τη φοροδιαφυγή, αλλά και τροποποιήσεις του ποινικού κώδικα και νομοθεσίες κατά του ξεπλύματος χρήματος, μπορούν να ερμηνευθούν ως προτιθέμενες να προστατεύσουν συγκεκριμένες ομάδες που κατηγορούνται για σοβαρά οικονομικά εγκλήματα».

Μετά την «ύβρη» της πρώτη φορά Αριστεράς στην κυβέρνηση για το πολιτικό κατεστημένο ήρθε η κυβέρνηση Μητσοτάκη -ενός αουτσάιντερ στην κούρσα για την προεδρία της ΝΔ -όταν ο Φρουζής του οργάνωνε προεκλογικά δείπνα στήριξης.

Ο «Μεταρρυθμιστής» Κυριάκος Μητσοτάκης

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης που ο ΣΥΡΙΖΑ υποτίμησε αρχικά δεν είναι απλώς ο γιος του Μητσοτάκη που τον διαδέχτηκε στην ηγεσία του κόμματος και την πρωθυπουργία.

Ήδη ως υποψήφιος για την ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας- και ως υπουργός του Σαμαρά- έδειξε πως δεν ενδιαφέρεται απλώς για την πρωθυπουργία, αλλά για την ηγεσία της Δεξιάς -βρίσκοντας πως η ΝΔ είναι «ένα γερασμένο κόμμα».

Παρέλαβε ένα κόμμα που ο Σαμαράς έφτασε στο 18% και το οδήγησε με ένα ανανεωμένο και επιθετικό ιδεολογικό προφίλ στο μεγαλύτερο κόμμα της πολιτικής σκηνής με την ηγεμονία του να εκτείνεται από τους «παραπλανημένους» ψηφοφόρους της «Χρυσής Αυγής» ως τα δύο τρίτα των ψηφοφόρων του Κινάλ.

Δεν πρόκειται για μια απενοχοποιημένη δεξιά που επανέρχεται, αλλά για μια νέα δεξιά με νεοφιλεύθερο DNA που θέλει να ενοχοποιήσει και να οδηγήσει την Αριστερά στο περιθώριο.

Οι παρεμβάσεις της κυβέρνησης Μητσοτάκη σε θεσμικό επίπεδο δεν αποβλέπουν απλώς στην επανεκλογή του, αλλά στην δημιουργία ενός καθεστώτος που μάλλον θα ζήλευαν οι οπαδοί του νεοφιλελευθερισμού: μια «υγιή» κοινωνία με «νόμο και τάξη», χωρίς ταραχές, με πειθαρχημένα συνδικάτα, εργαζόμενους που δεν απεργούν και δουλεύουν δεκάωρο, επτά μέρες την εβδομάδα- χωρίς διαδηλώσεις και με κάρτα εισόδου στα -περιφρουρούμενα από κρατική ή καλύτερα ιδιωτική αστυνομία- πανεπιστήμια.

Λογικό είναι σ΄αυτή την «υγιή και ασφαλή κοινωνία» με ελεγχόμενα μέσα ενημέρωσης και συνδικάτα, με ελεγχόμενα πανεπιστήμια και σχολεία- που αποτελούν εστίες και γιάφκες της Αριστεράς- ο «Εγώ που σας έσωσα τις ζωές» να επανεκλέγεται διαρκώς ως κάτι περισσότερο από νικητής των εκλογών: ο Σωτήρας, ο Μεταρρυθμιστής, ο Αναμορφωτής της Χώρας -που πέτυχε να πάρει μια χώρα ανορθούμενη και την οδήγησε στην φτώχεια μεν, αλλά υγιή και ασφαλή -με νόμο και τάξη που θα ζήλευαν άλλοι «σωτήρες».