Κύπρος, ΑΟΖ και ο Θεός βοηθός

Του Διογένη Λόππα

Πριν ξεκινήσει κάποιος να αναφέρεται σε αποκλειστική οικονομική ζώνη (ΑΟΖ) και δη στην περιπετειώδη ελληνική της εκδοχή, οφείλει να σεβαστεί δύο παραδοχές με ισχύ δόγματος:

  1. Αυτό που αποκαλούμε »διεθνές δίκαιο» δεν αποτελεί τίποτε άλλο παρά ένα απλό σημείο αναφοράς πάνω στο οποίο κτίζονται εκατέρωθεν διεκδικήσεις στη βάση -κυρίως- της ισχύος από τη μια μεριά και από την άλλη των συμμαχιών και των συμφερόντων των εμπλεκομένων μερών. Αν δηλαδή το διεθνές δίκαιο δε συμφωνεί με τις επιδιώξεις του ισχυρού παίκτη, τόσο το χειρότερο για το διεθνές δίκαιο.
  2. Στη διεθνή διπλωματία, όχι μόνο στο σημερινό περίπλοκο πλαίσιο αλλά από την εποχή ακόμα του Θουκυδίδη και παλαιότερα, δεν υπάρχουν ανίσχυροι αντίπαλοι. Ο καθένας είναι τόσο ισχυρός, όσο του επιτρέπουν οι συμμαχίες του και όσο έχει προνοήσει να εκχωρήσει κυριαρχία σε ισχυρούς, προκειμένου να πετύχει τις αναγκαίες ισορροπίες που θα του επιτρέψουν να ελιχθεί.

Αν κάποιος αμφιβάλλει για τα παραπάνω δόγματα, καλά θα κάνει να επισκεφθεί ξανά τη βιβλιοθήκη του. Το ερώτημα »πόσο μικρό και αναλώσιμο μπορεί να είναι ένα κράτος», λύθηκε αυτές τις μέρες του Αυγούστου το μακρινό 1990 πριν από 29 χρόνια. Το πανίσχυρο (τότε) Ιράκ θεώρησε ότι αφού το ανίσχυρο Κουβέιτ δεν υποκύπτει στις απαιτήσεις του, μπορεί απλά να του τις επιβάλλει με τα όπλα. Τώρα απλώς αναλογιστείτε σε τι κατάσταση βρίσκονται σήμερα οι δύο αυτές χώρες: Το Ιράκ έχει ουσιαστικά καταστραφεί και το Κουβέιτ είναι ένα ευτυχές προτεκτοράτο.

Η δυσάρεστη αυτή κατάσταση, δηλαδή η αναγκαστική προσκόλληση σε υπερεθνικές ενώσεις ή ανεπιθύμητες συμμαχίες, αντί να καλυτερεύει επιδεινώνεται και ο λόγος είναι ότι βρισκόμαστε σε μια εποχή ανασύστασης του αυτοκρατορικού μοντέλου ισορροπιών που τείνει να αντικαταστήσει το διπολικό σύστημα του ψυχρού πολέμου. ΗΠΑ, Ε.Ε., Κίνα και Ρωσική ομοσπονδία κτίζουν μεθοδικά τις ζώνες επιρροής τους. Μικρές ή μεγαλύτερες δυνάμεις που γειτνιάζουν ή αποτελούν μέρος του ζωτικού χώρου των νέων »αυτοκρατοριών», συμπιέζονται και εξαναγκάζονται σε εκχώρηση κυριαρχίας κάθε μορφής. Άλλες δυνάμεις θεωρούν εαυτές αρκετά δυνατές ώστε να αποτελέσουν ανεξάρτητους πόλους ή τουλάχιστον τοπικούς »Κάπο» και προετοιμάζονται μεθοδικά για το νέο τους ρόλο (Τουρκία, Ιράν, Αίγυπτος στη δική μας γειτονιά).

Δεν είναι αυτό που νομίζεις

Πρακτικά αυτό στην περίπτωση της Ελλάδας έχει δύο αναγνώσεις:

  1. Στη διένεξη με την Τουρκία δεν είμαστε μόνοι μας, αλλά έχουμε τη σιωπηρή υποστήριξη της Ε.Ε. και των ΗΠΑ. Αυτό πονάει εξίσου και τους θορυβώδεις γείτονες (noisy neighbors) οι οποίοι είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί στον τρόπο που προσπαθούν να προωθήσουν τα συμφέροντά τους, έχοντας σχετικά πρόσφατη και τη διπλωματική τους πανωλεθρία της Κύπρου, να υπενθυμίζει στους συνομιλητές τους, πόσο αναξιόπιστοι σύμμαχοι και πόσο ασταθείς παράγοντες είναι.
  2. Στις βαλκανικές διενέξεις μας, δεν έχουμε απέναντί μας τριτοκοσμικές ανίσχυρες χώρες, όπως λανθασμένα πολλοί θεωρούν την Αλβανία και τη Βόρεια Μακεδονία, αλλά αντίθετα έχουμε de facto προτεκτοράτα των ΗΠΑ και της Ε.Ε. τα οποία μάλιστα έχουν και την ευχέρεια να αναμένουν ταυτόχρονα κάθε είδους υποστήριξη από την Τουρκία. Όταν διαπραγματευόμαστε με τις χώρες αυτές, στην ουσία διαπραγματευόμαστε με τα αφανή αφεντικά τους, άρα η διαπραγματευτική μας θέση δεν είναι αυτή ακριβώς που φαντάζεστε.

Οι αυτοκρατορίες ανέκαθεν δεν ενδιαφέρονταν να επιβάλλουν την τάξη στη βάση κάποιου διεθνούς ή τοπικού δικαίου, ούτε ποτέ ένιωθαν προθυμία στο να επιλύουν δυναμικά ζητήματα του εσωτερικού τους χώρου. Ιστορικά εστίαζαν τις δυνάμεις τους στις πολύ σοβαρότερες διεκδικήσεις τους έναντι των ανταγωνιστικών αυτοκρατοριών. Συνεπώς η σπουδή τους ήταν πάντοτε να επιδιώκουν συμβιβασμούς που θα μπορούσαν έστω προσωρινά να διευθετήσουν τοπικά ζητήματα χωρίς να σπαταληθούν πόροι και χρόνος εκεί που δεν διαφαίνονταν όφελος για τις ίδιες. Άρα είναι πάντοτε ευθύνη της μικρής χώρας να εμφανίζεται όσο το δυνατόν περισσότερο αποτελεσματική στην προβολή διπλωματικής και στρατιωτικής ισχύος, καθώς κάτι τέτοιο παράγει ευτυχέστερα αποτελέσματα.

Η Ελλάδα έχει την τύχη να βρίσκεται στη συγκεκριμένη περιοχή του χάρτη και την ατυχία να γειτνιάζει με μια μεσαία δύναμη η οποία είναι ταυτόχρονα και αναθεωρητική και απροκάλυπτα προκλητική. Έχουμε την υποχρέωση να υπενθυμίζουμε στους Τούρκους εμπράκτως, σχεδόν καθημερινά, ότι διαθέτουμε την απαραίτητη ισχύ ώστε να προκαλέσουμε δυσβάσταχτο κόστος έναντι επιθετικής ενέργειας. Και είναι αλήθεια ότι στο Αιγαίο, ποτέ μια πρόκληση δεν έμεινε αναπάντητη, κάθε αερομέσο αναχαιτίζεται, κάθε πλοίο παρακολουθείται, ενώ ένα εξελιγμένο σύστημα αεράμυνας φροντίζει για τα περαιτέρω.

Το ίδιο περίπου συμβαίνει και στον Έβρο, όπου είναι πασιφανές πως κάθε πονηρή σκέψη θα επιφέρει συντριπτικές απώλειες, μη διαχειρίσιμες από οποιαδήποτε κοινή γνώμη. Η χώρα μας, με πολλές θυσίες είναι η αλήθεια, κατάφερε να δημιουργήσει ένα ισχυρό διαπραγματευτικό μέσο, οχυρώνοντας τα σημεία εκείνα που δυνητικά θα αποτελούσαν αντικείμενο διεκδικήσεων.

Η Ανατολική μεσόγειος »κείται μακράν»

Ωστόσο στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου η κατάσταση διαφέρει. Καθώς μεταπολεμικά το αμυντικό μας δόγμα θωράκιζε κυρίως το Αιγαίο και τον Έβρο, η περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, ο δικός μας ζωτικός χώρος δηλαδή, αφέθηκε στη λογική που συνοψίζεται σε δύο λέξεις: »Κείται μακράν».

Σήμερα η διπλωματία μας βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα υπαρξιακής υφής δίλημμα:

  • Είτε θα εντάξουμε την τεράστια αυτή περιοχή στον κανόνα του Έβρου και του Αιγαίου, δηλαδή θα βρούμε τρόπο να προβάλουμε πειστική ισχύ απέναντι στις νεο-οθωμανικές διεκδικήσεις (όλα ή τίποτα)
  • Είτε θα επιδιώξουμε μια συμβιβαστική λύση που θα περιλαμβάνει τη λύση του προβλήματος της Κύπρου μαζί με την εκχώρηση δικαιωμάτων συνεκμετάλλευσης στην Τουρκία, που κανονικά δεν δικαιούται, με βάση το διεθνές δίκαιο (πέντε και στο χέρι)

Καμία από τις παραπάνω λύσεις δεν είναι σωστή ή λάθος, πρόκειται καθαρά για πολιτική επιλογή, καθοριστική είναι η αλήθεια, για το μέλλον των λαών της περιοχής. Και αν βρέθηκε κυβέρνηση που αποδέχθηκε το πολιτικό κόστος της λύσης του ονοματολογικού προβλήματος της Βόρειας Μακεδονίας, αμφιβάλλω αν υπάρχει Έλληνας πολιτικός που θα τολμούσε ακόμα και να προτείνει παραχωρήσεις προς την Τουρκία, όσο μαρκετίστικο μακιγιάζ και αν πασαλείψει στη σχετική αναφορά του. Ιδού λοιπόν πεδίον δόξης λαμπρόν για δημοψήφισμα του τύπου »αποδέχεστε την προτεινόμενη συνθήκη με την Τουρκία ή επιθυμείτε 10δις περικοπές υπέρ αμυντικών δαπανών;» Και βέβαια το »δεν ξέρω – δεν απαντώ» δεν παίζει εδώ, γιατί οι τουρκικές κρατικές εταιρίες θα κάνουν τη δουλειά τους έτσι και αλλιώς και κανένας δεν θα έρθει να τις διώξει για λογαριασμό δικό μας ή του ταλαίπωρου διεθνούς –a la carte δικαίου.

Το αγκάθι της Κύπρου

Σίγουρα το θέμα της Ανατολικής Μεσογείου θα είχε επιλυθεί ευκολότερα, αν δεν υπήρχε το παράλληλο θέμα – αγκάθι της Κύπρου. Πρέπει εδώ να είμαστε απολύτως σαφείς σε ορισμένες παραδοχές, για να μην αεροβατούμε ασκόπως όταν προτείνουμε λύσεις, ιδιαίτερα όταν οι προτάσεις αυτές θέλουμε να είναι βιώσιμες διέξοδοι και όχι λεκτικές υπερβάσεις προς τέρψιν είτε εθνικιστικών είτε διεθνιστικών αυτιών:

  1. Λύση του κυπριακού προβλήματος δεν νοείται, χωρίς την αποχώρηση των ξένων (Τουρκικών, Ελληνικών και Βρετανικών) στρατευμάτων και χωρίς την απαλοιφή κάθε είδους εγγυήσεων, εφόσον βέβαια συζητάμε για ενιαίο κράτος, μέλος της Ε.Ε., πράγμα το οποίο, κατά την ταπεινή μου γνώμη, θα έπρεπε να είναι και το μοναδικό ζήτημα που συζητάμε.
  2. Η Τουρκία δεν πρόκειται ποτέ να δεχθεί αποχώρηση των στρατευμάτων της από την Κύπρο, γιατί απλά αν κάνει κάτι τέτοιο θα απεμπολήσει de facto τα όποια δικαιώματα θεωρεί ότι της αναλογούν σε ολόκληρη την περιοχή. Η Τουρκία θα δεχόταν απόσυρση από την Κύπρο, μόνο εάν ελάμβανε μερίδιο από την ΑΟΖ της Ανατολικής Μεσογείου, μέσω μιας συνθήκης που θα διευθετεί ταυτόχρονα, τόσο το κυπριακό, όσο και τον καθορισμό της ΑΟΖ μεταξύ των τριών χωρών (και πολύ πιθανόν -φοβάμαι- και τη διασαφήνιση του καθεστώτος των γκρίζων ζωνών του Αιγαίου).
  3. Η Τουρκία τη στιγμή αυτή, με έναν βαθύ στρατηγικό σχεδιασμό που ξεδιπλώνει μεθοδικά εδώ και πολλά χρόνια, είναι ο μοναδικός παίκτης στην περιοχή που διαθέτει αδιαμφισβήτητη στρατιωτική ισχύ επί του πεδίου (στην Ανατολική Μεσόγειο -διευκρινίζω-) και αυτό της δίνει το πλεονέκτημα απέναντι στους υπόλοιπους παίκτες. Όπως συνήθιζαν να λένε οι Ρωμαίοι, όποιος έχει το δρόμο, έχει και το νόμο. Όσο ένας παράγοντας κατέχει την αποκλειστικότητα της βίας στην περιοχή, τόσο το διεθνές δίκαιο θα γίνεται ζυμάρι στις ορέξεις του. Ο σχεδιασμός αυτός περιλαμβάνει τους S400 καθώς και το νεότευκτο αεροπλανοφόρο που ναυπηγούν οι γείτονες και από το οποίο επρόκειτο να εφορμούν τα F35B (ναυτική έκδοση ημι-καθέτου απονηώσεως). Το γεγονός ότι η προμήθεια των F35 ματαιώθηκε, δημιουργεί και το μοναδικό παράθυρο ευκαιρίας για την Ελλάδα, αν τελικά επιλέξει τη λύση του »Όλα ή τίποτα», καθώς οι Τούρκοι αδυνατούν με τα υπάρχοντα μέσα τους να καλύψουν ικανοποιητικά την περιοχή.
  4. Οι μεγάλες δυνάμεις που εμπλέκονται εκ των πραγμάτων στην περιοχή αυτή, Ε.Ε., ΗΠΑ και Ρωσική Ομοσπονδία, δεν πρόκειται να συνδράμουν τους συμμάχους τους με τίποτα περισσότερο από γενναίες δόσεις διπλωματικής αβρότητας και άφθονα βέτο στο συμβούλιο ασφαλείας του ΟΗΕ. Ούτε ο ναύαρχος Κουζνέτσοφ θα έρθει στην Κύπρο, ούτε ο 6ος στόλος στο Καστελόριζο. Και αν ποτέ έρθουν, θα έρθουν με ανενεργούς κανόνες εμπλοκής.

Οι επιλογές της Ελλάδας

Από την απλουστευμένη παραπάνω ανάλυση (θα χρειαζόταν παχύ βιβλίο για όλες τις πτυχές του προβλήματος) προκύπτει ότι, εάν πράγματι επιθυμεί η Ελλάδα να αξιοποιήσει προς όφελός της, τις πρόνοιες του διεθνούς δικαίου για τις θάλασσες και να ανακηρύξει ΑΟΖ με τα πλεονεκτήματα που της προσφέρει το σύμπλεγμα της Μεγίστης (Καστελόριζο), οφείλει πρώτα από όλα στρατιωτικά να είναι σε θέση να υπερασπιστεί αποτελεσματικά την περιοχή αυτή και διπλωματικά να είναι σε απόλυτη σύμπνοια με τις στρατηγικές επιδιώξεις των ΗΠΑ και της Ε.Ε., σαν ένα πιστό σκυλί.

Τι σημαίνει όμως αυτό πρακτικά;

  • Δημιουργία ενός νέου -ουσιαστικά- στόλου Ανατολικής Μεσογείου με αγορά μεγάλων μονάδων επιφανείας (φρεγατών και άνω), με αυξημένες δυνατότητες αντιαεροπορικής άμυνας (κάτι που σήμερα ούτε ο υπέργηρος υπάρχων στόλος μας διαθέτει, καθώς -πολύ σωστά τότε- κτίστηκε για να υπερασπιστεί το Αιγαίο και ήταν προτιμότερο, φθηνότερο και ασφαλέστερο οι αντιαεροπορικές συστοιχίες να βρίσκονται στη στεριά).
  • Δημιουργία τουλάχιστον δύο ολοκληρωμένων νέων αεροπορικών μοιρών με βάση την Κρήτη εξοπλισμένων με νέο μαχητικό αεροσκάφος σχεδιασμένο να δρα σε μεγάλες αποστάσεις (F35, F15, Rafale) και σε συνδυασμό επίσης με την προμήθεια αεροσκαφών εναέριου ανεφοδιασμού. Τα υπάρχοντα αεροσκάφη μας είναι επίσης προσαρμοσμένα για τις ανάγκες του Αιγαίου και στα δεκάδες εκεί αεροδρόμια που τους επιτρέπουν να ανεφοδιάζονται την ώρα που μια άλλη μοίρα εμπλέκεται στη θέση τους. Ποτέ δε χρειάστηκε να αποκτήσουμε δυνατότητα εναέριου ανεφοδιασμού, κάτι που όμως οι μεθοδικοί Τούρκοι (με το μυαλό ακριβώς εκεί στην Ανατολική Μεσόγειο) έχουν από χρόνια πράξει.

Όπως αντιλαμβάνεστε, το κόστος των δύο παραπάνω ενεργειών, μαζί με την τεχνική υποστήριξη που απαιτούν, τόσο σε μέσα όσο και σε ανθρώπινο δυναμικό (ναύσταθμοι, shelters, όπλα, ανταλλακτικά, συντήρηση, προσλήψεις, εκπαίδευση, σύμβουλοι κλπ), θα ήταν εξωπραγματικό ακόμα και στις εποχές των παχιών αγελάδων. Σήμερα, νομίζω πως, στο άκουσμα και μόνο της πρότασης, θα πάθαινε ανακοπή ο υπουργός των οικονομικών, μαζί με τους ομολόγους του στο Eurogroup και κάμποσους συμβούλους της Καγκελαρίας.

Εναλλακτικά, μια λύση για την Ελλάδα θα ήταν αυτό που έκανε όλα αυτά τα χρόνια, δηλαδή η αδράνεια. Πολύ φοβάμαι όμως ότι ούτε αυτή η επιλογή βρίσκεται πλέον στο τραπέζι, καθώς οι γεωπολιτικές καταστάσεις επιζητούν επιτακτικά λύση, κυρίως λόγω της επείγουσας ανάγκης αξιοποίησης των κοιτασμάτων και την εμπλοκή στην υπόθεση μερικών εκ των μεγαλύτερων εταιριών ενέργειας του δυτικού κόσμου. Στην εποχή που ζούμε είναι εύκολο να κάνεις ακόμα και τον κ. Πούτιν να υποχωρήσει, αλλά είναι αδύνατον να βάλεις στην αναμονή έναν άπληστο CEO και μια ομάδα ισχυρών μετόχων που αναμένουν τα κέρδη τους, σαν μια αγέλη λύκων γύρω από ένα αποκομμένο πρόβατο.

Για όλους αυτούς τους λόγους θα πρέπει Κύπριοι και Έλληνες να ζυγίσουν την κατάσταση, τις στρατιωτικές ισορροπίες και τη γεωπολιτική συγκυρία και να πράξουν σύμφωνα με το γενικό συμφέρον. Προσωπικά θα ρίσκαρα για το »όλα η τίποτα», αλλά με τη συγκεκριμένη οικονομική κατάσταση δεν νομίζω ότι θα επιτύγχανα πολλά πράγματα. Και αν κάποιοι έχουν αμφιβολίες για το ισοζύγιο ισχύος στην Ανατολική Μεσόγειο, αρμόδιοι είναι οι στρατηγοί. Ας ρωτήσουν ευθέως τον ΑΓΕΕΘΑ αν μπορεί να παρέχει υποστήριξη, τι είδους και με πόσες πιθανότητες επιτυχίας απέναντι σε μια ευθεία τουρκική πρόκληση. Ή αν έχει τη δυνατότητα να »προβάλει σημαία» ή να παρενοχλήσει με αξιώσεις ένα γεωτρύπανο που συνοδεύεται από φρεγάτες. Και αν όλα τα παραπάνω μπορεί να τα πράξει με την υποστήριξη αεροπορίας που να έχει τη δυνατότητα να επιτύχει air superiority, από τη Ρόδο έως την Κύπρο, έστω και στη θεωρία. Αν κάτι από τα παραπάνω δεν λειτουργεί, καλύτερα να ξεχάσουμε τη λέξη »μειοδοσία» και να αρχίσουμε να μελετάμε τρόπους, ώστε η συμφωνία στην οποία θα μας εξαναγκάσουν, να είναι όσο το δυνατόν λιγότερο ετεροβαρής.

Τα υπόλοιπα είναι δουλειά των παραγόντων του υπουργείου εξωτερικών, η -όποια- απόφαση, δουλειά του πρωθυπουργού και η επικύρωσή της, δουλειά της βουλής. Καλό είναι όμως να είμαστε τουλάχιστον ενημερωμένοι σωστά για το τι ακριβώς μπορούμε και κυρίως τι δεν μπορούμε να επιτύχουμε. Και ακόμα καλύτερο είναι, όταν ενημερώνουμε τους πολίτες, να έχουμε αίσθηση ευθύνης και να επιχειρηματολογούμε με πραγματισμό και όχι με θυμικό. Όλοι είμαστε αρκετά ενήλικες για να καταλάβουμε ότι οι ελληνικές θέσεις είναι εξόφθαλμα δίκαιες. Πόσο σίγουροι όμως είμαστε ότι είναι και εφαρμόσιμες; Και πόσο αποφασισμένοι (και ευκατάστατοι) είμαστε για να τις κάνουμε εφαρμόσιμες;