FRESH

Μακεδονικό: Eνα πρόβλημα που αναζητά λύσεις, αλλά γκρεμίζει καριέρες

Του Νίκου Χρυσόγελου

Τότε ήμουν ο μόνος Έλληνας ευρωβουλευτής που τόλμησε να τοποθετηθεί θετικά σε ένα ψήφισμα που κατά τα άλλα ήταν πολύ υποστηρικτικό στην προσπάθεια εξεύρεσης μιας δίκαιας και ισορροπημένης συμβιβαστικής λύσης στο θέμα της ονομασίας της ΠΓΔΜ αλλά και της εξάλειψης των εθνικισμών και του αλυτρωτισμού. Ορισμένοι έλληνες συνάδελφοι (που εξακολουθούν να παίζουν ρόλο στα πολιτικά πράγματα της χώρας) δεν τόλμησαν τότε να υπερψηφίσουν, φοβούμενοι τις αντιδράσεις στο εσωτερικό της χώρας. Ήξεραν, όμως, ότι δεν μπορούσαν να πείσουν τους υπόλοιπους ευρωβουλευτές για τα ανορθολογικά επιχειρήματα του πολιτικού κόσμου για το θέμα. Το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας ήταν χαρακτηριστικό: 505 υπέρ, 61 κατά, 14 λευκά. Ήμουν, όμως, ο μόνος έλληνας ευρωβουλευτής ανάμεσα στους 505 που την είχε ψηφίσει γιατί ήταν ένα εν δυνάμει εργαλείο για την δίκαιη επίλυση του προβλήματος μέσα από έναν συμβιβασμό.

Αξίζει, πάντως, να σημειωθεί ότι στη διακοινοβουλευτική συνάντηση Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Κοινοβουλίου ΠΓΔΜ που πραγματοποιήθηκε 22 και 23 Μαΐου 2013 στο Στρασβούργο, το κείμενο συμπερασμάτων υπερψηφίστηκε ομόφωνα από όλους τους ευρωβουλευτές (Έλληνες και ξένους) όλων των πολιτικών ομάδων και τους βουλευτές της ΠΓΔΜ που συμμετείχαν. Στη συνάντηση αυτή συμμετείχαν κι αρκετοί Έλληνες ευρωβουλευτές, μεταξύ των οποίων και εγώ (ως εισηγητής για θέματα ενέργειας και περιβάλλοντος). «Η για πρώτη φορά ομόφωνη ψήφιση κειμένου δείχνει ότι θα μπορούσαν να υπάρξουν, κάτω από ορισμένες συνθήκες και σε ευρωπαϊκό πλαίσιο, πνεύμα καλής θέλησης και πρωτοβουλίες για πραγματική επίλυση των διαφορών» είχα δηλώσει τότε.

Από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 μέχρι σήμερα ένα τόσο κεντρικό θέμα που έχει ρίζες πίσω στον 19ο αιώνα, όταν γίνονταν προσπάθεια συγκρότησης κρατών στη βάση εθνικών μύθων και καθαρότητας, αντιμετωπίστηκε με προχειρότητα και συχνά με καιροσκοπισμό. Οι ΠΡΑΣΙΝΟΙ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ δεν έχουμε εκπλαγεί, λοιπόν, από την μικροκομματική διαχείριση του «Μακεδονικού» και σήμερα. Είναι ένα θέμα που κυριάρχησε στις αρχές της δεκαετίας του ’90 με πολλά στοιχεία ανορθολογικότητας και εθνικιστικών υπερβολών και στην γειτονική και στην δική μας χώρα. Γρήγορα περιθωριακές ομάδες και πολιτικοί αντιλήφθηκαν ότι μπορούσαν να κερδοσκοπήσουν εκλογικά εκμεταλλευόμενοι το θυμικό των πολιτών και την απουσία μιας σοβαρής, ψύχραιμης και τεκμηριωμένης πολιτικής συζήτησης.

Μια αντιπαράθεση με …ιστορία

Το «Μακεδονικό» έπρεπε να έχει λυθεί ήδη στις αρχές της δεκαετίας του ’90, πριν οι δύο κοινωνίες μπολιαστούν με εθνικιστικές υπερβολές που δεν διευκολύνουν την υιοθέτηση μιας έντιμης και ισορροπημένης συμβιβαστικής λύσης.

Ένας συμβιβασμός δεν είναι ποτέ τέλειος. Πρέπει να αντιλαμβανόμαστε, όμως, ότι είναι η μόνη δυνατότητα επίλυσης τόσο πολύπλοκων θεμάτων, όπως η ονομασία μιας χώρας που μοιράζεται μέρος μιας γεωγραφικής περιοχής χωρίς με το όνομά της και τον εθνικό της μύθο να διεκδικεί μοναδικότητα στον γεωγραφικό και ιστορικό χώρο. Ένας έντιμος συμβιβασμός σε αυτό το θέμα δεν πρέπει ν’ αφήνει κάποια από τις κοινωνίες με την αίσθηση της ήττας και της ταπείνωσης, γιατί σε αντίθετη περίπτωση δεν θα είναι σταθεροποιητικός μακροχρόνια.

Η Συμφωνία για την εξεύρεση μια συμβιβαστικής λύσης για το όνομα της γειτονικής χώρας είναι στα (λίγα) θετικά της διακυβέρνησης Α. Τσίπρα (με την καθοριστική όμως υποστήριξη των Ευρωπαίων και των Αμερικανών). Αλλά αυτό δεν θα ήταν εφικτό αν ο Ζάεφ δεν άλλαζε τους συσχετισμούς.

Δυστυχώς, η Ελλάδα έκανε αργά στροφή από τον ακραίο λαϊκισμό κι εθνικισμό του «Η Μακεδονία είναι μία και Ελληνική» στον ρεαλισμό της σύνθετης ονομασίας, όταν όμως κυριαρχούσε πλέον ο Γκρουέφσκι στην γειτονική χώρα. Η χώρα μας είχε χάσει την ευκαιρία για μια ισορροπημένη λύση που προσέφερε το Πακέτο Πινέιρο στις αρχές της δεκαετίας του ‘90. Έτσι μέχρι πρόσφατα ήταν αδύνατη η συζήτηση για έναν έντιμο συμβιβασμό.

Ευτυχώς που σήμερα ένας ευρωπαϊκά προσανατολισμένος πολιτικός όπως ο Ζάεφ κατάφερε μέσα σε λίγο χρόνο να ανατρέψει μια κατάσταση που έμοιαζε μη αναστρέψιμη, αξιοποιώντας το χαρτί της ευρωπαϊκής κι ευρω-ατλαντικής προοπτικής της χώρας, ακριβώς αυτό που μια χούφτα άνθρωποι είχαμε υποστηρίξει ξεκάθαρα και στην Ελλάδα, έστω κι αν πολλοί μας επιτέθηκαν άγρια.

Αν οι ΠΡΑΣΙΝΟΙ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ήμασταν στην ελληνική Βουλή, θα ψηφίζαμε έστω και με μια κριτική προσέγγιση την συμφωνία, χωρίς αυτό να υπονοούσε ή να έδινε ψήφο εμπιστοσύνης στη σημερινή κυβέρνηση, γιατί είμαστε μια πολιτική δύναμη που μπορεί να προωθεί πολιτικές και να τοποθετείται με γνώμονα το συμφέρον της κοινωνίας και της χώρας, να συμβάλλει στην επίλυση προβλημάτων έχοντας μια στρατηγική αυτόνομης πολιτικής πορείας, όχι συνιστώσας σε κάποιο κόμμα.

Οι ευθύνες της αντιπολίτευσης για ανιστόρητες θέσεις

Όλος αυτός ο παραλογισμός που κυριαρχεί αυτόν τον καιρό αποδεικνύει την παρακμή του πολιτικού μας συστήματος. Η στάση της αντιπολίτευσης είναι ακατανόητη, ιδιαίτερα όταν έχει διαχειριστεί στο παρελθόν πλευρές της υπόθεσης και δεν κατάφερε να πετύχει κάτι καλύτερο παρά το εμπάργκο, τις καταγγελίες και κάθε είδους προσπάθεια που κατέβαλε.

Η Συμφωνία για την εξεύρεση μια συμβιβαστικής λύσης για το όνομα της γειτονικής χώρας είναι στα (λίγα) θετικά της διακυβέρνησης Α. Τσίπρα (με την καθοριστική όμως υποστήριξη των Ευρωπαίων και των Αμερικανών). 

Η γλώσσα της γειτονικής χώρας είναι επίσημη, δημόσια καταγεγραμμένη στον ΟΗΕ ήδη από το 1945. Είναι σημαντικό ότι στην συμφωνία διευκρινίζεται ότι έχει  σλαβικές ρίζες. Το Ελληνικό κράτος έχει, όμως, εκδώσει σχετικό βιβλίο στα μέσα της δεκαετίας του 1920 για να διδάσκεται στα σχολεία, ενώ σημαντικοί λογοτέχνες όπως η Πηνελόπη Δέλτα και ο Στρατής Μυριβήλης, ακόμα και ο Μακεδονομάχος Παύλος Μελάς αναφέρονται σε μια …γλώσσα «που μιλούσαν οι ντόπιοι».
Πώς είναι δυνατόν να αναφέρεται η αντιπολίτευση στο θέμα ισχυριζόμενη ότι «παραχωρήθηκε η Μακεδονική γλώσσα», όταν οι αρχαίοι Μακεδόνες δεν μιλούσαν φυσικά μια τέτοια γλώσσα;

Πώς είναι δυνατόν 25 και χρόνια μετά, να επανέρχονται πολιτικές δυνάμεις στην ισοπεδωτική και ζημιογόνα για τη χώρα άρνηση μιας συμβιβαστικής λύσης; Πώς είναι δυνατόν αντί να επιλύσουμε το ζήτημα να κινδυνεύουμε να πέσουμε σε  βαθύ διχασμό με όρους πολεμικής αντιπαράθεσης;

Οι ευθύνες της κυβέρνησης για την διαχείριση με μικρότητα ενός μεγάλου θέματος

Παρά την θαρραλέα στάση προώθησης συμβιβασμού στο θέμα, που πρέπει κανείς να του αναγνωρίσει, η διαχείριση της υπόθεσης από τον πρωθυπουργό Α. Τσίπρα είχε το στοιχείο της μικροκομματικής τακτικής. Αντί να επιδιώξει μια ευρεία συμμαχία που θα στήριζε στο κοινοβούλιο και στην κοινωνία την συμβιβαστική λύση, για την οποία δεν είχαν στο ελάχιστο προετοιμαστεί οι πολίτες, διαχειρίστηκε το θέμα με τρόπο ώστε να προκαλέσει διχασμό στην αντιπολίτευση και βαθιά πόλωση. Θα μπορούσε να καλέσει τα δημοκρατικά κόμματα και να διαμορφώσει μια ευρεία συμμαχία ώστε να ενημερωθεί σωστά και η κοινωνία. Να προσκαλέσει σε ουσιαστικό διάλογο χωρίς επιθετικές κορώνες φορείς και κόμματα ώστε να αναλυθούν τα θέματα αλλά και τα αντιμετωπιστούν τα στερεότυπα κάθε πλευράς. Υπάρχουν τόσα άλλα θέματα στα οποία υπάρχει πολιτική αντιπαράθεση, δεν υπήρχε λόγος σε ένα τόσο δύσκολο θέμα να ανοίξει ο πρωθυπουργός μέτωπο αντιπαράθεσης. Στο ζήτημα αυτό έπρεπε να εξασφαλίσει ευρύτατη πολιτική και κοινωνική υποστήριξη. Ενώ η πρωτοβουλία επίλυσης ήταν σωστή, η κυβέρνηση την διαχειρίστηκε με μικρο-κομματική αντίληψη.

Οι τακτικισμοί αυτοί δεν συγκροτούν μια διαφορετική πολιτική, δυστυχώς επαναλαμβάνονται και σε άλλα θέματα. Αυτοί οι τακτικισμοί είναι που μετέτρεψαν έναν ψεκασμένο (Καμμένος) σε «πολιτικό αρχηγό» που μπορούσε να καθορίζει πολιτικές εξελίξεις. Η πολιτική των τακτικισμών είχε ως αποτέλεσμα να εκδιωχθεί στην πραγματικότητα για χάρη του Π. Καμμένου ο Υπουργός Εξωτερικών που χειρίστηκε το θέμα, ο οποίος τώρα έφυγε από την κυβέρνηση και τώρα σηκώνει τη σημαία της «πατριωτικής ανταρσίας, της απόρριψης της Συμφωνίας και της κατεδάφισης της κυβέρνησης (στην οποία συμμετείχε μέχρι πριν από λίγες ημέρες). Θα έλεγε κάποιος ότι πλέον οι γελοιογράφοι δεν μπορούν να σκεφθούν κάτι πιο αστείο από την σημερινή πολιτική πραγματικότητα.

Είναι δίκαιη η συμβιβαστική λύση για την δική μας πλευρά;

Οι ΠΡΑΣΙΝΟΙ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ θεωρούμε ότι όπως και κάθε συμβιβασμός, έτσι και  η Συμφωνία των Πρεσπών και οι τροπολογίες στο Σύνταγμα της γειτονικής χώρας, αποτελούν μια σχετικά ικανοποιητική βάση επίλυσης μιας μακροχρόνιας και συναισθηματικά φορτισμένης αντιπαράθεσης μεταξύ των δύο κοινωνιών. Η αλλαγή του ονόματος σε Βόρεια Μακεδονία και η υιοθέτηση από μια μεγάλη πλειοψηφία  81 βουλευτών των αλλαγών άρθρων του Συντάγματος που περιορίζουν δραστικά θέματα «αρχαιοποίησης» κι εκμετάλλευσης της ιστορίας αλλά κι αλυτρωτισμού, αν και σήμερα θεωρούνται «δεδομένα», έμοιαζαν μακρινά όνειρα μερικά χρόνια πριν.

Στα Βαλκάνια όπου κυριαρχούν ακόμα οι εθνικισμοί, ο Ζάεφ κατάφερε να διαλύσει στην πραγματικότητα το πανίσχυρο κάποτε – χάρη και στους δικούς μας …εθνικιστές – VMRO, το εθνικιστικό κόμμα που απέδειξε ότι ο εθνικισμός είναι ένα καλό εργαλείο πλουτισμού ορισμένων. Θυμίζουμε ότι ο πρώην αρχηγός του κατηγορείται ότι πήρε μίζες από όλη αυτή την γελοιότητα με τα αγάλματα του Μεγαλέξανδρου. Όμως, αυτός ο φυγόδικος πλέον πολιτικός που αξιοποίησε στο έπακρο τα λάθη μας και τα εθνικιστικά συνθήματα («η Μακεδονία είναι μία και Ελληνική») για να κυριαρχεί επί μακρόν στη χώρας του, είχε μια πολύ σκληρή εθνικιστική στάση, όπως γνωρίζουν καλά και οι έλληνες πολιτικοί που βρέθηκαν απέναντί του, δεν έκανε ούτε βήμα πίσω, ακόμα και όταν του ασκήθηκαν έντονες πιέσεις από τον διεθνή παράγοντα.

Το μπαλάκι είναι τώρα στην ελληνική πλευρά. Έχουμε φτάσαμε κοντά σε μια σχετικά ισορροπημένη συμφωνία. Τώρα είναι η ώρα των επιλογών. Είτε θα χαράξουμε μια νέα στρατηγική για να κατοχυρώσουμε τα «κεκτημένα» και να συνεργαστούμε μακροπρόθεσμα ώστε να εξαλειφθούν οι όποιες εθνικιστικές ανοησίες στην γειτονική χώρα μέσω της αλληλο-γνωριμίας και του αμοιβαίου σεβασμού, είτε θα απορρίψουμε την Συμφωνία με ότι κινδύνους συνεπάγεται αυτό.

Θα μπορούσε να είναι καλύτερη η συμφωνία των Πρεσπών; Πιθανόν, αν είχαμε αποδεχθεί το Πακέτο Πινέιρο το 1992 πριν συμβούν όσα συνέβησαν από τότε, πριν ξεκινήσει η εθνικιστική υστερία στην γειτονική χώρα. Αλλά τότε, σύσσωμο το πολιτικό σύστημα στη χώρα μας αδυνατούσε να δει ποιο ήταν το πραγματικό συμφέρον της χώρας μας, και παρασύρονταν σε μια εθνικιστική υστερία που αδυνατούσε  να κατανοήσει οποιοσδήποτε νοήμων άνθρωπος.

Θα μπορούσε η λύση να είναι καλύτερη αν είχαν αξιοποιηθεί ευρωπαϊκά κείμενα και πολιτικές, για παράδειγμα οι εκθέσεις του Ευρωκοινοβουλίου, όπως η “Έκθεση προόδου του 2012 για την πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας” του Βρετανού Σοσιαλδημοκράτη Ρίτσαρντ Χιούιτ που είχε υπερψηφίσει το Ευρωκοινοβούλιο το 2013.

Θα μπορούσε να υπάρχει καλύτερη συμφωνία στο θέμα του ονόματος, όπως πχ το Νέα Μακεδονία, ή η γλώσσα να ονομάζονταν «Macedonski”, αντί «Macedonian”. Οι καλόπιστοι ή κακόπιστοι επικριτές της Συμφωνίας των Πρεσπών θα πρέπει, όμως, να σκέφτονται πάντα ότι μόλις λίγα χρόνια πριν έμοιαζε απίθανο να υπάρξει οποιαδήποτε συμβιβαστική συμφωνία που θα διασφάλιζε ότι το όνομα της γειτονικής χώρας δεν θα δημιουργούσε σύγχυση σε σχέση με την δική μας Μακεδονία. Οι ίδιοι οι επικριτές της Συμφωνίας στην δημόσια συζήτηση είχαν επικεντρώσει εδώ και 25 χρόνια κυρίως στο θέμα της ονομασίας ως το σύμβολο του «αλυτρωτισμού», άρα είχαν θεωρήσει δευτερεύοντα άλλα θέματα.

Με το βλέμμα στραμμένο προς το μέλλον, όχι προς το παρελθόν

Το πιο καθοριστικό ήταν και παραμένει ως ζητούμενο, ο συνδυασμός της    συμβιβαστικής λύση για την ονομασία με μια μακροχρόνια πολιτική καλής γειτονίας, που θα βοηθήσει την γειτονική χώρα να στραφεί στο μέλλον, αντί να προσπαθεί να συγκροτήσει την ταυτότητά της στη βάση μιας “αρχαιοποίησης” που δεν έχει ιστορική βάση. Και που θα την κάνει καλό εταίρο μας σε μια περιοχή όπου υπάρχει σκληρός ανταγωνισμός μεταξύ μεγάλων διεθνών παιχτών όπως είναι η Ρωσία και οι ΗΠΑ.
Όσοι ισχυρίζονται ότι μπορούμε ως χώρα να απορρίψουμε την Συμφωνία των Πρεσπών και να διαπραγματευτούμε στο μέλλον μια καλύτερη, κρύβονται πίσω από το δάκτυλο τους, κάνουν πολιτική χωρίς στοιχειώδη τεκμηρίωση δεδομένων μια εξωπραγματική επιθυμία τους.

Αν δεν “περάσει” η Συμφωνία  κατά την ψηφοφορία στην ελληνική Βουλή, δεν θα υπάρξει καλύτερη λύση στο μέλλον.  Και η γειτονική χώρα θα ονομαστεί οριστικά σκέτο «Μακεδονία», ενώ αλυτρωτικές κι εθνικιστικές πολιτικές θα επιστρέψουν πολύ πιο δυνατές. Ο κίνδυνος δεν αφορά μόνο το όνομα της γειτονικής χώρας, αλλά το μέλλον μιας χώρας που θα μετατραπεί σε «εχθρό», δεν πρόκειται να την έχουμε ως καλή γείτονα κι εταίρος στα σύνορά μας.

Η συμβιβαστική λύση θα έπρεπε να έχει μεγάλη κοινωνική και πολιτική υποστήριξη. Η ακραία επιχειρηματολογία είτε από την πλευρά της ΠΓΔΜ είτε από την δική μας πλευρά δεν έγινε αποδεκτή ποτέ σε διεθνές επίπεδο. Τα κόμματα έπρεπε να έχουν προετοιμάσει την κοινωνία για τον συμβιβασμό. Έτσι δεν θα κινδύνευαν κι αυτά και κυρίως δεν θα υιοθετούσαν καταστροφικές πολιτικές για τη χώρα από τον φόβο μήπως ξεπεραστούν από εθνικιστικά και ακροδεξιά μορφώματα. Η αντιμετώπιση τέτοιων κινδύνων δεν μπορεί να βασιστεί σε μια στρατηγική υιοθέτησης του λόγου τους, αλλά αντιθέτως ανάδειξης μέσω δημοκρατικού διαλόγου και επιχειρημάτων του γόνιμου εδάφους φόβου και άγνοιας που είναι αυτό που διευκολύνει την ανάπτυξή τους.

Με την προϋπόθεση ότι έχουμε ως Ελλάδα μια δυναμική συμμετοχή και ενεργό ρόλο, τα Βαλκάνια θα μπορούσαν να μετατραπούν από πεδίο αντιπαράθεσης σε χώρο πρότυπο συνεργασίας και καλής γειτονίας. Απουσιάζει προς το παρόν μια τέτοια δύναμη από τα Βαλκάνια που θα αλλάξει το παιχνίδι. Θέλουμε και μπορούμε, όμως, ως κοινωνία να παίξουμε αυτόν τον ρόλο για λόγους ειρήνης, καλής γειτονίας, οικονομικής προοπτικής και βιωσιμότητας, με το βλέμμα στραμμένο προς το μέλλον;

ΑΠΟ ΤΟ TVXS