Μη προγραμματικές δηλώσεις μιας περίεργης κυβέρνησης που διαμορφώνει ένα μη βέβαιο μέλλον

Toυ Γ. Λακόπουλου

Οι δύο ομιλίες του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στη Βουλή  έδειχναν να είχαν γραφεί για προεκλογική χρήση και δεν πρόλαβε να τις εκφωνήσει, αλλά λυπήθηκε να τις πετάξει.

Προγραμματικές  δηλώσεις πάντως  κυβέρνησης που έχει συνεκτικό πρόγραμμα, χρονοδιάγραμμα και ακριβείς στόχους δεν ήταν.  Ίσως έχουν δίκιο όσοι σχολίασαν ότι το  ενδιαφέρον δεν βρίσκεται σε όσα είπε η νέα κυβέρνηση, αλλά πρωτίστως σε όσα δεν είπε.

Άλλωστε πρόκειται για μια  περίεργη κυβέρνηση, μακράν από τις προεκλογικές προδιαγραφές της από τον Πρωθυπουργό – που  προβάλλεται ως «ο καλύτερα προετοιμασμένος» ever,  αλλά για να διορίζεις αμέσως  γενικούς γραμματείς της αρεσκείας σου, δεν απαιτείται καμία προετοιμασία.

Στη σημερινή κυβέρνηση υπάρχει και ένα εξ ίσου περίεργο υποσύνολο από πρόσωπα με άλλες ιδεολογικές αφετηρίες που αποσκίρτησαν  προς τη Δεξιά από άλλους πολιτικούς χώρους: από το ΠΑΣΟΚ, το ΚΚΕ, το Ποτάμι και τον ΛΑΟΣ.  Σαν ανεμομαζώματα δείχνουν.

Δίπλα τους κάποιοι  σχεδόν απολίτικοι τεχνοκράτες, χωρίς κοινοβουλευτική ιδιότητα, σε διατεταγμένη υπηρεσία σε ορισμένες περιπτώσεις.  Κανονική κυβέρνηση αυτό δεν το λες.

Το δείχνει και η αντιφατική παρουσία του Κυριάκου Μητσοτάκη: βγήκε νικητής στις εκλογές ενώ είχε ηττηθεί σε όλα τα πολιτικά ζητήματα της προηγουμένης περιόδου: από τις πρόωρες εκλογές που ζητούσε, ως το Μακεδονικό, τα Μνημόνια και την οικονομία.

Αυτό τον επηρεάζει και σήμερα. Π.χ. ανέφερε ότι θα διεκδικήσει την… αξιοπιστία στο εξωτερικό και τη σταθερότητα στο εσωτερικό σε μια χώρα που δεν ήταν ποτέ πιο αξιόπιστη διεθνώς και σταθερά στο εσωτερικό την τελευταία δεκαετία, όσο την παρέλαβε.

Επιπλέον μένει να δούμε τι κρύβουν κάποιες ιδιαιτερότητες στη σύνθεση και τη λειτουργία  της κυβέρνησης. Π.χ. γιατί ο … οικογενειακός δικαστής έγινε αντιπρόεδρος και ορισμένοι… διαβόητοι φίλοι της πήραν ρόλους στο νέο σύστημα διακυβέρνησης, ακόμη και αν στην προηγουμένη φάση τους είχε διασύρει η ίδια η ΝΔ.

Ομοίως μένει δούμε προς τι η  επιμονή  στον  κεντρικό έλεγχο των πόρων αλλά και της ενημέρωσης. Φαντάζεται κανείς τι θα συνέβαινε αν ως Πρωθυπουργός ο Αλέξης Τσίπρας  μετέφερε στην προσωπική του αρμοδιότητα την ΕΡΤ, το ΑΠΕ και την ΕΥΠ  ή  όριζε τον ανεψιό του «επιλοχία» των υπουργών;

Αυτή η επιμονή οδηγεί σε επιλογές, που θα δυσκολεύονταν να κάνει μια κυβέρνηση ακόμη και στον 19ο αιώνα. Όπως π.χ. να αναθέσει τη σωφρονιστική  πολιτική, τις ακαδημαϊκές ελευθερίες και το μεταναστευτικό στην… Αστυνομία.. Ή να διακηρύξει ότι « χωρίς ασφάλεια δεν υπάρχει δημοκρατία και ελευθερία», ενώ μάλλον το αντίθετο ισχύει.

Την ίδια στιγμή  εξαγγέλλονται  επιμέρους σχεδιασμοί που δημιουργούν την αίσθηση προσυμφωνημένων «ντίλς», με τα οποία  κάποιοι ετοιμάζονται να πλουτίσουν, ενώ στην κοινωνία  μοιράζονται για αντιπερισπασμό χάντρες και καθρεφτάκια.

Δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η μεταφορά των Φυλακών Κορυδαλλού -που μυρίζει… ιδιωτικοποίηση  του σωφρονιστικού συστήματος αλά Αμερική- και το Τατόι  είναι η λοκομοτίβα που θα οδηγήσει τη χώρα και κυρίως τους ανθρώπους της στο μέλλον.

Η περίφημη επενδυτική πολιτική χάθηκε σε αοριστίες και κορώνες, που κρύβουν την αμηχανία της κυβέρνησης μπροστά στη πράξη που ήδη απέχει από τα λόγια της με αποτέλεσμα να μην διακρίνεται καν  κάποιο μέλλον, καλό ή κακό.

Π.χ. για να υπάρξουν ξένες επενδύσεις απαιτούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις: αποτελεσματική διοίκηση, γρήγορη Δικαιοσύνη,  διαφάνεια και  επενδυτική διάθεση των Ελλήνων πρωτίστως.  Τα εντόπισε  κανείς στις προγραμματικές δηλώσεις;

Αυτό που είδαμε στη Βουλή- όπου παραδόξως ο ίδιος ο Πρωθυπουργός προσπαθούσε να οξύνει το κλίμα που δεν όξυνε η αντιπολίτευση- ήταν μια παράσταση προεκλογικής κεκτημένης ταχύτητας. Στην οποία ο πρωθυπουργός μιλούσε σαν από μπαλκόνι και ο Άδωνις σε δική του γραμμή ανήγγειλε ειδικά δικαστήρια.

Η ώρα της αλήθειας για την πολυπληθή και εν πολλοίς ασύνδετη εσωτερικά πρώτη κυβέρνηση Μητσοτάκη θα έλθει όταν καταθέσει τον πρώτο προϋπολογισμό της.  Ή αλλιώς: όπως  φώναζαν  οι Μοσχοβίτες στα στρατεύματα του  Τσάρου που έφευγαν  τραγουδώντας για τον Πρώτο Πόλεμο: «Θα τα πούμε όταν λιώσουν τα άρβυλα»