
Του Γ. Λακόπουλου

Μέσα σ’ αυτόν το θόρυβο ένα ύποπτο περιστατικό με αμφιλεγόμενο πλοίο -ακόμη και αμφιλεγόμενης ιδιοκτησίας- στο Σαρωνικό, ρυπαίνει τη θάλασσα. Ένας άλλος υπουργός φεύγει αμέριμνος για το αδιάφορο υπηρεσιακό ταξίδι στο Λονδίνο και μέχρι να επιτρέψει ο Μητσοτάκης έκανε “αυτοψίες” στη Γλυφάδα.
Ένας τρίτος υπουργός, βρίσκεται στο Λονδίνο και πετάγεται μέχρι το καζίνο για να ξεσκάσει. Τον φωτογραφίζουν με τις μάρκες στα χέρια με την ίδια ευκολία με την οποία τον μαγνητοφωνούσαν όταν μιλούσε με κατάδικους αναρμοδίως -βάζοντας όλη την κυβέρνηση σε περιπέτεια. Στη Βουλή αντί να αναλάβει τις ευθύνες του έκανε πιο σκοτεινή την υπόθεση…
Όλα αυτά ήταν βούτυρο στο ψωμί της ΝΔ την ώρα που έχανε το έδαφος κάτω από τα πόδια της. Τα ΜΜΕ που τη στηρίζουν – ή την καθοδηγούν- σηκώνουν κουρνιαχτό να μην ακουστούν όσα λέει η κυβέρνηση για την πορεία της χώρας και κυρίως όσα λένε οι Ευρωπαίοι για την ελληνική πρόοδο -αναγνωρίζοντας την κυβερνητική προσπάθεια για αποσύνδεση της χώρας από το Μνημόνιο και την πορεία προς την ανάπτυξη.
Ακριβώς στο σημείο αυτό η υπόθεση της επένδυσης στο Ελληνικό έρχεται εκ νέου στο προσκήνιο, ως πρόβλημα δυστροπίας του ΚΑΣ- και πάντως ως κυβερνητική αδυναμία να την ολοκληρώσει. Όλοι όμως γνωρίζουν ότι η καθυστέρηση είναι η ορατή πλευρά μιας “σύγκρουσης γιγάντων” που έχουν κάνει την κυβέρνηση σάντουιτς.
Παραδόξως ένας υπουργός και ένας πρώην υπουργός ρίχνουν νερό στο μύλο όσων κατηγορούν τον Τσίπρα ότι “δεν θέλει την επένδυση”. Εκεί πάνω ένας βουλευτής του λέει στα ξεκούδουνα ότι αν ήταν στο χέρι του ΣΥΡΙΖΑ θα την καταργούσε. Αυτά -και όσα είπαν ορισμένοι σε μια συνεδρίαση του Πολιτικού Συμβουλίου- έδωσαν για πρώτη φορά δείγματα ότι η “στεγανοποίηση” που έχει επιβάλλει ο Τσίπρας στο κόμμα του και στην κυβέρνησή του εμφανίζει ρήγματα- και όποιος θέλει να καταλάβει, καταλαβαίνει.
Η διπλή πραγματικότητα
Τα παραπάνω αποκτούν ιδιαίτερη αξία αν συμπληρωθούν με συμπεριφορές άλλων κυβερνητικών αξιωματούχων και κρατικών λειτουργών σε κάποιες κρίσιμες υποθέσεις και κυρίως αν προβληθούν στο ταμπλό της διπλής πραγματικότητας στην οποία κινείται η χώρα.
Από τη μια πλευρά υπάρχει η πραγματική πολιτική, η προσπάθεια να ανοίξει η πορεία εξόδου από το Μνημόνιο. Υπάρχει η ουσία των εξελίξεων, και η ελπίδα να μπει η πολιτική σε διαφορετική τροχιά και να μην είναι κόμματα, κυβερνήσεις και πολιτική υποχείρια και νεροκουβαλητές συμφερόντων. Να μη έχει κανένας μεγαλοπαράγοντας περιθώριο να σηκώσει τηλέφωνο για να κάνει υποδείξεις στον Πρωθυπουργό. Να κάνει λάθη η κυβέρνηση, αλλά να είναι δικά της, όχι “ εκπλήρωση υποχρεώσεων” σε “νταβατζήδες” του δημοσίου βίου.
Σ’ αυτή τη κατεύθυνση υπάρχουν προβλήματα, αρρυθμίες και σφάλματα, κάτι γίνεται: η χώρα προχωράει προς την ανάκαμψη και ένα τμήμα του πολιτικού φάσματος απελευθερώνεται από την κυριαρχία των ισχυρών του χρήματος- που δεν τα παρατάνε πάντως, αλλά έχουν επιστρατεύσει τα πιο τυχοδιωκτικά στοιχεία για να “ρίξουν τον Τσίπρα”.

Η αναμέτρηση ανάμεσα στο Τσίπρα από τη μια μεριά και το σύστημα που διαφέντευε τη χώρα και τους πόρους της στο παρελθόν, μετατρέπεται από τη ΝΔ σε πολιτική αναμέτρηση ανάμεσα στην ίδια και την κυβέρνηση. Ως σπόνσορες κάποιοι μιντιάρχες δίνουν την εντύπωση ότι έχουν υπό τον έλεγχο την αντιπολίτευση –όπως παλιότερα είχαν τις εναλλασσόμενες κυβερνήσεις ΝΔ – πλην των δυο Καραμανλήδων- και το ΠΑΣΟΚ, πλην του Ανδρέα Παπανδρέου.
Αυτή η εκτροπή της πολιτικής είναι εύκολα ερμηνεύσιμη. Αυτό που χρήζει πλέον ερμηνείας είναι η ενδοκυβερνητική και ενδοκομματική δραστηριότητα προσώπων που προσφέρουν προσχήματα στους αντίπαλους του Τσίπρα, εκόντες, άκοντες. Είτε από ανικανότητα και αφασία, είτε επικαλούμενοι την ιδεολογική ορθοδοξία τους- την ιδεολογική τύφλα τους ορισμένοι..
Έτσι διευκολύνουν ώστε στο μιντιακή ατμόσφαιρα η δραστηριότητα του Τσίπρα ως Πρωθυπουργού, να επισκιάζεται από τους κρότους και τους θορύβους που παράγει μερίδα των ΜΜΕ. Δεν συντάσσονται με την ΝΔ όπως προτάσσουν, αλλά δίνουν μάχη για να επιστρέψουν στα προνόμια, τη ασυδοσία και την πρόσβαση το δημόσιο χρήμα που είχε μια “κάστα” κρατικοδίαιτων στο παρελθόν- ή να αποφύγουν μέλη της ποινικές ευθύνες για παλιές αμαρτίες.
Αυτό είναι το παιχνίδι, αλλά δεν δείχνουν το αντιλαμβάνονται όλους το Συριζαίικο. Έτσι σε μια αντικυβερνητική ατμόσφαιρα που διαμορφώνεται όχι με σκληρή κριτική και πολιτική επιχειρηματολογία, αλλά με χαρακτηρισμούς, ύβρεις και παραπληροφόρηση από την αντιπολίτευση και διατεταγμένος αρθρογράφους, κάποιοι παράγοντες της κυβερνητικής πλευράς δίνουν αφορμές. Αυτό δεν αφορά μόνο τον Καμμένο που είναι έτσι κι αλλιώς στίγμα και βαρίδι στην κυβέρνηση.
Αυτές οι συμπεριφορές εκ των πραγμάτων εξελίσσονται σε παγίδες για τον Τσίπρα, αποδυναμώνουν την δραστηριότητά του, προκαλούν σύγχυση και αβεβαιότητα και τελικά λειτουργούν υπέρ της αντιπολίτευσης. Εκόντες -άκοντες κάποιοι παράγοντες είναι οι καλύτεροι τροφοδότες των ΜΜΕ. Το χειρότερο όμως είναι ότι σε κάποιες περιπτώσεις και για πρώτη φορά υπάρχουν ενδείξεις ότι “μπήκαν στην πόλη οι εχθροί”. Πόσο εφιαλτικό είναι αυτό το κατάλαβαν καλά επί των ημερών τους ο Ανδρέας Παπανδρέου και ο Κ. Καραμανλής.
Τι θα έκαναν ο Ανδρέας και ο Καραμανλής

Το βλέπουν πρώτοι οι Ευρωπαίοι που σπεύδουν να δώσουν τη στήριξη τους. Όχι μόνο γιατί διαπιστώνουν ότι ο Τσίπρας κύλησε μπροστά τον τροχό, αλλά και για τους λόγους που ανέφερε στα ΝΕΑ το περασμένο Σάββατο ο καθηγητής Ιωακειμίδης: Να κλείσει ο “φάκελος Ελλάδα”.
Ο ΣΥΡΙΖΑ ως κόμμα μπορεί να παραμένει σκορποχώρι- δεν είναι απαραίτητα κακό. Αλλά η κυβέρνηση δεν νοείται να μην είναι απολύτως στοιχισμένη στη γραμμή του Πρωθυπουργού, όχι μόνο στο κυβερνητικό έργο, αλλά και στις συμπεριφορές- αυτό συμπεριλαμβάνει και όχι μόνο τους Συριζαίους, αλλά και τους κοινοβουλευτικούς εταίρους τους.
Ο Κ. Χρυσόγονος είπε πρόσφατα, για να δικαιολογήσει την έξοδο του, ότι “ο Τσίπρας είναι συγκεντρωτικός”. Κάθε άλλο. Ίσως το πρόβλημά του είναι ότι δεν είναι- σε ό,τι αφορά τους υπουργούς του. Τουλάχιστον με τη μέθοδο που δίδαξε ο Ανδρέας Παπανδρέου: “Πάρε τα μολυβιά σου και φύγε τώρα”. Η παλαιότερα ο Κωνσταντίνος Καραμανλής –ειδικά όταν σήκωσε το πορτοκαλί τηλέφωνο πριν τις οκτώ το πρωί…
