Τρίτη 14 Αυγούστου 2018 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Οι λαϊκίστικες υποσχέσεις των οπαδών του Brexit αποδείχθηκαν κενές

Του Sebastian Mallaby (*)

Η εκστρατεία υπέρ του Brexit άντλησε πολλή ενέργεια από την ξενοφοβία, και ιδιαίτερα από την αύξηση του αριθμού των κατοίκων που έχουν γεννηθεί στο εξωτερικό από 3,8 εκατομμύρια το 1993 σε 8,7 εκατομμύρια το 2015.

Ενώ οι Αμερικανοί ζουν τον λαϊκιστικό εφιάλτη τους, το παράλληλο πείραμα στη Βρετανία μόλις πέρασε από ένα σημείο καμπής. Δέκα οκτώ μήνες μετά το δημοψήφισμα για το Brexit, στη διάρκεια των οποίων οι υπέρμαχοι της αποχώρησης από την ΕΕ ανέπτυξαν μια σειρά από αληθοφανή επιχειρήματα, η Βρετανία ολοκλήρωσε την πρώτη φάση των συνομιλιών. Οι λαϊκίστικες υποσχέσεις αποδείχθηκαν κενές. Και έρχονται χειρότερα.

Οι διαπραγματεύσεις που ολοκληρώθηκαν νωρίς το πρωί της Παρασκευής είχαν τρία στοιχεία. Πρώτα απ’ όλα, η ΕΕ επέμενε η Βρετανία να συμφωνήσει να πληρώσει ένα μεγάλο ποσό προτού ξεκινήσουν οι συνομιλίες για μια εμπορική συμφωνία. Οι Βρετανοί πρώτα αντέδρασαν έντονα. Υστερα απέρριψαν τη διευθέτηση. Και στη συνέχεια υποχώρησαν. Η Τερέζα Μέι, η δύσμοιρη πρωθυπουργός της Βρετανίας, συμφώνησε σε ένα συνολικό ποσό 50 δισεκατομμυρίων δολαρίων, το μισό του ποσού που δαπανάται ετησίως για την εκπαίδευση από την κεντρική κυβέρνηση και τις τοπικές αρχές μαζί. Η υπόσχεση ότι με την αποχώρηση από την ΕΕ θα εξοικονομούνταν χρήματα για εγχώριες προτεραιότητες αποδείχθηκε ψευδής.

Δεύτερον, η Βρετανία υποχώρησε στο ζήτημα της μετανάστευσης. Η εκστρατεία υπέρ του Brexit άντλησε πολλή ενέργεια από την ξενοφοβία, και ιδιαίτερα από την αύξηση του αριθμού των κατοίκων που έχουν γεννηθεί στο εξωτερικό από 3,8 εκατομμύρια το 1993 σε 8,7 εκατομμύρια το 2015. Παρά τον ισχυρισμό των Brexiteers όμως ότι αυτή η κατάσταση είναι απαράδεκτη, η Μέι υποσχέθηκε να εγγυηθεί τα δικαιώματα των 3 εκατομμυρίων πολιτών της ΕΕ που ζουν στη Βρετανία. Τα δικαιώματα αυτά περιλαμβάνουν την έλευση συγγενών στη Βρετανία και την είσπραξη επιδομάτων ακόμη και μετά την αποχώρηση από τη χώρα.

Επιπλέον, τα δικαιώματα ορισμένων ευρωπαίων πολιτών θα επικυρωθούν σε ορισμένες περιπτώσεις από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με μια άλλη υπόσχεση των οπαδών του Brexit: ότι ο υποτιθέμενος εξευτελισμός από ξένα δικαστικά σώματα θα λάβει τέλος. Για μια μεταβατική περίοδο οκτώ ετών, οι βρετανοί δικαστές θα μπορούν να παραπέμπουν υποθέσεις στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Στη συνέχεια, οι βρετανοί δικαστές θα σέβονται την ευρωπαϊκή νομολογία που θα έχει συσσωρευτεί σε κάθε τομέα.

Τρίτον, η Μέι πέτυχε μια προσωρινή συμφωνία για το καυτό θέμα της Ιρλανδίας. Η ευημερία της Ιρλανδίας, για να μην αναφέρουμε την ειρήνη μεταξύ Καθολικών και Προτεσταντών, οφείλεται στο γεγονός ότι τα σύνορα μεταξύ της κυρίαρχης Ιρλανδικής Δημοκρατίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, που ανήκει στο Ηνωμένο Βασίλειο, είναι «αόρατα». Χάρις στο γεγονός αυτό, μια εταιρεία στον Βορρά μπορεί να έχει πελάτες και υπαλλήλους στον Νότο χωρίς να ανησυχεί για τελωνειακούς ελέγχους ή ελέγχους διαβατηρίων. Οι Καθολικοί στον Βορρά, που θέλουν μια ανεξάρτητη και ενωμένη Ιρλανδία, ήταν ως τώρα ικανοποιημένοι με την αίσθηση της οιωνεί ενότητας που πρόσφεραν αυτά τα μη-σύνορα. Το Brexit τα υπονομεύει όμως όλα αυτά. Η Ιρλανδική Δημοκρατία θα εξακολουθήσει να ανήκει στην ΕΕ, ενώ η Βόρεια Ιρλανδία θα αποχωρήσει μαζί με το Ηνωμένο Βασίλειο. Τα «σκληρά» σύνορα που χωρίζουν την Ιρλανδία μοιάζουν αναπόφευκτα.

Η Μέι μπόρεσε να γλυτώσει προς το παρόν από αυτή τη λογική, δηλώνοντας ότι δεν θα υπάρξουν «σκληρά» σύνορα. Την ίδια στιγμή, με κάποιον τρόπο, η Βόρεια Ιρλανδία θα πάψει να διέπεται από τις τελωνειακές διευθετήσεις της Ευρώπης και από τη δικαιοδοσία των ευρωπαϊκών δικαστηρίων. Η κοινή γνώμη καλείται να πιστέψει ότι η Βόρεια Ιρλανδία μπορεί να ζει αρμονικά με την Ιρλανδική Δημοκρατία και την ΕΕ, και ταυτόχρονα να ζει αρμονικά με τη Βρετανία που δεν θα είναι μέλος της ΕΕ. Το πώς θα επιτευχθεί αυτό είναι άγνωστο.

Χάρις σ’ αυτά τα τεχνάσματα και τις υπεκφυγές, η βρετανίδα πρωθυπουργός έπεισε την ΕΕ να ανοίξει τη δεύτερη φάση των διαπραγματεύσεων για το Brexit. Η φάση αυτή θα είναι ακόμη σκληρότερη. Η κυβέρνηση θα πρέπει να αποφασίσει τι θέλει: ένα σύμφωνο ελευθέρου εμπορίου, που θα ελαχιστοποιεί τους δασμούς αλλά δεν θα προβλέπει τίποτα για άλλους φραγμούς που απορρέουν από τη μη συμμετοχή της στην ΕΕ, ή μια βαθύτερη εναρμόνιση, στο πλαίσιο της οποίας θα δέχεται τους ευρωπαϊκούς κανόνες για την ασφάλεια των προϊόντων. Στην πρώτη περίπτωση, θα ζημιωθεί η βρετανική οικονομία που στηρίζεται στις υπηρεσίες. Στη δεύτερη, θα γελοιοποιηθεί η ρητορική των Brexiteers περί εθνικής κυριαρχίας και ανεξαρτησίας.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, είναι πολύ νωρίς να αξιολογηθεί η κληρονομιά του προέδρου Τραμπ. Προς το παρόν είναι κακή, αλλά μπορεί να γίνει χειρότερη. Αντιστοίχως, υπάρχουν διαβαθμίσεις του κακού για το Brexit. Είναι ευτύχημα ότι στην πρώτη φάση των διαπραγματεύσεων η κυβέρνηση Μέι προτίμησε να παραδοθεί από το να συγκρουστεί: καλύτερα να πληρώσεις έναν τσουχτερό λογαριασμό παρά να προκαλέσεις μείζον πρόβλημα στην ΕΕ με την απουσία συμφωνίας. Αν στη συνέχεια η Βρετανία διαρρήξει τους δεσμούς της με την ενιαία ευρωπαϊκή αγορά και κλείσει τα σύνορά της στη μετανάστευση, μια επιτυχημένη χώρα θα μπει οριστικά στο σκοτεινό τούνελ της παρακμής.

(*) Ο Σεμπάστιαν Μάλαμπι είναι αρθρογράφος της Washington Post και συγγραφέας του βιβλίου «Ο άνθρωπος που γνώριζε: η ζωή και η εποχή του Αλαν Γκρίνσπαν».

(Πηγή: Washington Post- ΑΠΕ ΜΠΕ)