Οι χειρισμοί στις Πρέσπες παγιδεύουν την πολιτική Μητσοτάκη στα ελληνοτουρκικά: το θερμό επεισόδιο, η κρίση και ο… Καραμανλής

Του Γ. Λακόπουλου

«Αν κάνουμε πόλεμο με την Τουρκία, θα είμαστε μόνοι μας, δεν θα έρθει κανείς να θυσιαστεί για εμάς«

Ντόρα Μπακογιάννη

Σκούρα τα πράγματα.  Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις κινούνται πλέον επι ξυρού ακμής. Το  «θερμό επεισόδιο» έρχεται όλο  και πιο κοντά- ως πράξη δημιουργίας τετελεσμένου από την πλευρά των Τούρκων. Για να φέρουν την Ελλάδα στο τραπέζι  μιας διαπραγμάτευσης στην οποία η Άγκυρα θα δίνει αυτά που έχει πάρει και η Αθήνα αυτά που της ανήκουν.

Σ’ αυτές τις περιπτώσεις η θεωρία των παιγνίων φέρνει στο προσκήνιο το παράδειγμα των φορτηγών με αντίθετη πορεία σε μονόδρομο: κερδίζει ο οδηγός που ξηλώνει το τιμόνι του και το πετάει από το παράθυρο. 

Οι εκτιμήσεις  διπλωματικών παραγόντων και πολιτικών παρατηρητών  συγκλίνουν στο ότι η τροπή που παίρνει η κατάσταση με την Τουρκία δεν επιδέχεται χειρισμούς σαν αυτούς που εκδηλώνονται από την κυβέρνηση.

Η δυναμική των εξελίξεων οδηγεί σε κρίση, την οποία η ελληνική πλευρά δεν θα μπορέσει να χειριστεί χωρίς  αρραγές εσωτερικό μέτωπο. Η δημιουργία του είναι δουλειά της κυβέρνησης, που έχει υπόψη της τη μεγάλη εικόνα και όλες τις παραμέτρους.

Δεν είναι παιχνίδι

Ωστόσο μέχρι στιγμής ο Κυρ. Μητσοτάκης δεν δείχνει να αντιλαμβάνεται  αυτή την προτεραιότητα. Αντίθετα χειρίζεται το θέμα ως επεισόδιο στις σχέσεις του με την αντιπολίτευση και το εντάσσει στην επικοινωνιακή του ατζέντα. Οι μαθητευόμενο  μάγοι που τον συμβουλεύουν νομίζουν ότι είναι παιχνίδι για εσωτερική επικράτηση.

Όσο περνούν οι μέρες αναδύεται όλο και πιο εναργώς ότι η συνάντηση με τον Τούρκο Πρόεδρο στο Λονδίνο ήταν τακτικό λάθος από ελληνικής πλευράς.

 Ο πρωθυπουργός πήγε χωρίς να έχει διασφαλίσει το μίνιμουμ. Μπήκε σε μια συζήτηση 90 λεπτών, χωρίς επαρκή προετοιμασία και καθαρό στόχο και χωρίς να ξέρει πώς θα βγει.

Έτσι προέκυψε μια κατάσταση μάλλον επιβαρυμένη για την Ελλάδα. Οι θεωρίες για «διπλωματική ήττα» και «απομόνωση» της Τουρκίας – τη στιγμή ο Ερντογάν μπορεί ανά πάσα στιγμή να μιλήσει στο τηλέφωνο και με τον Τραμπ και με τον Πούτιν- αποδεικνύονται λανθασμένες εκτιμήσεις – που  παραβλέπουν δυο παράγοντες:

Πρώτα τη στρατηγική Ερντογάν, την οποία προσπαθούν να ερμηνεύσουν από τις επιμέρους κινήσεις του και ρίχνουν περισσότερο βάρος από όσο έχει στη συμφωνία του με την Λιβύη- όπου νομικό θέμα δεν υπόκειται σε πολιτικές προεξοφλήσεις. Ούτε επηρεάζεται από τη «σοβαρή ανησυχία»  του Γιοσέπ Μπορέλ που εκφράζει την  «αλληλεγγύη» της Κομισιόν στην Ελλάδα και την Κύπρο.

Στην κυβέρνηση αξιολογούν υπέρ της  Ελλάδας  δυο περίεργα στοιχεία: την εσωτερική αντιπολίτευση στην Τρίπολη – που απλώς προσπαθεί να αναθερμάνει τον εμφύλιο – και την αντι-τουρκική στάση της Γαλλίας. 

Στο πρώτο καλύτερα να μην μπλέξει η χώρα με Λίβυους ναυάρχους. Στο δεύτερο ο Μακρόν δεν πρόκειται δώσει στήριξη πέρα από τα όρια εξυπηρέτησης των συμφερόντων της χώρα του- και  αυτή με ανταλλάγματα. Το έκανε και με τη Β. Μακεδονία στο συμβούλιο Κορυφής.

Ο συσχετισμός των δυνάμεων

Ο άλλος παράγοντας που παραβλέπει η ελληνική οπτική-  ή κάνει πως τον παραβλέπει- είναι η διεθνής αντίληψη και συνεπώς και η πράξη τελικά, για τον συσχετισμό δυνάμεων μεταξύ των δυο χωρών.

Η κυβέρνηση παγιδεύεται σε μια αντίφαση: Από τη μια η επιλογή πολιτικής κατευνασμού και από τη άλλη οι υπερπατριωτικές εξάρσεις των ΜΜΕ που την υποστηρίζουν και φτάνουν μέχρι «λεονταρισμούς», όπως πολύ σωστά είπε ο Αρ. Σπηλιωτόπουλος

Έτσι όμως, μια βίαιη κίνηση της Τουρκίας σε κάποια σημείο το Αιγαίου θα κάνει τους ελληνικούς  χειρισμούς της πιο δύσκολους.

Στην πραγματικότητα  η κυβέρνηση απομακρύνεται από το παλιό δόγμα » δεν διεκδικούμε τίποτε, αλλά και δεν διαπραγματευόμαστε τίποτε», αλλά δεν μπορεί να βρει τον δρόμο προς την εκτόνωση χωρίς κόστος,  γιατί δεν μπορεί να βάλει τον ρεαλισμό στην εσωτερική ρητορεία της. Η -μάλλον καθ’ υπόδειξη- απόπειρα του αναπληρωτή συμβούλου Εθνικής Ασφάλειας για «τις δυνατότητες εποικοδομητικής συνεργασίας Ελλάδας-Τουρκίας», αποσύρθηκε άτσαλα.  

Ο υπερεθνικισμός επιστρέφει

Η κυβέρνηση δεν μπορεί να καρφιτσώσει στην πολιτική της, την διπλωματική επιλογή για κατευνασμό γιατί είναι κρεμασμένη σε ένα τσιγκέλι που η ίδια έφτιαξε στο δικό της αμόνι και κρεμάστηκε μόνη της: τον εθνικιστικό παροξυσμό που καλλιέργησε στις Πρέσπες.

Σηκώνοντας τον πήχη σε ένα θέμα «δευτερεύουσας»σημασίας για να κάνει ψηφοθηρία, έβγαλε πολλά τζίνια από τα μπουκάλια. Τώρα επιστρέφουν και την πιέζουν να δείξει τουρκοφαγικά αντανακλαστικά.

Από τη στιγμή που η ΝΔ ανέμισε τις σημαίες της στα συλλαλητήρια  γιατί «η Μακεδονία είναι μια και είναι ελληνική», οπότε οι Πρέσπες είναι από «προδοσία» μέχρι «κακή συμφωνία» η παραμικρή πρακτική «συνεννόησης» με τους απέναντι θα προκαλέσει οργή. Ρωτήστε και τον καθηγητή Ντόκο.

 Έτσι περιορίζονται τα περιθώρια χειρισμών Μητσοτάκη απέναντι στην Τουρκία, αλλά και τη διεθνή κοινότητα -μέλη της οποίας δεν θα δεχθούν ότι η τουρκική ακτογραμμή είναι χωρίς κανένα δικαίωμα απέναντι στα ελληνικά νησιά του Αιγαίου. Εκεί το πάνε άλλωστε οι Τούρκοι: να την πατήσουμε όπως με το όνομα των Σκοπίων για τρεις δεκαετίες.

Η δυσκολία του Πρωθυπουργού επιδεινώνεται από τη στιγμή που άρχισε να νιώθει στο πλευρό του τη λόγχη του Σαμαρά, που θα επιστρέψει καβάλα στο υπερεθνικιστικό του άλογο…

Η άρνηση της συνεννόησης

Το μοιραίο λάθος του Μητσοτάκη έγινε πριν πάει στο Λονδίνο και ήταν η αδυναμία του να κατανοήσει την αξία της δημιουργίας άξονα με τον Τσίπρα.

 Αντί να φέρει την αξιωματική αντιπολίτευση στο πεδίο του διαλόγου για να καταστρώσουν μαζί τη στρατηγική -όπως είχε κάνει ο Καραμανλής με την Μπακογιάννη και τον Μεϊμαράκη δίπλα του, το 2008 πριν φύγει για το Βουκουρέστι-, ο Πρωθυπουργός αυτοεγκλωβίσθηκε στην εικόνα του- οπως την σκηνοθετούν οι συμβουλοί του, για λαικη κατανάλωση.

Με την τραγική παρουσία του στη Βουλή μετά το Λονδίνο το έκανε χειρότερο. Το πήγε ως κει που είναι αμφίβολο αν μπορεί να το λειάνει η σύγκληση του Συμβουλίου Εξωτερικής Πολιτικής.

 Η προσωπική του απειρία στα διεθνή θέματα, παρά τη βουλιμία να χειρίζεται προσωπικά ως πεδίο δόξης του, και οι υποτονικές παρουσίες  στα κρίσιμα υπουργεία Εξωτερικών και Άμυνας, έβαλαν το κάρο μπροστά από το άλογο.

«Σκίζουμε» τους Τούρκους επί χάρτου, αλλά όλοι έχουν αν ερώτημα, το οποίο -σαν την τρελή του χωριού, με την καλή έννοια- διατυπώνει η  Φώφη Γεννηματά: τι θα κάνουμε αν οι Τούρκοι στείλουν ένα πλοίο στο Καστελόριζο; Όλοι εύχονται να το ξέρει η κυβέρνηση.

Το λάθος της  άρνησης για εθνική προσυννενόηση είναι νόμισμα που έχει στην άλλη  όψη ένα άλλο λάθος: την αποδυνάμωση  το ρόλου που μπορεί να παίξει εντός και εντός της χώρας ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας σ’ αυτές τις περιπτώσεις.

 Αφήνοντας ο Πρωθυπουργός μετέωρο το θέμα της ανανέωση της θητείας του  Προκόπη Παυλόπουλου αποκλείει το ενδεχόμενο για οποιαδήποτε πρωτοβουλία του εντός και έκτος της χώρας. Το 2015 δεν έγινε μάθημα.

Οι δύσκολες αποφάσεις

Σ’ αυτό το σκηνικό αποκτά άλλα χαρακτηριστικά η ομιλία του πρώην Πρωθυπουργού Κ. Καραμανλή στη Θεσσαλονίκη προ εβδομάδων,  όταν  ζήτησε «αποφασιστικότητα και τόλμη» γιατί «θα χρειαστεί να πάρουμε δύσκολες αποφάσεις».

Εστιάζοντας στην «απροκάλυπτη κλιμάκωση της Τουρκίας, από τον Έβρο μέχρι την Κύπρο, σχεδιασμένη και συστηματική» σημείωσε ότι η Ελλάδα  «δεν πρέπει να παρασυρθεί από τις μεθοδεύσεις της Τουρκίας».

Δεν πρέπει να «επιτρέψει τη δημιουργία τετελεσμένων σε βάρος των κυριαρχικών δικαιωμάτων της», αλλά στηριζόμενη «στις δικές μας δυνάμεις» και «στην εμπέδωση αρραγούς εθνικού μετώπου».

Ήταν σαφές σε ποιον απευθυνόταν, απορρίπτοντας τις «συστάσεις και προτροπές, πολύ δε περισσότερο πιέσεις φίλων, συμμάχων ή εταίρων» για «να τα βρούμε με την Τουρκία».

Είτε έβλεπε το κυβερνητικό κενό, είτε η ανάλυση των δεδομένων εκ μέρους του -με την παλιά πείρα των συζητήσεων με τον Ερντογάν- τον υποχρέωσε να παρέμβει. Η προειδοποίηση για τον εθνικό κίνδυνο εξ ανατολών, είχε στοιχεία επείγοντος: η απειλή είναι προ των πυλών.

Είναι μέρος της στρατηγικής των Τούρκων απέναντι στην απουσία στρατηγικής από την πλευράς των Ελλήνων.  Με την αντιφατική στρατηγική της κυβερνητικής παράταξης -δεν λένε τα ίδια  ο Μητσοτάκης, ο Σαμαράς και ο Καραμανλής- με φιλοαμερικανικές ή αντιαμερικανικές αποχρώσεις εντός της να συγκρούονται. Όσο για την κυβέρνηση  κυβέρνηση δείχνει να  αφήνει την τύχη της στα χέρια του …Μακρόν.

Η παρέμβαση Καραμανλή δίνει σάρκα και οστά σε ένα σενάριο το οποίο υπολανθάνει από δεκαετίες στο υποσυνείδητο της πολιτικής τάξης, αλλά και της κοινωνίας: την κυβέρνηση εθνικής ενότητας.

 Ο πρώην πρωθυπουργός το υπαινίχθηκε, αλλά είναι και προφανές. Καμιά κυβέρνηση δεν μπορεί να χειριστεί μόνη της μια ελληνοτουρκική κρίση.  Πόσο μάλλον η σημερινή που βρίσκεται πιο κοντά στο 1996 με τα Ίμια, παρά στο 1976 με το «Χόρα», ή στο 1987 με το «Σισμίκ». Κακά τα ψέματα, άλλο Κωνσταντίνος Καραμανλής και Ανδρέας  Παπανδρέου και άλλο Σημίτης και Κυριάκος.

 Αν προκύψει, λοιπόν, αυτό που δεν θέλουμε ούτε να σκεφτόμαστε  -και τα καλαμπούρια ότι η Ελλάδα- Δαβίδ που θα συντρίψει την Τουρκία -Γολιάθ τελειώσουν-  η κυβέρνηση εθνικής ενότητας θα χρειαστεί κάποιον επικεφαλής. Ο Καραμανλής χτύπησε πρώτος την καμπάνα της απειλής- χωρίς κομματικές γωνίες. Άρα είναι και ο επικρατέστερος.