Αλέξης Τσίπρας: O νέος δικομματισμός και το νέο «1981»

Του Νίκου Λακόπουλου

Ήταν φανερό ότι τα κόμματα που δημιουργήθηκαν στη διάρκεια της κρίσης θάπρεπε να βρουν ένα νέο ρόλο στην «μεταμνημονιακή» εποχή και οι ΑΝΕΛ και το Ποτάμι δεν βρήκαν -αν και είχαν κάποτε είκοσι και πάνω τριάντα βουλευτές οι Ανεξάρτητοι Έλληνες. Αυτό που δεν μπορούσε να προβλέψει κανείς ήταν πώς και πόσο γρήγορα θα συνέβαινε αυτό και με πια αφορμή.

Το παράδοξο είναι πως ενώ οι μεθεπόμενες εκλογές θα γίνουν με απλή αναλογική δεν θα υπάρχουν τα κόμματα που θα μπορούσαν όχι μόνο να ωφεληθούν από αυτή, αλλά και να την δικαιολογήσουν. Η Ένωση Κεντρώων δεν θα είναι ίσως και στην επόμενη Βουλή και η αποχώρηση της ΔΗΜΑΡ από το Κινάλ μαζί με την εμφανή διαφοροποίηση του ΚΙΔΗΣΟ μπορεί να έχουν προαναγγείλει πως το «κίνημα» θα έχει το τέλος της Ένωσης Κέντρου- Νέες Δυνάμεις του Ζίγδη. Από 11% βρέθηκε με ποσοστό κάτω του 1% στις εκλογές του 1981 κι εξαφανίστηκε σε μια νύχτα.

Προφανώς υπάρχει χώρος για ένα και περισσότερα μικρά κόμματα ανάμεσα στη Νέα Δημοκρατία και τον ΣΥΡΙΖΑ ή πιο δεξιά και πιο αριστερά τους, αλλά ο διπολισμός – μια κατάσταση ανάλογη με αυτή του 1981- δεν αφήνει πολλά περιθώρια για κόμματα του «ναι, μεν, αλλά» με ασαφή πολιτική ως διακόσμηση γιατί η επινόηση του ελληνικού Κέντρου- μετά τον Εμφύλιο- με φιλοκομμουνιστές κι αντικομμουνιστές, με άξονα την δημοκρατία, αλλά με Βασιλιά, έθετε τις βάσεις τις διάλυσής του: η σύγκρουση δεν είναι τελικά ανάμεσα σε Δεξιά κι Αριστερά, αν και παίρνει έναν τέτοιο χαρακτήρα.

Η σύγκρουση είναι ανάμεσα σε κόμματα συντηρητικά, οπισθοδρομικά -όπως η Νέα Δημοκρατία και το Κινάλ- και προοδευτικά, ριζοσπαστικά, όπως ήταν το ΠΑΣΟΚ σε σχέση με την Ένωση Κέντρου, ακόμα και η ΕΡΕ έναντι του Λαϊκού Κόμματος- που εξαφανίστηκε εν μια νυκτί- ή η Νέα Δημοκρατία έναντι της αμαρτωλής Εθνικής Ριζοσπαστικής Ένωσης.

Από αυτή την πλευρά στις επόμενες και κυρίως στις μεθεπόμενες εκλογές τα δύο μεγαλύτερα κόμματα δεν θα συγκρουστούν με άλλα ανταγωνιστικά κόμματα στο έδαφός της παράταξης τους, αλλά θα συγκρουστούν με τον εαυτό τους. Ούτε η Νέα Δημοκρατία του Αβέρωφ είχε κανένα μέλλον, όπως η φιλελεύθερη «κεντροδεξιά» του Κώστα Μητσοτάκη και του Κώστα Καραμανλή, ούτε η Νέα Δημοκρατία του Κυριάκου Μητσοτάκη- και κυρίως του Σαμαρά- με τον Βορίδη και τον Γεωργιάδη ιδεολογικούς καθοδηγητές και εκπροσώπους έχει μέλλον, ακόμα κι αν κερδίσει τις εκλογές.

Άλλωστε ήταν ο Κυριάκος Μητσοτάκης που έλεγε ότι το κόμμα του είναι «γερασμένο» κόμμα που χρειάζεται ανανέωση που δεν έγινε ποτέ, αλλά αντίθετα μετατοπίστηκε σε πιο δεξιές και οπισθοδρομικές θέσεις. Η νέα Νέα Δημοκρατία ή ένα άλλο κόμμα στη θέση της είναι υπόθεση που θα ανοίξει μετά τις εκλογές- ιδιαίτερα αν ο Κυριάκος -είμαι ο καλύτερος- τις χάσει, πράγμα που δεν είναι τόσο δύσκολο, όσο δείχνουν μερικές δημοσκοπήσεις.

Στην πραγματικότητα το θέμα δεν είναι τα ποσοστά των κομμάτων στις εκλογές, όσο το ίδιο το εκλογικό σώμα. Η αποχή ξεπερνά κάθε προηγούμενο, δύο εκατομμύρια ψηφοφόροι απομακρύνθηκαν από τις κάλπες την τελευταία δεκαετία και η πολιτική είναι μια υπόθεση για άτομα άνω των σαράντα.

Τελικά θα πρέπει να πούμε πάλι Όχι ή Ναι σ΄αυτές τις εκλογές, αλλά ποιο θα είναι το ερώτημα; Όπως πάντα θα ψηφίσουμε «αντί»- για να φύγει ή να μην έρθει κάποιος. Άρα όσοι λένε Όχι στη Δεξιά πρέπει να σπεύσουν από τώρα να συνεργασθούν με τον ΣΥΡΙΖΑ ώστε να μη βγει ο Μητσοτάκης. Μετά την απομάκρυνση από το εκλογικό ταμείο κανένα λάθος δεν θα αναγνωρίζεται. Η συνεργασία με την Νέα Δημοκρατία -αν το Κινάλ φτάσει στις εκλογές -και δεν διαλυθεί πριν, αν αυτό δεν έχει γίνει ήδη- θα το εξαφανίσει στις επόμενες εκλογές.

Το δίλημμα αυτό -που δεν είναι πιο σύνθετο από το Τσίπρας ή Μητσοτάκης, αν και συνοψίζεται έτσι- θα τεθεί υπό το βάρος του Σκανδάλου Novartis, που δεν είναι τίποτε άλλο από την δίκη των κομμάτων που τα τελευταία χρόνια έφεραν την Ελλάδα στα μνημόνια. Ενός ολόκληρου καθεστώτος διαπλοκής κομμάτων-ΜΜΕ-τραπεζών που σε πολιτικό επίπεδο ανέλαβαν να εκπροσωπήσουν οι Σαμαράς, Βενιζέλος, Μητσοτάκης- συνεπικουρούμενοι από επιχειρηματίες με μεγάλο ενδιαφέρον για την πολιτική, τον …αθλητισμό και τις εφημερίδες.

Οι εκλογές θα έχουν -όπως πάντα- τη μορφή της τιμωρίας, αλλά όχι της παλιάς Δεξιάς, όπως το ΄81 ή του ΠΑΣΟΚ. Φαίνεται πως αυτή θα είναι η «βασική αντίθεση» των εκλογών και όχι η «απαλλαγή από τον Τσίπρα»-η «στρατηγική του ήττα» όπως θέλουν όσοι έχουν κλείσει θέση ήδη σε μια κυβέρνηση Μητσοτάκη- η οποία όμως αν πράγματι συμπτυχθεί το «δημοκρατικό μέτωπο» δεν θα υπάρξει.

Αυτό το «δημοκρατικό μέτωπο» που για τον Αλέξη Τσίπρα περιλαμβάνει και δημοκρατικές δεξιές δυνάμεις, η ¨προοδευτική συμμαχία», ο «αστερισμός» αν και φαίνεται να πιάνει το νήμα από το 1981- κατά τον Πάνο Καμμένο και τον Σαμαρά από το ….1949- στην πραγματικότητα δεν είναι τόσο πολύ ιδεολογικά χαρακτηρισμένο, όσο απαντά στο ερώτημα αν η Αριστερά του Αλέξη Τσίπρα και οι Σύμμαχοί του μπορεί να διατυπώσει μια κυβερνητική πρόταση ή όχι.

Φαίνεται πως οι επόμενες εκλογές θάχουνε πάλι έναν Μητσοτάκη που προσχώρησε στο λαϊκισμό, θάχουνε πολύ Ανδρέα Παπανδρέου που αποκήρυξε το κόμμα του, αλλά φροντίζει να αποκαταστήσει ο Αλέξης Τσίπρας, θα έχουμε και …ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, «Ο λαός δεν ξεχνά τι σημαίνει Δεξιά», ενώ από την άλλη πλευρά θα ακούγονται συνθήματα για τον …Μαδούρο, το αστικό καθεστώς που κινδυνεύει και την «σκευωρία» για την «αστική δημοκρατία».

Ο ήπιος και πράος Αλέξης Τσίπρας υπογράφοντας ένα μνημόνιο αποκήρυξε μαζί με τις αυταπάτες του και τον λαϊκισμό και θα εμφανισθεί ως εκπρόσωπος της …σταθερότητας -της Ελλάδας που βγαίνει από τα μνημόνια και σχεδιάζει την ανάπτυξη. Δεν είναι ο έξαλλος που «απειλούσε το ευρώ», -ένας από τους επικίνδυνους ανθρώπους στον κόσμο (!), αλλά ο εγγυητής της ευρωπαϊκής Ελλάδας εκφράζοντας ένα «εθνικό δημοκρατικό κόμμα».

Ο Μητσοτάκης αν και θα ξεχάσει τον νεοφιλελευθερισμό -υπέρ της κοινωνικής δικαιοσύνης, θα είναι ο κήρυκας της αποσταθεροποίησης, του τυχοδιωκτισμού με ένα θολό όραμα- εκπρόσωπος ενός λαϊκισμού που δεν θέλει να βγει η Ελλάδα στις αγορές -αν αυτό ωφελήσει τον Τσίπρα! Το «μεταρρυθμιστικό μέτωπο» στο οποίο είχαν προσχωρήσει οι Φώφη Γεννηματά και Σταύρος Θεοδωράκης -με επικεφαλής τον Κυριάκο Μητσοτάκη δεν υπάρχει πλέον, όπως κι ο παλιός ΣΥΡΙΖΑ.

Το μπλοκ του Όχι- στο οποίο συμμετείχαν δραχμιστές και εθνικιστές, εκκλησιαστικοί κύκλοι και παραδοσιακοί κομμουνιστές μαζί με κάθε πικραμένο- δεν υπάρχει, αλλά είναι εμφανές πως ένα ακροδεξιό «κίνημα» με πολλές ομοιότητες με την μεσοπολεμική Γερμανία, όπου υπήρχε επίσης ένα μνημόνιο -το Σχέδιο Γιουγνκ- συγκροτείται με περισσότερα από ένα κόμματα, με σωτήρες και Τάγματα Εφόδου.

Η επανίδρυση του πολιτικού σκηνικού παραπέμπει στο 1981 γιατί το 2015 ζήσαμε ένα νέο 1974 όπου η Ελλάδα αναπροσδιορίστηκε σε σχέση με την Ευρώπη και μετά την κρίση είναι μια άλλη χώρα, με νέα ταξική διάρθρωση που απαιτεί και πολιτική αναδιάταξη. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ήρθε να ανατρέψει το πολιτικό σύστημα, αλλά να το αναδιαρθρώσει. Δεν επιδίωξε καμιά ριζική αλλαγή, αλλά την αποκατάσταση της τάξης: κάθαρση και επιστροφή στην κανονικότητα, αυτό είναι το περιεχόμενο της «Αριστεράς πρώτη φορά στην εξουσία». Και πιθανόν της «δεύτερης φοράς» στην κυβέρνηση.

Οι επόμενες εκλογές δεν θα είναι ο δεύτερος γύρος του 2015, αλλά η βασική μάχη. Η διάλυση των ενδιάμεσων κομμάτων δημιουργεί ένα νέο δικομματισμό όπου ο Αλέξης Τσίπρας βάζει τα κόμματα της περασμένης εποχής στην ίδια ζυγαριά ως «παλιό καθεστώς» και αν όχι τώρα μακροπρόθεσμα θα τα κερδίσει με μια απλή στρατηγική: η «προοδευτική συμμαχία» δεν θα είναι συνεργασία με άλλα κόμματα -όπου το Κινάλ εμφανίζεται ως εκπρόσωπος της Κεντροαριστεράς, ενώ δεν είναι- αλλά θα υπάρξει ή δεν θα υπάρξει με άξονα ένα νέο κόμμα -καθώς ο παλιός ΣΥΡΙΖΑ δεν υπάρχει πλέον.

Το ερώτημα αν η Συμφωνία των Πρεσπών που διαλύει τα ενδιάμεσα κόμματα έφερε ή απλώς αποκάλυψε τον Διχασμό -την απόλυτη πόλωση έχει απαντηθεί ήδη και όλα τα δεδομένα ανατρέπονται καθώς δεν γνωρίζουμε πόσα και ποια κόμματα θα φτάσουν στις εκλογές, πόσα και ποια θα βγουν εν ζωή από αυτές.

Όλα, αργά ή γρήγορα, οδηγούν σε ένα νέο 1981, όπου η σύγκρουση Αριστερά- Δημοκρατική Παράταξη και Δεξιά θα πάρει την μορφή θριάμβου – σε κάποιες από τις επόμενες εκλογές: ο ΣΥΡΙΖΑ έφτασε το 36% κάνοντας άλματα από το 4% στο 17% και το 27%. Τώρα ξεκινά από ένα πολύ μεγαλύτερο ποσοστό κι αν τα ενδιάμεσα κόμματα εξαφανισθούν και δεν προκύψουν νέα θα ξαναδούμε ποσοστά πρώτου κόμματος που θα υπερβαίνουν το 40%.

Στο μεταξύ καθώς η μετωπική σύγκρουση πλησιάζει το ερώτημα που πλανάται από το 2008, αν ο Αλέξης Τσίπρας είναι ο «νέος Ανδρέας»- όταν έγινε φανερό ότι ο διάδοχος του ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ θα ήταν από …άλλο κόμμα, έχει απαντηθεί ήδη: ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ και νεώτερος σε ηλικία πρωθυπουργός από τον προπερασμένο αιώνα είναι ο «νέος Ανδρέας» επειδή είναι ο Αλέξης Τσίπρας.