
Του Νίκου Λακόπουλου

Μετά την «χαμένη άνοιξη» του 1924, η νέα μεγάλη στιγμή της ελληνικής αριστεράς έρχεται με την Απελευθέρωση, αλλά αυτή η Άνοιξη δεν θα υπάρξει. Είχε πεταχτεί μαζί με ένα πακέτο τσιγάρα, στη Συμφωνία της Γιάλτας. «Θα το κρατήσετε; είπε ο Τσόρτσιλ στο Στάλιν για το πακέτο». «Δεν χρειάζεται, σας έχω εμπιστοσύνη». Ο Τσόρτσιλ το μάζεψε για τα απομνημονεύματα του. Η Συμφωνία της Γιάλτας επικύρωσε το Πρωτόκολλο του Λονδίνου το 1930. Στη μοιρασιά δεν παρίστανται τα ενδιαφέρομενα κράτη των οποίων κρίνεται η τύχη.
Πολλοί λένε πως η τύχη της Ελλάδας θα ήταν διαφορετική αν είχε κερδίσει τον πόλεμο η Αριστερά. Σε κάθε περίπτωση δεν θα άλλαζε κάτι αν η Συμφωνία της Βάρκιζας δεν είχε υπογραφεί. Θα συνέβαινε νωρίτερα αυτό που συνέβη το 1949. Μόνο μια άλλη Αριστερά με άλλη πολιτική θα μπορούσε να αποφύγει την ήττα και τον Εμφύλιο με έναν έξυπνο κι αξιοπρεπή συμβιβασμό. Αλλά αυτό δεν συνέβη. Το Κόμμα διοικείται από φερέφωνα και οι ηγέτες της Αριστεράς και του αντάρτικου θα έχουν άσχημο τέλος.
Ένα μεγάλο λαϊκό κίνημα με πρωτοπόρους τους φοιτητές ενός μαζικού πανεπιστημίου φέρνει είκοσι χρόνια μετά τον πόλεμο μια νέα πολιτική επανάσταση. Ο γιος του «Γέρου της Δημοκρατίας» που έχει επιστρέψει από την Αμερική θα γίνει πολύ γρήγορα ένας από τους ηγέτες αυτής την Άνοιξης που άργησε σαράντα χρόνια. Ο νέος ηγέτης της νεολαίας εκπροσωπεί τη γενιά του ’30, αλλά έχει αναλάβει να πάρει τη ρεβάνς και για την ήττα στον Εμφύλιο, αλλά η χώρα θα οδηγηθεί στην Αποστασία, την χούντα, την τραγωδία της Κύπρου.
Αυτή η τραγωδία θα αποτελέσει την εισαγωγή στο καταστατικό του Πανελλήνιου Σοσιαλιστικού Κινήματος. Ο Ανδρέας θέλει εθνική ανεξαρτησία, λαϊκή κυριαρχία, κοινωνική απελευθέρωση, αλλά το μέλλον που ονειρεύεται είναι δεσμευμένο από το παρελθόν. Η χούντα έγινε για τον Ανδρέα. Ο Κωνσταντίνος τελικά θα είναι ο τελευταίος βασιλιάς της δυναστείας των Γκλύξμπουργκ. Ο Ανδρέας η ελπίδα ενός ολόκληρου λαού. Είναι ευφυής, χαρισματικός, γοητευτικός, αλλά αυτό δεν φτάνει. Είναι και η Ιστορία που γυρίζει γύρω του. Κάθε φορά που φεύγει από την Ελλάδα –μάλλον για να μην πεθάνει- και γυρίζει νικητής. Δεν έχει παρά ένα αντίπαλο. Τον εαυτό του.

Mέσα σε επτά χρόνια το ΠΑΣΟΚ με μια-δυο ανεπαίσθητες «δεξιές στροφές», ο Ανδρέας πέταξε το τζάκετ και φόρεσε ζιβάγκο. Κι ύστερα πέταξε και το ζιβάγκο για να φορέσει μια μεγάλη και πλατειά δημοκρατική γραβάτα και να οδηγήσει «το ΠΑΣΟΚ στη Κυβέρνηση» και τον Λαό στην εξουσία. Ήταν η ρεβάνς για την ήττα στον Εμφύλιο, αλλά και μια υπόσχεση για μια σοσιαλιστική αλλαγή. Αλλά τι θα πει «σοσιαλιστική» αλλαγή; Aνάμεσα στις λεπτές γραμμές των εκλογικών αποτελεσμάτων του 1981, ελάχιστοι θα διαβάσουν πως το 17% του μεγαλειώδους 48% προέρχεται από την Δεξιά και το 7% κατευθείαν από την Ακροδεξιά, που θα προτιμήσει το «πατριωτικό» ΠΑΣΟΚ, από τον «προδότη» Καραμανλή.
Ήταν η νίκη της γενιάς του ΄30, η εκδίκηση για τη χαμένη άνοιξη του ’60, η δικαίωση του μαζικού λαϊκού κινήματος που άρχισε στο Πολυτεχνείο το 1973. Οι “δημοκρατικές δυνάμεις” συγκεντρώνουν ένα ποσοστό 65%. Το σοσιαλιστικό όνειρο, ωστόσο, παρά είναι όμορφο για να είναι αληθινό. Ο πολιτικός λόγος του Ανδρέα είχε ανακαλύψει την “φυλή” των ελλήνων από την δεκαετία 60 στα κείμενα του Ίωνα Δραγούμη, όταν μιλάει για «εθνική αναγέννηση». Ο αμερικανοθρεμμένος αντιιμπεριαλιστής, συγγραφέας βιβλίων, όπως ο “Πατερναλιστικός Καπιταλισμός” και η “Ελευθερία του Ατόμου”, σχεδιάζει ένα ρόλο πολιτικού ηγέτη του Τρίτου Κόσμου. Eίναι δεινός συγκινησιακός ρήτορας. Έχει διδαχθεί την τέχνη της ρητορικής από τον Κάρολο Κουν και έχει μάθει να χορεύει ζεμπεκιά από έναν εργάτη.
Η μεταπολεμική Ελλάδα έφερε τον “μη προνομιούχο” έλληνα, εργάτη, αγρότη και φοιτητή, που εκφράζει με το ζιβάγκο του ο καθηγητής που χορεύει ζεμπέκικο. Ο χορός του Ανδρέα έχει ένα διπλό, εθνικό-λαϊκό συμβολισμό. Ο Ανδρέας κάνει restart στις ελπίδες πολλών γενεών. Η Ελλάδα αρχίζει ξανά να ονειρεύεται. Ο δημαγωγός που συναρπάζει ιδιαίτερα την νεολαία πηγαίνει στο χώρο που έγινε η εξέγερση του Κιλελέρ και μιλάει στην αγροτιά ως Εμιλιάνο Ζαπάτα.

Ο Ανδρέας παίζει με όλους και με όλα. Χορεύει, χαμογελά, αλλάζει εύκολα ρούχα ανάλογα με το σήμα που θέλει να δώσει, διδάσκει πολιτική ταχτική και είναι γνώστης του image making. H γλώσσα του, -πολλές φορές δημιουργεί δικές του λέξεις, όπως «αιθεροβάμονες», κυβερνητική «αναδόμηση», «ετεροχρονισμός». Είναι μια πολιτική μεταμφίεσης και ιδεολογικής παρένδυσης. Μια γλώσσα τραβεστί. Μια προσπάθεια ενός τραγικού προσώπου να ξεγελάσει την ιδέα πως τα οράματα του ήταν τρύπια, οι ιδέες πλαστικές και τα ιδανικά του κάλπικα. Αφού έχει υπερβεί ταυτόχρονα την Αριστερά και την Πατριωτική Δεξιά, ο μαρξιστής που θα διαχώριζε την Εκκλησία από το Κράτος, καταλήγει να προσκυνά στην Παναγία του Σουμελά για να διασκεδάσει την αποτυχία. ”Ανοίξαμε το δρόμο. Αν αποτύχαμε, θα έλθουν άλλοι να συνεχίσουν”, θα πει το 1984 στην Μαρία Ρεζάν.
Με μια ερωτική σχέση με τον λαό είναι ένας γλυκός προδότης που παραμένει γοητευτικός ακόμα και όταν τον μισούν οι μισοί Έλληνες. Ακόμα κι αν δεν τήρησε τις υποσχέσεις του, προσπάθησε να το κάνει. Ούτε από το ΝΑΤΟ έφυγε, στην ΕΟΚ παρέμεινε και οι κοινωνικοποιήσεις του περιορίστηκαν σε μερικές χρεοκοπημένες επιχειρήσεις. Ο τιμωρός του κεφαλαίου, ο λαϊκός εκδικητής, κάνει διακοπές με το κότερο του Λάτση, ο οποίος θα “λογοδοτούσε”. Ωστόσο, όλες οι κατηγορίες ότι είναι “μεθύστακας”, μοιχός, λαοπλάνος, τρομοκράτης έγιναν μπούμερανγκ και εδραίωσαν μία σχέση λατρείας με τον λαό.
Ο Ανδρέας είναι ο μέσος Έλληνας, ένας “Ζορμπάς”, ευαίσθητος, με αυτοσαρκασμό, ζωντανός, που προσπάθησε να κάνει όσα υποσχέθηκε. Αρκεί που έδιωξε τον χωροφύλακα, έφερε τον λαό στην εξουσία, εδραίωσε τη δημοκρατία σε ένα “ξέφραγο αμπέλι”. Πήρε την ρεβάνς για τον Εμφύλιο και την 
Μέσα από την αφήγηση μιας μυθιστορίας που άρχισε με δικτατορίες και τέλειωσε στο Ωνάσειο, το «Βρώμικο 89» και την «Ισχυρή Ελλάδα» μάλλον δεν θα μάθουμε ποτέ, αν ο Ανδρέας πρόδωσε τον Λαό, ή ο Λαός τον Ανδρέα. Υπάρχουν δυο εκδοχές, πάντα, για την Ιστορία, αλλά στην Ελλάδα, είναι και οι δυο λάθος. Το βέβαιο είναι ότι μαζί με τον τελευταίο μεγάλο ηγέτη της “δημοκρατικής παράταξης” τελείωσαν και οι εθνικές και λαϊκές αυταπάτες.
