Κυριακή 24 Ιουνίου 2018 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Ο Κώστας Μητσοτάκης εκ του τάφου ενταφιάζει την αλήθεια και ξαναγράφει την Ιστορία (του)

Του Γ. Λακόπουλου

Για τον Αλέξη Παπαχελά, το βιβλίο «Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης  με τα δικά του λόγια» -εκδόσεις Παπαδόπουλος- είναι μια προσωπική επιτυχία. Μεταφορά της αφήγησης ενός πολιτικού σαν τον Μητσοτάκη δεν είναι μικρό πράγμα για κανέναν δημοσιογράφο. Αλλά για τον ίδιο τον αφηγητή είναι μια μετά θάνατον απόδειξη ότι εν ζωή, έλεγε ψέματα όπως ανέπνεε .

Όσα αναφέρει δεν μπορούν να εκληφθούν ως σοβαρή εξιστόρηση περιστατικών που έζησε. Είναι μια  εγωιστική απόπειρα να ξεχωρίσει σαν ο καλύτερος από όλους τους πολιτικούς της εποχής του – ή των εποχών του.  Ο ίδιος είναι ο θαρραλέος, ο ακέραιος, ο αποφασιστικός, ο διορατικός, ο κατάλληλος  για  κάθε αξίωμα, ο  ηγέτης, ο έντιμος.

Οι άλλοι υπολείπονται, και ταυτόχρονα τον αδικούν. Ο Καραμανλής, οι δυο Παπανδρέου, ο Παν. Κανελλόπουλος, ο Λαμπράκης, ο Βασιλιάς, πολιτικοί, στρατιωτικοί, εκδότες,  βουλευτές. Όποιος άλλος βρέθηκε στο δρόμο του, ή αυτός βρέθηκε στον δικό του, ισοπεδώνεται εκ του ασφαλούς και με υποβόσκουσα κακία… Είναι ο υπέρτατος κριτής, ο υπεράνω, ο αδικημένος και ο εθελούσιος μάρτυρας. Η μόνη αυτοκριτική ότι … δεν συνωμοτούσε, για να σώσει καταστάσεις. Σα να μην ζουν οι άνθρωποι που τον ήξεραν…

Στη ρύμη του λόγου τους καθυβρίζει κάποιους, άλλους συκοφαντεί και όλους τους μειώνει. Τους προσάπτει υπόνοιες, προθέσεις, κουτσομπολιά, και άλλα που δεν μπορούν να επαληθευτούν. Τα ξέρει μόνο ο ίδιος ή τα άκουσε από κάποιους που δεν ζουν.

Αν τον πάρουμε τοις μετρητοίς είναι μεγαλύτερη μορφή της μεταπολεμικής Ελλάδας στο δημόσιο βίο. Μόνο που τα περισσότερα από όσα λέει, είτε συγκρούονται με άλλες μαρτυρίες, είτε δεν μπορούν να επιβεβαιωθούν. Επικαλείται μαρτυρίες ανθρώπων που έχουν πεθάνει από χρόνια, ξέροντας ότι θα κοινοποιηθούν όταν δεν θα ζει ούτε ο ίδιος.

Η ευκολία με την οποία αναφέρεται σε τεθνεώτες είναι εκπληκτική. Μεταφέρει χωρίς πειστήρια. Η εμμονή της δικαίωσης διαπερνά όσα λέει, επιδιώκοντας μία υστεροφημία που η πολιτική ζωή στην οποία συμμετείχε  δεν του έδωσε-, ακόμη και όταν έγινε Πρωθυπουργός.

Από το «Μητσοτάκη, κάθαρμα» -που ο ίδιος αναφέρει ως σύνθημα των δρόμων μετά την Αποστασία- μέχρι τον χαρακτηρισμό « εφιάλτης» που του έδωσε αργότερα ο Ανδρέας Παπανδρέου», τον οποίο προσπαθεί αν εκμηδενίσει … ακόμη και ως οικονομολόγο.

Για τον Μητσοτάκη ο Παπανδρέου είναι ό,τι χειρότερο είχε ο δημόσιο βίος. Και τι δεν του προσάπτει. Ο άνθρωπος που όταν μιλούσε στον Παπαχελά είχε ήδη κατηγορηθεί για  τους κοριούς του Μαυρίκη,  αναφέρει  ότι «τις παρακολουθήσεις τηλεφώνων τις έφερε στην Ελλάδα ο Ανδρέας».  

Αυτός για τον οποίο ο μακαρίτης Αριστείδης Αλαφούζος κατήγγειλε ότι ως αρχηγός της ΝΔ του ζητούσε συνέχεια λεφτά που δεν ήξερε που πήγαιναν, αναφέρει ότι το 1951 που ήταν υπουργός, ο Μποδοσάκης του έδινε ένα μασούρι λίρες και δεν τις πήρε. Αλλά «αργότερά τον βοήθησε οικονομικά».

Από την αφήγηση πέρα από το σύμπλεγμα …ανωτερότητας μπορεί να διακρίνει κανείς μια διάθεση να του πιστωθεί αυτοθυσία υπέρ της πατρίδας και της παράταξης του καλού γενικά. Αλλά και την ανάγκη να αφηγηθεί όσα τον στιγματίζουν, όπως η Αποστασία με τον δικό του περίεργο και ενίοτε αντιφατικό τρόπο.

Για την Αποστασία έφταιγαν όλοι οι άλλοι εκτός από τον ίδιο. Οι Παπανδρέου, ο βασιλιάς, οι εκδότες. Στη χούντα οδήγησαν οι άλλοι και  ο μεγάλος υπεύθυνος είναι ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος» – «  μια από τις πλέον θλιβερές φιγούρες στην πολιτική μας ζωή».

Όπως λέει ένα είδος χούντας ευνοούσε και… ο Καραμανλής, τον οποίο στολίζει με υπόνοιες ότι έγινε πρωθυπουργός από το Παλάτι για να ρυθμίσει το Κυπριακό όπως ήθελαν οι Αμερικανοί. Οι άλλοι τα έλεγαν, αυτός δεν τα πιστεύει.

Ο Καραμανλής «τον εξαπάτησε το 1974» και πάντως ήταν  “κατώτερος”του: “Από τότε που έγινα  αρχηγός της παραδοσιακής Δεξιάς ήμουν ο μόνος ίσως αληθινός αρχηγός της. Ο Καραμανλής ποτέ δεν υπήρξε αληθινός αρχηγός της, η παράταξη δεν τον αναγνώρισε ως αρχηγό της, εμένα αναγνώρισε».

Κατά τον Μητσοτάκη, ο Καραμανλής «είχε μέσα του το κόμπλεξ  έναντι των περισσότερο μορφωμένων από τον ίδιο, των καθηγητάδων και των πλουσίων»…. Ήταν «άνθρωπος χωρίς ψυχικά περιθώρια»,» στρίγκλος και πεισματάρης», «είχε το κόμπλεξ του ανθρώπου που αισθάνονται λιγάκι παρακατιανός» και  «έγινε Πρωθυπουργός της μειοψηφίας», χάρη στο Παλάτι. … Ήταν «δύστροπος και αλαζών». Είχε «ημιαριστερές αντιλήψεις», ήταν «σοσιαλιστής» και δεν «έκανε αντίσταση».

Ο ίδιος εμφανίζεται ως ο διαρκής φυσικός ηγέτης του Κέντρου, που θα μπορούσε να γίνει οπότε ήθελε αρχηγός. Τον Γεώργιο  Παπανδρέου τον έκαναν αρχηγό της  Ένωσης Κέντρου «για να τον αποσπάσουμε από τον Καραμανλή». Το 1961 «η βία και νοθεία δεν έγινε στην έκταση την παρουσιάσαμε», «οργανωμένο βαθύ κράτος της Δεξιάς δεν υπήρχε». Το 1963 “ο Γέρος έκανε μυστική συμφωνάμε το Παλάτι”-όπως του είπε ο Κόκκας.

Ο ίδιος ήταν «το ίνδαλμα της νεολαίας, ο επικεφαλής του αγώνα». Ό,τι  έκανε ήταν σωστό και έντιμο. Έδιωξε τους αξιωματικούς του ΑΣΠΙΔΑ «και έφυγαν απογοητευμένοι από μένα και πήγαν στον Ανδρέα που τους αγκάλιασε». Οι κατηγορίες εναντίον του ήταν σωστές και η εμπλοκή του Ανδρέα έφερε τη σύγκρουση με το  Παλάτι.

Ο ίδιος δεν υπήρχε περίπτωση να μην είναι ο διάδοχος του Γέρου,  αν δεν είχε …θυσιαστεί  για να τον πείσει να μην παραιτηθεί. Για τα παρασκήνια της Αποστασίας δεν ξέρει τίποτε. Όλοι έκαναν λάθη, εκτός από τον ίδιο. Για λεφτά και εξαγορές δεν άκουσε.  Ήξερε όμως ότι υπήρχαν λεφτά του Νιάρχου που μπορεί να πήγαν σε «εφημερίδες ή δημοσιογράφους κ.λ.π.».

Ο Ανδρέας ήταν οπαδός του στην αρχή, αλλά ήταν ασήμαντος μπροστά του. «Γελούσαμε με τον Ανδρέα». «Δεν έδινε δεκάρα για τον πατέρα του», απλώς τον επηρέαζε για το κακό. Είχε και ένα τηλέφωνο «στην τουαλέτα του υπουργείου για να μιλάει με τη Σκιαδαρέση».

Όλοι εκτός από αυτόν ευθύνονται για τη χούντα. Ο ίδιος θα  μπορούσε να την είχε ανατρέψει, αν δεν τον είχαν πιάσει.

Αν κάτι εχει αξία σ’ αυτή την αφήγηση είναι η δυσοσμία των παρασκηνίων και της καμαρίλας που αναδεύεται με τον ίδιο στο κέντρο. Πρωταγωνιστής και δημιουργός της ανωμαλίας και ας δηλώνει ότι ενδιαφέρονταν για το αντίθετο. Δεν υπήρχε συναλλαγή που να μην είναι μέσα και μεταφέρει ό,τι τον βολεύει επικαλούμενους τους υπολοίπους που δεν μπορούν να τον αντικρούσουν. Νεκρός ο ίδιος πλέον τους θάβει  εκ του ασφαλούς. Για να υπερασπιστεί τη διαδρομή του, για την οποία ακόμη και προσωπικό ίδρυμα συνέστησε.

Ίσως τα πιο αληθινά σ’ αυτή την «εξομολόγηση» είναι όσα λέει για το …ρουσφέτι, υπέρ του οποίου τάσσεσαι με πάθος:

«Είναι παρεξηγημένη έννοια το ρουσφέτι…Όταν προστατεύεις έναν φτωχό άνθρωπο, έναν ταλαίπωρο που δεν έχει στον ήλιο μοίρα να βρει το δίκιο του γιατί κάνεις κακό; Αυτή η αντίληψη είναι γελοία. Ο βουλευτής το μεγάλο μέρος της δραστηριότητάς του το χρησιμοποιεί για να προστατεύσει τον πολίτη από τις εναντίον του αυθαιρεσίες του κράτους…  Από κοινωνικής πλευράς δεν κάνεις και τόσο κακό όταν βοηθάς να βρει κάποιος άνθρωπος δουλειά».

Ο μεγαλύτερος ρουσφετολόγος από καταβολής του ελληνικού κράτους -που συνέχιζε ως την τελευταία στιγμή της ζωής του- δεν αντέχει να πει ψέματα σ’ αυτό το θέμα. Και επακολουθεί δεύτερο μέρος- για τα μετά το 1974.  Ίσως το καλύτερο.