Ο Μητσοτάκης λέει ότι άλλαξε. Και θέλει να τον πιστέψουμε

Του Γ. Λακόπουλου

Συνήθως οι  έντυπες συνεντεύξεις από Πρωθυπουργούς -και άλλους κορυφαίους πολιτικούς- κανονίζονται ως εξής: στέλνει  η εφημερίδα γραπτά ερωτήματα- με δικαίωμα προσθαφαίρεσης από τον συνεντευξιαζόμενο,-  και στο τέλος στέλνει και έναν συντάκτη της να φωτογραφηθεί μαζί  του.

 Γι’ αυτό οι περισσότερες συνεντεύξεις δεν έχουν νεύρο. Ή δεν συμπεριλαμβάνουν τα ερωτήματα στα οποία πραγματικά αναζητούν απαντήσεις οι πολίτες.  Η συνέντευξή  διαμορφώνεται από τον  συνεντευξιαζόμενο και περιστρέφεται γύρω από αυτόν.

Ο διευθυντής της «Καθημερνής»  Αλέξης Παπαχελάς μας διαβεβαίωσε ότι η συνέντευξη με τον Κυριάκο Μητσοτάκη ήταν μια «συζήτηση» που έγινε «ζωντανά» και χωρίς ατζέντα». Δεν έχουμε λόγο να  μην τον πιστέψουμε. 

Έχουμε κάθε λόγο όμως να μην πιστέψουμε τον Πρωθυπουργό.

Πίσω από τη συνέντευξη να διακρίνουμε τον κυνισμό ενός πολιτικού  που δεν διστάζει να υιοθετεί  τα αντίθετα από όσα υποστήριζε ως τώρα και θα υποστηρίζει και αργότερα.

Μιλάει για αυτοκριτική για το ΕΣΥ, όταν από τις πράξεις του ιδίου και της κυβέρνησής του δεν προκύπτει κάτι ανάλογο. Όπως και δεν διστάζει να υπόσχεται το ανέφικτο.

Είναι χαρακτηριστική η απάντησή του για την ύφεση και την ανάπτυξη.

«Ξέρω ότι θα έχουμε μια βαθιά ύφεση το 2020. Αλλά, υπό την προϋπόθεση ότι η επιστήμη θα δώσει τις απαντήσεις που τώρα περιμένουμε, η ανάκαμψη το 2021 θα είναι μεγαλύτερη για την Ελλάδα από όση θα είναι η ύφεση του 2020» .

 Δεν «διακινδυνεύει» καμία πρόβλεψη για το βάθος της ύφεσης. Δεν διστάζει όμως να διακινδυνεύσει την υπόσχεση ότι η ανάπτυξη θα την υπερκαλύψει το 2021. Αν δεχθούμε π.χ. το 10% που προσβλέπει το ΔΝΤ, η κυβέρνηση που είχε δείξει δύση δείγματά  αποτυχίας  λέει ότι θα  πετύχει… 11% τουλάχιστον ανάπτυξη.

Τα περισσότερα από όσα λέει ο Πρωθυπουργός στη συνέντευξή του είναι περιαυτολογίες,  με ενδιάμεσες ανακρίβειες.  Αλλά εκεί που ξεπερνάει το εαυτό του είναι όταν μιλάει για το κράτος και το ΕΣΥ.

Τρελαίνεται όποιος τον ακούει να λέει; «Πάντα πίστευα σε ένα ισχυρό κράτος». Όταν η πολιτική διαδρομή το είναι ύμνος στο «λιγότερο κράτος».

Ωστόσο ομολογεί ότι δεν είχε φανταστεί το ρόλο του Κράτους στην υγειονομική ασφάλεια. Είχε υπόψη του την ασφάλεια τύπου «νόμος και τάξη».

 Ο ίδιος «κάνοντας αυτοκριτική» λέει ότι «τώρα απέκτησε μεγαλύτερη εμπιστοσύνη» και θα το κάνει καλύτερο στο μέλλον. Όταν δεν προσέλαβε ούτε καν τους  γιατρούς που υποσχέθηκε για την κρίση.

Δεν παραλείπει να πει ότι «αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί το Εθνικό Σύστημα Υγείας να συνεργάζεται γόνιμα με τον ιδιωτικό τομέα και να απορροφά τεχνογνωσία, όπου αυτή είναι απαραίτητη».

Πετάει στη μπάλα στην εξέδρα λέγοντας ότι «θέσαμε όλο τον ιδιωτικό τομέα υπό τη συνολική εποπτεία του υπουργείου Υγείας. Απλώς, δεν χρειάστηκε, ευτυχώς, να χρησιμοποιήσουμε τέτοιες δυνατότητες του». Ποια εποπτεία; Απλώς έστελνε σε κλινικάρχες  καλοπληρωμένες δουλειές και τους άφησε έξω από το πρόβλημα. Ουδεμία επίταξη, όταν ο ίδιος μιλούσε για πόλεμο.

Θυμάται «τις  πρώτες συσκέψεις που κάναμε, όταν παίρναμε τα μέτρα για την απαγόρευση των καρναβαλικών εκδηλώσεων στην Πάτρα, χωρίς ούτε ένα κρούσμα ακόμα στην Ελλάδα», ενώ η αλήθεια είναι ότι υπήρχε ήδη το πρώτο κρούσμα στη Θεσσαλονίκη.

 Περιέργως καταλύει τη θεωρία «πήραμε με πρώτοι μέτρα» αναφέροντας ότι είχε ενημερωθεί «για τον τρόπο με τον οποίο άλλες χώρες διαχειρίστηκαν ανάλογα προβλήματα «.

Μιλάει για το κλείσιμο των σχολείων -που έγινε στις 10 Μαρτίου-  και «μετά αποφάσισε να λύσουμε και τα καταστήματα».  Αλλά δεν λέει ότι αυτό  έγινε στις 16 Μαρτίου. Όπως δεν λέει ότι μόλις τότε έκλεισαν και οι εκκλησίες. Ούτε πως η κυκλοφορία απαγορεύτηκε στις 23 Μαρτίου.

Αν τα πει θα είναι σα να δέχεται ότι δεν ήταν και τόσο έγκαιρα τα μέτρα, όταν ο πρώτος θάνατος καταγράφηκε στις 12 Μαρτίου, με εκατοντάδες κρούσματα ήδη, από τις 26 Φεβρουαρίου που εμφανίσθηκε το πρώτο.

Υπάρχουν πολλά που διαφεύγουν από τις απαντήσεις του. Και ίσως το πιο ενδιαφέρον είναι ότι τώρα που κρίνει ότι βγαίνει από την κρίση, αλλάζει τη ρητορική. «Ο επιχειρηματίας να βάλει το χέρι στην τσέπη περισσότερο για να στηρίξει την επιχείρησή του».

Εκεί που οι υπουργοί του έταζαν τα πάντα στους πάντες, τώρα λέει « αν πιστεύουν κάποιοι ότι ξαναγυρίζουμε στην εποχή όπου το κράτος θα καλύπτει όλες τις ζημίες, κάνουν λάθος.

Υπόσχεται «να μην ξεχάσουμε» – ποιος άραγε;- τα «παιδιά των delivery, τους εργαζομένους στα σούπερ μάρκετ». Αλλά τους εργαζόμενους στην καθαριότητα τους ξέχασε ήδη από το τελευταίο «διάγγελμα».  

Θεωρεί «κοινωνική δικαιοσύνη»  και… σοσιαλισμό, ότι έδωσε τα 800 ευρώ «οριζοντίως σε όλους, ασχέτως του εισοδήματος» γιατί αυτό… αδίκησε τους πλούσιους. .

Τέλος βεβαιώνει ότι δεν θα κάνει πρόωρες εκλογές- χωρίς να διαψεύδει ότι δέχθηκε εισηγήσεις. Και παίζει εν ου παικτοίς: «Θα είχαμε καλή χρονιά το 2020». Ίδιος ο πατέρας του…