Ο νέος ΣΥΡΙΖΑ και η αβάσταχτη ελαφρότητα του «Εμείς»

ΦΩΤΟ: ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΦΩΤΗΣ ΠΛΕΓΑΣ

Γράφει ο Νίκος Τσαγκρής

«Εγώ είμαι άραγε Εμείς;», αναρωτιέμαι κάθε φορά που ακούω –από φίλους και συντρόφους, κυρίως όμως από κομματικούς αξιωματούχους–  αυτή την αλαζονική και ναρκισσιστική προσωπική αντωνυμία

Καθώς καλπάζει ο χρόνος, τα γραπτά μού επιβάλλονται. Έτσι γράφω – έχω την αίσθηση , εάν θέλετε, πως γράφω, πράγματα ανάρμοστα∙ όλο και πιο ανάρμοστα, ακόμα και για πρόσωπα και πράγματα δικά μου, πολιτικούς κυρίως, μα και δημοσιογράφους που υπήρξανε συνάδελφοι ή και φίλοι. Για βασικές αρχές επίσης, και ιδέες και πολιτικές επιλογές που στήριξα και υπερασπίστηκα με αυτοθυσία κάποτε, κι ακόμα τώρα υπερασπίζομαι, στηρίζω… Εκ των υστέρων, σχεδόν πάντοτε, μετανοώ για κάτι τέτοιες αιχμηρές και ανάρμοστες γραφές, όμως στο τέλος καταλήγω: «ακριβώς αυτές είναι οι αρμόζουσες»!.. Κι έτσι επιτρέπω στα γραπτά να μού επιβάλλονται…

Υπ’ αυτή τη διάθεση, μου επιβάλλεται να γράψω ότι είναι καιρός να απαλειφθεί από την αριστερή κουλτούρα η αβάσταχτη ελαφρότητα της βεβαιότητας ότι «Εμείς» είμαστε καλύτεροι απ’ τους «Άλλους»: «Εγώ είμαι άραγε Εμείς;», αναρωτιέμαι κάθε φορά που ακούω – από φίλους και συντρόφους, κυρίως όμως από κομματικούς αξιωματούχους – αυτό το αλαζονικό και ναρκισσιστικό «Εμείς».

Και να που, αίφνης τώρα, καθώς γράφω, μου επιβάλλεται να γράψω ότι αυτό ακριβώς το «Εμείς» (το αλαζονικό, το ναρκισσιστικό) είναι που σφράγισε και τη ρητορική του βουλευτή Επικρατείας και Γραμματέα του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης, Πάνου Σκουρλέτη (συγγνώμη, Πάνο), σε μια απ’ τις αναφορές του στον επιθυμητό ΣΥΡΙΖΑ: «Εμείς δεν πιστεύουμε σε ένα κόμμα οπαδών. Δεν θέλουμε followers , θέλουμε μέλη που να έχουν μία ουσιαστική σχέση με την πολιτική, να συνδιαμορφώνουν τα πράγματα»…

*******

Ρητορική που, ενώ σε πρώτη ανάγνωση μοιάζει σωστή, καθώς κινείται στο πλαίσιο των χρηστών κομματικών ηθών της ανανεωτικής αριστεράς, αδειάζει ωστόσο, αν όχι το κόμμα του οποίου ο ίδιος ηγείται (τον υπαρκτό ΣΥΡΙΖΑ), τη συντριπτική πλειονότητα των εκατομμυρίων δημοκρατών, σοσιαλδημοκρατών και ανένταχτων αριστερών κάθε κομματικής προέλευσης που τον ψήφισαν και τον στήριξαν, χαρίζοντάς του αυτό το (ζωογόνο για μια κυβερνώσα Αριστερά) 32%. Και εξακολουθούν να τον στηρίζουν, με την επιθυμία να τον ξαναψηφίσουν…

Κατά το μάλλον ή ήττον, ως οπαδοί, ως ψηφοφόροι ή ως followers!.. Και όχι απαραίτητα ως μέλη «που να έχουν μία πιο ουσιαστική (!) σχέση με την πολιτική» απ’ αυτή που ήδη έχουν… Ούτε να «συνδιαμορφώνουν» (!) τα πράγματα περισσότερο απ’ όσο ήδη τα συνδιαμορφώνουν με την αυτόνομη κοινωνική τους δράση, την κριτική τους, την ψήφο τους.

Τώρα, αν θέλετε την γνώμη μου για τον νέο ΣΥΡΙΖΑ (έναν κυβερνητικά βιώσιμο ΣΥΡΙΖΑ – ηγεμονικό πόλο της δημοκρατικής παράταξης, εννοώ), μου επιβάλλεται να γράψω ότι, στις σημερινές εγχώριες και ευρωπαϊκές κοινωνικοπολιτικές συνθήκες, δεν μπορεί παρά να είναι αντιστρόφως ανάλογος της, εν λόγω, ρητορικής Σκουρλέτη:

Ένα κόμμα ελεύθερων και ωραίων μελών και οπαδών και followers και απλών ψηφοφόρων, βεβαίως∙ που θα έχουν οποιαδήποτε σχέση επιθυμούν με την πολιτική (σ. σ: πως ορίζεται αλήθεια «μια ουσιαστική σχέση με την πολιτική» κι από ποιόν;) και θα «συνδιαμορφώνουν» τα πράγματα με τον τρόπο που αυτοί επιλέγουν, είτε ως ενεργά μέλη του κόμματος, είτε με την αυτόνομη κοινωνική τους δράση και με την ψήφο τους…

*******

Ας δούμε τη μεγάλη εικόνα: Υπάρχουν οι φανατικοί ΣΥΡΙΖΑ και οι φανατικοί Αντί-ΣΥΡΙΖΑ και υπάρχουν και οι δημοκρατικοί Έλληνες πολίτες που, είτε είναι ΣΥΡΙΖΑ είτε Αντί –ΣΥΡΙΖΑ, είναι δημοκρατικοί Έλληνες πολίτες∙ και γι’ αυτούς ο πολιτισμός είναι αναπόσπαστος από την πολιτική, η αριστερή – προοδευτική κουλτούρα τους είναι η ζωή τους, και οι τέχνες, οι επιστήμες, η φιλοσοφία και η μεταφυσική, κάθε μορφή πνευματικής ζωής, συνιστούν την κουλτούρα τους.

Ανήκω στους τρίτους, φανατικά∙ σ’ αυτούς ανήκει, θαρρώ, και η πλειονότητα του 32% που στηρίζουν ΣΥΡΙΖΑ. Εξ αυτού μου επιβάλλεται να γράψω ότι, σε έναν κόσμο κυκλωμένο ασφυκτικά από τη νεοφιλελεύθερη βαρβαρότητα, η ιδεολογική επένδυση σε μια δογματική ριζοσπαστική Αριστερά δεν είναι παρά μια μεταμοντέρνα εκδοχή της κομμουνιστικής ουτοπίας:

Κατά τη γνώμη μου, η μόνη Αριστερά που «δουλεύει» σήμερα είναι η Αριστερά του ελληνικού παραδείγματος, (η ευρωπαϊκή Αριστερά της κυβερνητικής τετραετίας του Αλέξη Τσίπρα). Που δεν είναι – δεν μπορεί να είναι – παρά μια χρονισμένη, τίμια σοσιαλδημοκρατική Αριστερά με διακριτό το κοινωνικό της πρόσημο. Και να εκφράζεται εφεξής από ένα κόμμα όπως το «διάβασε» ο Αλέξης Τσίπρας στο εκλογικό αποτέλεσμα: ως εντολή άμεσου μετασχηματισμού του ΣΥΡΙΖΑ σε μια μεγάλη παράταξη, σε ένα σύγχρονο και μαζικό, αριστερό, προοδευτικό κίνημα

Από την ΑΥΓΗ της Κυριακής