Περί της «πολιτικής ηγεμονίας» του κ. Κυριάκου Μητσοτάκη

Του Πέτρου Μηλιαράκη*

Το «πολιτικό σύστημα» στην Ελλάδα από άποψη συνταγματικής τάξης, ακόμη κι αν ο Πρωθυπουργός δε έχει λαϊκή εντολή, αλλά έχει νομιμοποιηθεί από το Κοινοβούλιο (πρβλ. Τζαννής Τζαννετάκης, Ξενοφών Ζολώτας, Λουκάς Παπαδήμος), απονέμει στον Πρωθυπουργό «κυρίαρχη θέση» στα πολιτικά πράγματα, καθόσον από την αναθεώρηση του Συντάγματος του 1986 και μετά το «σύστημα» κατέστη αυστηρώς «πρωθυπουργοκεντρικό»

Κα τούτο διότι: εκ του Συντάγματος ο Πρωθυπουργός εξασφαλίζει την ενότητα της κυβέρνησης και κατευθύνει τις ενέργειές της, καθώς και των Δημόσιων Υπηρεσιών, με αντικειμενικό σκοπό την εφαρμογή της κυβερνητικής πολιτικής, μέσα στο πλαίσιο των Νόμων (βλ. άρθρο 82 παρ. 2 Συντάγματος). Ταυτοχρόνως, όμως, και τούτο αποτελεί πράγματι «πολιτική ηγεμονία», η συνταγματική τάξη απονέμει την απόλυτη προνομία στον Πρωθυπουργό να διαλύσει τη Βουλή, της οποίας μάλιστα έχει λάβει ψήφο εμπιστοσύνης, ζητώντας την ανανέωση της λαϊκής εντολής, καθόσον «εκείνος» μόνο (δηλαδή ο εκάστοτε Πρωθυπουργός) έχει το δικαίωμα να κρίνει ότι μετά από λαϊκή ετυμηγορία θα πρέπει να νομιμοποιηθεί η επόμενη κυβέρνηση για «να αντιμετωπίσει θέμα εθνικής σημασίας» (βλ. άρθρο 41 παρ. 2 Συντάγματος). 

Υπ’ όψιν δε επ’ αυτού, ότι ο/η Πρόεδρος της Δημοκρατίας (ΠτΔ) έχει δεσμία υποχρέωση-αρμοδιότητα να αποδεχθεί την απόφαση του Πρωθυπουργού, η οποία, βεβαίως, εκφράζεται μέσω του Υπουργικού Συμβουλίου. 

Ασφαλώς, για να «προσγειωθούμε» στα πράγματα, «πολιτική ηγεμονία» δεν έχει κανένας πολιτικός αρχηγός, ούτε ο/η ΠτΔ που έχει σε αυστηρό πλαίσιο συγκεκριμένες ρυθμιστικές αρμοδιότητες. Και τούτο διότι το Ανώτατο Όργανο της Πολιτείας είναι συλλογικό, ήτοι το εκλογικό σώμα, όπου στον κάθε πολίτη αναλογεί και ανήκει το αυτό ποσοστό κυριαρχίας

ΔΙΕΡΕΥΝΩΝΤΑΣ ΤΑ ΠΕΡΙ ΤΗΝ «ΗΓΕΜΟΝΙΑ»…

Με τούτα ως προδιάθεση, ας τεθούν υπ’ όψιν τα εξής που αφορούν στον παρόντα χρόνο. Σύμφωνα με δημοσκόπηση που διεξήχθη προσφάτως από την εταιρεία δημοσκοπήσεων «Opinion Poll», εγείρονται ζητήματα λόγω του. δικαιολογημένου ενδιαφέροντος του ενεργού πολίτη (βλ. παρ. 1 του άρθρου 5 Συντάγματος). Τα ζητήματα μπορούν να κωδικοποιηθούν εν συντομία ως εξής:

1) Σύμφωνα με τη δημοσκόπηση αυτή, το 37% των ερωτηθέντων δηλώνει αισιόδοξο ότι μέσα στο επόμενο διάστημα του 2021 θα υπάρξει βελτίωση της οικονομίας, των επιχειρήσεων και του εισοδήματος των εργαζομένων. Τούτο σημαίνει ότι και αν δεν είναι απαισιόδοξοτουλάχιστον δεν είναι αισιόδοξο το 63% των ερωτηθέντων. Προηγείται, όμως, η διαπίστωση του 37% και όχι η διαπίστωση του 63%, η οποία επαφίεται στον ενδιαφερόμενο να την εντοπίσει.

2) Ως προς τους νέους ηλικίας 17 έως 35 ετών (που αποτελούν σημαντικότατο τμήμα του εκλογικού σώματος), το 27,3% εξ αυτών κατά τη δημοσκόπηση αυτή είναι αισιόδοξο ως προς τις παραπάνω διαπιστώσεις, δηλαδή της βελτίωσης της οικονομίας. Συνεπώς, το προκύπτον 72,7% που είναι απαισιόδοξο επαφίεται και πάλι στον ενδιαφερόμενο πολίτη να το διαπιστώσει.

3) Η συγκεκριμένη δημοσκόπηση αξιολογεί πολύ χαμηλά την αίσθηση των πολιτών για την «ασφάλειά» τους (36,6%) και για την «παιδεία» (30,7%). Υπ’ όψιν ότι στον προεκλογικό λόγο της ΝΔ είχε προταθεί ως κύριο ζήτημα η ασφάλεια!

4) Τίθεται ζήτημα εάν τα άτομα που ερωτώνται αφορούν ανέργους, πληττόμενους από την κρίση επιχειρηματίες, συγγενείς θανόντων απ’ την COVID-19, και γονείς που βλέπουν τα παιδιά τους μέσω Skype και Zoom.

ΕΓΕΙΡΟΝΤΑΙ ΙΔΙΑΙΤΕΡΕΣ ΕΝΣΤΑΣΕΙΣ

Εκείνο, όμως, που εγείρει ιδιαίτερες ενστάσεις είναι η φερόμενη «ηγεμονία» του κ.Πρωθυπουργού σε επίπεδο «υπερκομματικής αποδοχής». Ως προς αυτό, για το εάν στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ή όχι, μπορούν αξιοπρεπώς να διατυπωθούν οι παρακάτω ενστάσεις:

Μείζον ζήτημα δημιουργεί η φερόμενη «διακομματική αποδοχή» του κ.Κυριάκου Μητσοτάκη. Με βάση τη δημοσκόπηση, το 81,6% των ψηφοφόρων της ΝΔ (και αυτό είναι φυσικό) αποδέχεται την παρουσία του. «Πώς», όμως, είναι δυνατόν το 82,5% των ψηφοφόρων του ΚΙΝΑΛ να αποδέχεται την παρουσία του κ.Κυριάκου Μητσοτάκη στη θέση του Πρωθυπουργού, εφόσον τον αντιπολιτεύεται; Το ίδιο συμβαίνει και με το 31,4% των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ(!), καθώς και παραδόξως του ΚΚΕ(!), που αφορά μεγαλύτερο ποσοστό παραδοχής στον κ.Πρωθυπουργού, ακόμα και έναντι των υποστηρικτών του ΣΥΡΙΖΑ, εφόσον το 36,6% όσων στηρίζουν το ΚΚΕ επιδοκιμάζουν τις πολιτικές του κ.Πρωθυπουργού. Το αυτό παράδοξο, κατά τη σειρά της σημερινής κοινοβουλευτικής δύναμης, αφορά και στην Ελληνική Λύση (όπου το ποσοστό είναι 70,4%!) και στο ΜέΡΑ25, όπου το ποσοστό παραδοχής του κ.Κυριάκου Μητσοτάκη ανέρχεται στο 22,4%!..

Με τις διαπιστώσεις αυτές, εγείρονται ερωτήματα, ακόμη και με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας – σε όσους εν πάση περιπτώσει διαβιούμε μέσα στην κοινωνία και έχουμε παραστάσεις επί των πολιτικών πραγμάτων – στο: «πώς» είναι δυνατόν το 36,6% των ψηφοφόρων του ΚΚΕ και το 22,4% των ψηφοφόρων του ΜέΡΑ25 που κατά τεκμήριο η πολιτική τους θέση έχει και ιδεολογικό υπόβαθρο, να αποδέχονται το νεοφιλελεύθερο κ.Κυριάκο Μητσοτάκη στη θέση του Πρωθυπουργού, παρά που τον αντιπολιτεύονται. Το αυτό ισχύει και για τους υποστηρικτές των άλλων πολιτικών φορέων που αντιπολιτεύονται  τον κ. Κυριάκο Μητσοτάκη. Το να αντιπολιτεύεσαι και ταυτόχρονα να υποστηρίζεις αφορά στην ωριμότητα των πολιτών που ερωτώνται και συνεπώς εξ αντικειμένου προβάλλεται η ένσταση τόσο για τον τρόπο υποβολής των ερωτήσεων όσο και για το εάν ο ερωτώμενος αποδίδει τη δέουσα σοβαρότητα για τις «συνέπειες εκμετάλλευσης» που θα έχει η απάντησή του. 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΩΣ: Τα προαναφερόμενα καταγράφονται με απόλυτο σεβασμό στη λειτουργία της συγκεκριμένης δημοσκοπικής εταιρείας. Αφού, όμως, η έρευνά της δεν είναι «μυστική» και δημοσιεύεται, δίδει το δικαίωμα να τίθεται σε δημόσια κριτική και βάσανο σε κάθε ενεργό πολίτη, υπ’ όψιν του οποίου, άλλωστε, και τίθεται!..

Όσο για τον κ.Κυριάκο Μητσοτάκη, καλοπίστως προκύπτει ότι «προς το παρόν»(!) έχει ένα προβάδισμα και πάντως όχι τη διακομματική παραδοχή(!), ενώ όλο και φθίνουν σε βάρος του τα «ποιοτικά χαρακτηριστικά». Επειδή, όμως, το μέλλον είναι απολύτως αβέβαιο, ας ετοιμαστούμε για λίαν πρόωρες εκλογές!..

* Ο Πέτρος Μηλιαράκης δικηγορεί στα Ανώτατα Ακυρωτικά Δικαστήρια της Ελλάδας και στα Ευρωπαϊκά Δικαστήρια του Στρασβούργου και του Λουξεμβούργου (ECHR και GC – EU).