Πώς μια δίκη αποκάλυψε ότι η Δικαιοσύνη χειραγωγείται και ένα νέο κίνημα γεννιέται με το σύνθημα «Ψωμί -Παιδεία- Δικαιοσύνη»

Του Νίκου Λακόπουλου

Με τον Λιγνάδη να πρωταγωνιστεί στις ανακοινώσεις του ΣΕΗ που διαβάζονται σε όλα τα θέατρα της χώρας και την υπουργό Πολιτισμού να αποχωρεί από παράσταση στην Καλαμάτα ένα πρωτοφανές κίνημα αναπτύσσεται στην Ελλάδα με βασικό αίτημα την δικαιοσύνη.

Η ανακοίνωση του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών έθεσε ένα ζήτημα που δεν αφορά μόνο την υπόθεση Λιγν΄άδη, αλλά τον τρόπο που λειτουργεί η Δικαιοσύνη στην Ελλάδα και ένα ζήτημα που αφορά τα θύματα βίας που δεν θα τολμήσουν να καταγγείλουν πια όχι μόνο δεν θα δικαιωθούν, αλλά μπορεί να βρεθούν κατηγορούμενοι.

Πρόκειται για μια «μία αδιάκοπη σειρά περίεργων αποφυλακίσεων, κατηγορουμένων όμως συγκεκριμένου ταξικού και κοινωνικού φάσματος» -κατά τον νομικό Κώστα Παπαδάκη που «θέτει άλλη μία φορά το ερώτημα για τον τρόπο λειτουργίας μέρους της δικαστικής εξουσίας και δημιουργεί σοβαρές ανησυχίες για την μονομέρειά της και την ταύτισή της με τον τρόπο που η οικονομικοκοινωνική ελίτ και η κυβέρνηση της χώρας αντιλαμβάνεται την λειτουργία της».

Πολ΄ύ πριν φτάσουμε στην απόφαση που άφησε ελεύθερο τον Δημήτρη Λιγνάδη ο τρόπος που έγινε η δίκη, ο αποκλεισμός μαρτύρων, οι απειλές στον εισαγγελέα και η τρομοκράτηση των θυμάτων -ένα από τα οποία δεν πήγε στο δικαστήριο- έκαναν την κοινή γνώμη να δυσπιστεί -ώσπου ήρθε η απόφαση.

Γιατί πανηγυρίζει ο Λιγνάδης

Αν και ο Λιγνάδης καταδικάστηκε εμφανίστηκε ως αθώος που θα δικαιωθεί πλήρως στο Εφετείο και χωρίς να ανησυχεί για την παρέμβαση της Εισαγγελίας που ζήτησε να της διαβιβαστούν άμεσα τα πρακτικά της δίκης και η απόφαση του ΜΟΔ, προκειμένου να μελετηθεί το ενδεχόμενο άσκησης έφεσης.

«Και για να τελειώνουμε» θα πει ο συνήγορος υπεράσπισής του «το άρθρο 497 παρ.8 ΚΠΔ, επειδή πρόκειται περί δικονομικής και όχι ουσιαστικής νομικής διάταξης, δεν επιδέχεται εφέσεως και ουδέποτε μπορεί να οδηγηθεί στη φυλακή ο κ. Λιγνάδης, ακόμη και αν ασκηθεί έφεση στην απόφαση».

Η Εισαγγελία Εφετών Αθηνών θα μελετήσει εάν σωστά αξιολογήθηκε το αποδεικτικό υλικό και εάν είναι επαρκώς αιτιολογημένες οι αποφάσεις της πλειοψηφίας των δικαστών τόσο για την αθώωση του σκηνοθέτη για τον ένα από τους δύο βιασμούς, για τις ποινές που επιβλήθηκαν και για την αποφυλάκιση του μετά την καταδίκη, με την χορήγηση αναστολής εκτέλεσης της ποινής.

Η υπεράσπιση του Λιγνάδη αν και υπήρξε καταδίκη έχει λόγους να πανηγυρίζει αφού «το συνεργείο των κατασκευαστών της σκευωρίας και δηλητηρίασαν την κοινή γνώμη, ώστε να φτάσουμε στο οξύμωρο σχήμα, οι τρεις κυρίες Ένορκοι να παραπλανηθούν και να καταδικάσουν τον κο Λιγνάδη με μια αμφιλεγόμενη απόφαση, ως προς το καταδικαστικό της σκέλος, το οποίο θα καταρρεύσει παμψηφεί στην κατ’ έφεση δίκη».

Η Ένωση Εισαγγελέων και δικαστών σε μια πρωτοφανή στα χρονικά τοποθέτηση για να υπερασπιστεί την Πρόεδρο του Δικαστηρίου μιλά για τα τα «λαϊκά Δικαστήρια – που δυστυχώς είχε προβλέψει πως θα «στηθούν» και βλέπει πολιτικές και μόνο σκοπιμότητες στην κριτική πιου ασκείται

«Είναι ξεκάθαρα ΥΠΟΚΙΝΟΥΜΕΝΗ απ’ αυτούς που δεν επιδεικνύουν στοιχειώδη σεβασμό στους θεσμούς και η απαξίωση αυτών(θεσμών) αποτελεί κεντρική πολιτική επιλογή τους, απ’ αυτούς που κινούνται στην κινηματική λογική παρελθόντων ετών, που κύριο χαρακτηριστικό έχει την πόλωση και το διχασμό, απ’ αυτούς που πιστεύουν ότι η Δικαιοσύνη είναι ένας ακόμα κρατικός μηχανισμός ενταγμένος στους σχεδιασμούς τους και ότι με την απειλή της δημόσιας διαπόμπευσης προσωπικοτήτων της Ελληνικής Δικαιοσύνης σε πλατείες και σε δημόσιους χώρους θεαμάτων θα εκβιάσουν τις αποφάσεις της προς συγκεκριμένη κατεύθυνση, μετά την έκδοση της απόφασης του Μ.Ο.Δ. και θα χειραγωγήσουν τη Δικαιοσύνη, ώστε να αποφασίζει σύμφωνα με τις επιθυμίες τους. Έτσι αντιλαμβάνονται όλα αυτά τα κέντρα την Ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης».

Η απίστευτη παρέμβαση της Ένωσης Δικαστών

Ποτέ πριν το συνδικαλιστικό όργανο των εισαγγελέων και δικαστών δεν πήρε τόσο ξεκάθαρη πολιτική- ή μάλλον κομματική- θέση για να υπερασπιστεί μια απόφαση και να στραφεί εναντίον ενός άλλου κόμματος για την «κινηματική λογική» του εμπλέκοντας μια δίκη στην πόλωση και τον διχασμό.

Για τον πρώην πρόεδρο της Ένωσης Χριστόφορο Σεβαστίδη η ανακοίνωση φτάνει στα ΄»όρια θεσμικής αμετροέπειας», αλλά «‘έχει ωστόσο ένα θετικό στοιχείο. Δεν μιλάει με μισόλογα αλλά δείχνει απροσχημάτιστα τη νέα αντίληψη που θα κυριαρχήσει και θα καταστήσει τη μεγαλύτερη Δικαστική Ένωση έναν συνδικαλιστικό βραχίονα συγκεκριμένου πολιτικού χώρου».

Αυτού του χώρου που πριν μια βδομάδα το δελτίο τύπου ντράπηκε να ονομάσει όταν υπουργός της κυβέρνησης καταλόγισε σκοπιμότητες στο βούλευμα του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου χυδαιολογώντας σε βάρος ανώτατων δικαστών».

Η υπόθεση Λιγνάδη είχε εξ αρχής πολιτικά χαρακτηριστικά καθώς ήταν η επιλογή του Πρωθυπουργού για κάτι παραπάνω από την θέση του διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου. Η υπουργός Πολιτισμού τον κάλυψε αρχικά, του δόθηκε χρόνος να εξαφανίσει στοιχεία και έφτασε σε μια δίκη που κατέληξε στην αποφυλάκισή του.

Η ανάγκη της Ένωσης Δικαστών να μιλήσει τόσο ανοιχτά για μια υπόθεση με όρους κομματικούς δείχνει απλώς πως η ελληνική Δικαιοσύνη χειραγωγείται, αλλά όχι από την δίκαιη οργή του Σωματείου Ηθοποιών -που εμφανίζεται ως …υποκινούμενη.

Κυρίως όμως δείχνει πως καθώς ένα κίνημα για κράτος δικαίου και δικαιοσύνη δημιουργείται σα συνέχεια του κινήματος κατά της βίας πως υπάρχει πρόβλημα δικαιοσύνης στην Ελλάδα.

Και το μήνυμα του Πολυτεχνείου -που δεν είναι μύθος- σήμερα είναι : Ψωμί – Παιδεία- Δικαιοσύνη».