Κυριακή 23 Σεπτεμβρίου 2018 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Σε αναζήτηση πολιτικής τόλμης

Toυ Νίκου Κ. Αλιβιζάτου

Το 2018 δεν μπορεί βέβαια να συγκριθεί με παλαιότερες, πολύ δραματικότερες στιγμές της Ιστορίας μας. Ευτυχώς, παρά την άνοδο του εθνικολαϊκισμού, το Brexit και τους κ. Τραμπ και Πούτιν, η ενωμένη Ευρώπη επιβιώνει και εμείς εξακολουθούμε να ανήκουμε στον στενό πυρήνα της. Από την άλλη, εντούτοις, η κατάσταση είναι τόσο ρευστή στην Τουρκία, την Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή, που δεν θα πρέπει να αποκλείει κανείς ακόμη και τα πιο δυσάρεστα σενάρια. Κοντολογίς, όσο ταχύτερα κλείσουμε παλιές μας εκκρεμότητες, τόσο το καλύτερο για τη χώρα μας. Πολύ περισσότερο όταν γι’ αυτές ευθυνόμαστε και εμείς οι ίδιοι. Γι’ αυτό όμως χρειαζόμαστε πολιτικούς που να λένε την αλήθεια.

Ανεύθυνους δημαγωγούς είχαμε δυστυχώς άφθονους στο παρελθόν, πρόσφατο και απώτερο. Για να εξασφαλίσουν λίγα ψηφαλάκια, δεν δίσταζαν να οδηγήσουν τη χώρα σε ήττες και ταπεινώσεις. Τι να

Η συμφωνία Τσίπρα – Ζάεφ δεν είναι «ταπεινωτική» για τη χώρα μας, όπως με απίστευτο θράσος υποστηρίχθηκε. Παρότι ορισμένες διατάξεις της δεν ικανοποιούν ελληνικές διεκδικήσεις, στο σύνολό της είναι ικανοποιητική, γιατί ενσωματώνει πάνω από το 80% των πάγιων ελληνικών θέσεων.

πρωτοθυμηθεί κανείς; Το 1897, όταν μόνο χάρη στις μεγάλες δυνάμεις ο τουρκικός στρατός σταμάτησε στον Δομοκό; Ή μήπως το 1922 όταν ο μεγαλοϊδεατισμός του Στέμματος οδήγησε στη μεγίστη των καταστροφών της νεότερης ιστορίας μας; Διεθνής απομόνωση, υπερεκτίμηση των δυνάμεών μας και, στην καλύτερη των περιπτώσεων, ρομαντική πατριδοκαπηλία ήταν τα βαθύτερα αίτια της ήττας.

Υπάρχουν, από την άλλη, και μερικά έτη ορόσημα, όπως το 1912-13 και το 1917-18. Με μιαν έξυπνη πολιτική συμμαχιών, καλή στρατιωτική προπαρασκευή και προπάντων πολιτικούς που μιλούσαν τη γλώσσα της αλήθειας, πετύχαμε στην περιοχή μας κάτι που δεν ονειρεύονταν για τον εαυτό τους ούτε οι χειρότεροι εχθροί μας: την πραγμάτωση των περισσότερων εθνικών μας διεκδικήσεων.

Χρειαζόμαστε λοιπόν πολιτικούς που να λένε την αλήθεια. Αν κρίνει κανείς από τις αντιδράσεις που προκάλεσε η δημοσιοποίηση της συμφωνίας Τσίπρα – Ζάεφ, το είδος αυτό σπανίζει στη σημερινή Ελλάδα. Δεν αναφέρομαι τόσο στον «μοιραίο άνθρωπο» για το νέο Μακεδονικό, που με τις ακραίες δηλώσεις του απέδειξε ότι δεν έχει διδαχθεί τίποτα από τα λάθη του. Θα με απασχολήσουν, απεναντίας, οι πιο συγκρατημένες επικρίσεις που διατυπώθηκαν τα τελευταία 24ωρα για τον χειρισμό της υπόθεσης από την κυβέρνηση.

• Δεν λένε την αλήθεια όσοι υποστηρίζουν ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας θα μπορούσε τάχα να αποτρέψει την υπογραφή της συμφωνίας Τσίπρα – Ζάεφ, αξιώνοντας να συζητηθεί πρώτα στη Βουλή. Ούτε, ακόμη λιγότερο, και αυτοί που του ζητούν να πάρει θέση επί της ουσίας και να καταδικάσει τη συμφωνία. Υπό το ισχύον Σύνταγμα, ο κ. Παυλόπουλος δεν έχει τέτοιες αρμοδιότητες και ούτε θα μπορούσε να τις εφεύρει αν αποφάσιζε ξαφνικά να ακολουθήσει το μοντέλο Ματαρέλα.

• Οσο αποδυναμωμένη και αν είναι πολιτικά εξαιτίας των γελοίων ακροβασιών του κ. Καμμένου, από συνταγματική σκοπιά, η σημερινή κυβέρνηση μπορεί να δεσμεύει τη χώρα. Διότι, για όσον καιρό καμία πρόταση δυσπιστίας εναντίον της δεν συγκεντρώνει τουλάχιστον 151 ψήφους, νομίμως θα ασκεί όλες τις εκ του Συντάγματος αρμοδιότητές της. Και στις αρμοδιότητες αυτές περιλαμβάνεται η χάραξη και η άσκηση της εξωτερικής πολιτικής της χώρας.

• Νομικά, η μομφή κατά της κυβέρνησης για μυστική διπλωματία είναι άνευ σημασίας. Διότι καμιά διάταξη, ούτε του Συντάγματος ούτε του διεθνούς δικαίου, κανένα διεθνές έθιμο δεν επιβάλλει στις κυβερνήσεις να διαπραγματεύονται με άλλα κράτη φανερά. Ας σκεφθούν όσοι υποστηρίζουν τέτοιες απόψεις τι θα συνέβαινε αν τα WikiLeaks και η δράση του κ. Ασάντζ νομιμοποιούνταν!

• Δεν είναι ακριβές ότι η υπογραφή της συμφωνίας δεσμεύει τάχα οριστικά τη χώρα. Διότι, πρώτον, η ίδια η συμφωνία προβλέπει ότι, για να ισχύσει, θα πρέπει να κυρωθεί και από την Ελλάδα. Και, δεύτερον, διότι, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, η ελληνική κυβέρνηση –κάθε ελληνική κυβέρνηση– μπορεί να την καταγγείλει όποτε θέλει, με απλή δήλωση του κατά το Σύνταγμα φορέα της εκτελεστικής εξουσίας. Με άλλα λόγια, αν ο κ. Μητσοτάκης τη βρίσκει τόσο επιζήμια, δεν έχει παρά να περιμένει να την καταγγείλει όταν, όπως όλα δείχνουν, διαδεχθεί τον κ. Τσίπρα στην πρωθυπουργία.

• Η συμφωνία Τσίπρα – Ζάεφ δεν είναι «ταπεινωτική» για τη χώρα μας, όπως με απίστευτο θράσος υποστηρίχθηκε. Παρότι ορισμένες διατάξεις της δεν ικανοποιούν ελληνικές διεκδικήσεις, στο σύνολό της είναι ικανοποιητική, γιατί ενσωματώνει πάνω από το 80% των πάγιων ελληνικών θέσεων.

• Και το κυριότερο. Η σύναψη της συμφωνίας αυτής τερματίζει μια σοβαρή γεωπολιτική εκκρεμότητα στην περιοχή. Διότι ανοίγει τον δρόμο στην ΠΓΔΜ να διεκδικήσει την ένταξή της στην Ε.Ε. και στο ΝΑΤΟ. Θα προτιμούσαν άραγε οι πολέμιοί της να γίνουν τα Σκόπια προγεφύρωμα του κ. Ερντογάν ή έστω του κ. Πούτιν;

Στην πολιτική δεν λες την αλήθεια μόνον όταν ζητείς από τον λαό δυσάρεστα πράγματα και αντιδημοφιλή. Τη λες και όταν αναγνωρίζεις ότι και ο αντίπαλός σου, όσο ορκισμένος και αν είναι, μπορεί και αυτός να κάνει κάτι καλό. Δεν είναι θέμα γενναιοδωρίας αλλά πολιτικής τόλμης, για την οποία, αργά ή γρήγορα, θα επιβραβευθείς. Διότι αύριο, με μάρτυρα τον ίδιο τον λαό, θα μπορείς έντιμα να αξιώσεις από τον αντίπαλό σου να σου συμπεριφερθεί αναλόγως.

* Ο  Ν.Κ. Αλιβιζάτος είναι ομότιμος καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου του Πανεπιστημίου Αθηνών.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ