Κυριακή 18 Νοεμβρίου 2018 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Σε τρία χρόνια η Ελλάδα θα γιορτάσει τα 200 χρόνια από την Επανάσταση του 1821

«Επεισόδιο από την Έξοδο του Μεσολογγίου», ελαιογραφία του Φρανσουά-Εμίλ ντε Λανσάκ, 1827

Σε τρία χρόνια η Ελλάδα θα γιορτάσει τα 200 χρόνια από την Επανάσταση του 1821 κι οι προετοιμασίες έχουν ξεκινήσει. Τη συζήτηση γύρω από τον εορτασμό της επετείου άνοιξε στο ευρύ κοινό η 15η Διεθνής Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης, όπου για πρώτη φορά παρουσιάστηκαν πτυχές του ερευνητικού προγράμματος «1821-2021. Διακόσια χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση» με το οποίο το Ίδρυμα της Βουλής αποσκοπεί σε βάθος τριετίας, να επανεξετάσει και να αναστοχαστεί το μεγάλο ιστορικό γεγονός.

Πώς τελικά θα γιορτάσουμε στην εποχή μας τη διακοσαετία της Επανάστασης πάνω στην οποία το ελληνικό κράτος θεμελίωσε την ύπαρξη του; ποιο νόημα έδωσαν στην επέτειο οι εκάστοτε εξουσίες και το προσάρμοσαν ως αυθεντικό στο δικό τους αφήγημα αποκλείοντας όσες φωνές απόκλιναν; με ποιο τρόπο το κράτος και οι μελετητές διαχειρίζονται τα τεκμήρια που συγκροτούν την ιστορία του γεγονότος; ο όγκος της ψηφιοποίησης τους θα τροφοδοτήσει διαφορετικά τον εορτασμό; Τα ζητήματα έθεσαν οι ιστορικοί που συμμετείχαν στο πάνελ με θέμα «1821-2021: Ανιχνεύοντας το νόημα μιας επετείου».

Επέτειος που στο παρελθόν κακοτύχισε αφού τα 100 χρόνια βρήκαν την Ελλάδα σε πόλεμο με την Τουρκία και τα 150 χρόνια με μια δικτατορία.

«Ας ελπίσουμε ότι τη φορά αυτή τα πράγματα θα είναι καλύτερα και θα εορταστεί με την τιμή, τον ενθουσιασμό αλλά και τον αναστοχασμό και τη νηφαλιότητα που αξίζει στην ιδρυτική πράξη του ελληνικού κράτους, η οποία ταυτόχρονα υπήρξε κι ένα κορυφαίο δημοκρατικό γεγονός για όλο τον κόσμο» ευχήθηκαν οι ομιλητές.

Στα τρία ιωβηλαία (50, 100, 150) της Επανάστασης του 1821 ως τις κορυφαίες στιγμές των εορτασμών αναφέρθηκε ο επ. καθηγητής Ιστορίας Πανεπιστημίου Αθηνών Βαγγέλης Καραμανωλάκης: «Στην πεντηκονταετηρίδα της Επανάστασης, το 1871 έγιναν τα αποκαλυπτήρια δύο αδριάντων στα Προπύλαια του Πανεπιστημίου, στη θέση αρχαίων θεοτήτων που είχε σχεδιάσει ο αρχιτέκτονας του κτιρίου: του Ρήγα Βελενστινλή και του Γρηγορίου Ε΄. Το νόημα της επετείου συνδέθηκε με την ενσωμάτωση της εκκλησίας και με εκφραστή της ενότητας του έθνους το νέο βασιλιά. Στην εκατονταετηρίδα που γιορτάστηκε το 1930 αντί το 1921 λόγω της μικρασιατικής εκστρατείας, η βενιζελική ελίτ ενσωμάτωνε στο αφήγημα της τα εδαφικά κέρδη και τις στρατιωτικές νίκες μετά το 1912 και τα συνέδεε ευθέως με την Επανάσταση του 1821. Τέλος, στην 150ετηρίδα, το καθεστώς της 21ης Απριλίου τόνιζε πάλι τη στενή σχέση ορθοδοξίας- ο εορτασμός θα συνδυαζόταν με την θεμελίωση, που τελικά δεν έγινε, του Ναού του Σωτήρος γνωστού ως το Τάμα του Έθνους- και ελληνισμού αναδεικνύοντας όμως το στρατό ως τον βασικό διαμεσολαβητή αυτής της σχέσης».

Για την τύχη των αρχείων της Επανάστασης, την εξ αρχής αναγόρευση τους «σε ιερά και όσια κειμήλια του έθνους και την παράλληλη αδιαφορία για την διαφύλαξη τους» μίλησε ο Δημήτρης Δημητρόπουλος, διευθυντής του Ινστιτούτου Ιστορικών Ερευνών στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών. Επισήμανε, ακόμα, την ενασχόληση της ιστοριογραφίας περισσότερο με τα ηρωικά κατορθώματα των πρωταγωνιστών και λιγότερο με τη συγκρότηση του κράτους των δημοκρατικών θεσμών και των οικονομικών του απελευθερωτικού αγώνα, γεγονός που αποτελεί, όπως είπε, κενό στη μελέτη κορυφαίων στιγμών του απελευθερωτικού αγώνα.

Αναφέρθηκε ιδιαίτερα στον ιστοριοδίφη Γιάννη Βλαχογιάννη, «ένα μοναχικό και ανιδιοτελή πατριώτη, εμβληματική μορφή για τις σπουδές του 1821 και τα αρχεία». Διάλεγε για τη συλλογή του- και μ’ αυτό τον τρόπο επίσης διέσωσε- δεκάδες χιλιάδες τεκμήρια από το πλήθος όσων είχαν απομακρυνθεί από τα κρατικά αρχεία. Για παράδειγμα «το 1893 μεταφέρθηκε από το Ελεγκτικό Συνέδριο σε μια αποθήκη της οδού Αθηνάς όγκος εγγράφων που κατέληξαν σε εργολάβο ο οποίος τα πωλούσε με την οκά. Από αυτόν ο Βλαχογιάννης επέλεγε και αγόραζε τεκμήρια ενώ ωθούσε τους πελάτες να περιορίζουν τις αγορές τους σε όσα θεωρούσε εκείνος άνευ σημασίας».

Ο Βλαχογιάννης, συνέβαλε και στην ίδρυση των Γενικών Αρχείων του Κράτους το 1914 επί κυβερνήσεως Ελευθέριου Βενιζέλου.