Σκάνδαλο Epstein: Η Ελίτ και το Σώμα – Μηχανισμοί Επιθυμίας και Κυριαρχίας

Του Σωκράτη Αργύρη 

«Οι αστοί μας, μη όντας ευχαριστημένοι απ’ το γεγονός ότι έχουν στη διάθεσή τους τις γυναίκες και τις κόρες των προλετάριών τους…»

Η φράση του Καρλ Μαρξ στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο δεν αφορά ένα σκάνδαλο· αφορά μια δομή. Δεν περιγράφει ένα έγκλημα· περιγράφει μια σχέση εξουσίας. Γι’ αυτό και η επικαιρότητά της δεν βρίσκεται σε κάποια ηθική επιβεβαίωση, αλλά στη σιωπηρή της ακρίβεια: η εκμετάλλευση δεν περιορίζεται στην εργασία. Επεκτείνεται στο σώμα.

Τον Φεβρουάριο του 2026, η υπόθεση του Jeffrey Epstein δεν είναι μια κλειστή ιστορία. Η θεσμική δημοσιοποίηση εκτεταμένων αρχείων στα τέλη του 2025 —μέσω ειδικής νομοθεσίας διαφάνειας— μετέτρεψε το σκάνδαλο από ποινική υπόθεση σε διαρκές πολιτικό γεγονός. Εκατομμύρια σελίδες εγγράφων, λίστες επικοινωνιών, καταγραφές πτήσεων, οικονομικές διαδρομές και μαρτυρίες θυμάτων δεν αναδεικνύουν μόνο το παρελθόν ενός ανθρώπου· σκιαγραφούν ένα πλέγμα σχέσεων που διατρέχει οικονομικές ελίτ, διπλωματικά δίκτυα και πολιτισμικά κέντρα ισχύος.

Η σημασία δεν βρίσκεται απλώς στα ονόματα. Βρίσκεται στη δομή που επιτρέπει στα ονόματα να παραμένουν ισχυρά ακόμη και όταν εκτίθενται.

Οι πρόσφατες παραιτήσεις κορυφαίων στελεχών — όπως ο επικεφαλής της DP World στο Ντουμπάι αλλά και η κορυφαία νομική σύμβουλος της Goldman Sachs, Kathy Ruemmler — δείχνουν ότι η υπόθεση Epstein δεν είναι μόνο νομική ή πολιτική. Τα αρχεία αποκάλυψαν σχέσεις που εκτείνονται από την οικονομική και επιχειρηματική ελίτ έως τους θεσμούς και τους νομικούς μηχανισμούς που υποτίθεται ότι εγγυώνται τη νομιμότητα. Αυτές οι αποκαλύψεις αναδεικνύουν πώς η κοινωνική και οικονομική ισχύς μεταφράζεται σε πρόσβαση στο σώμα και σε κυριαρχία πάνω σε άλλους, ενισχύοντας την αίσθηση ατιμωρησίας και καθιστώντας τη βία συστηματική και οργανωμένη.

Η υπόθεση δεν λειτουργεί πια μόνο ως νομικό ζήτημα, αλλά ως γεωπολιτικός κραδασμός. 

Ωστόσο, το ερώτημα που προκύπτει δεν είναι απλώς «ποιοι εμπλέκονται;». Είναι βαθύτερο: πώς συγκροτείται ένα τέτοιο δίκτυο; Πώς επιβιώνει επί χρόνια; Πώς διαπλέκεται με θεσμούς που οφείλουν να εγγυώνται τη νομιμότητα;

Η απάντηση δεν βρίσκεται στην ψυχολογία ενός δράστη. Βρίσκεται στη συνάντηση κεφαλαίου, πατριαρχίας και θεσμικής ατιμωρησίας.

Η σεξουαλική κακοποίηση, ιδίως όταν αφορά πρόσωπα υψηλής ισχύος, δεν είναι ιδιωτική παρεκτροπή. Είναι άσκηση κυριαρχίας πάνω στο σώμα. Ο εργοδότης απέναντι στην εργαζόμενη, ο χορηγός απέναντι στη νεαρή υποψήφια, ο πολιτικός απέναντι στην ευάλωτη πολίτη: η σεξουαλική επιβολή αποκτά υλική βάση όταν η ανισότητα είναι βαθιά. Σε τέτοια περιβάλλοντα, η «συναίνεση» γίνεται συχνά τυπική λέξη που καλύπτει πραγματικές εξαρτήσεις.

Ο Μαρξ δεν ανέπτυξε θεωρία για τη σεξουαλική βία. Όμως διέκρινε κάτι θεμελιώδες: ότι στον καπιταλισμό οι κοινωνικές σχέσεις μετατρέπονται σε σχέσεις ανταλλαγής. Η εργασία γίνεται εμπόρευμα. Στη διασταύρωση με την πατριαρχία, και το σώμα γίνεται δυνητικά εμπορεύσιμο — όχι πάντα νομικά, αλλά συμβολικά και υλικά. Η πρόσβαση στο σώμα μετατρέπεται σε προνόμιο κύρους.

Σε αυτό το σημείο, η πολιτισμική κριτική προσφέρει οξύτερα εργαλεία από την ειδησεογραφία. Στην Η Κρυφή Γοητεία της Μπουρζουαζίας του Luis Buñuel, η αστική τάξη εμφανίζεται εγκλωβισμένη σε ένα ατέρμονο δείπνο που δεν ολοκληρώνεται ποτέ. Το προσωπείο ευπρέπειας συνυπάρχει με μια υπόγεια κενότητα. Η δημόσια ηθική λειτουργεί ως σκηνικό. Η πραγματικότητα κινείται αλλού.

Αυτή η διπλή ηθική —η φιλανθρωπία μπροστά στις κάμερες, η αυθαιρεσία πίσω από κλειστές πόρτες— δεν είναι ψυχολογική αντίφαση. Είναι κοινωνική θέση. Η απόσταση από τις συνέπειες των πράξεων παράγει την αίσθηση ατιμωρησίας. Όσο υψηλότερα βρίσκεται κανείς στην ιεραρχία, τόσο πιο αφηρημένες γίνονται οι συνέπειες των πράξεών του.

Ακόμη πιο ωμή είναι η αλληγορία στις Σαλό ή 120 Μέρες στα Σόδομα του Pier Paolo Pasolini. Εκεί, το σώμα δεν έχει καμία εγγενή αξία· είναι αντικείμενο τελετουργικής κυριαρχίας. Ο Παζολίνι τοποθετεί την αφήγηση στον φασισμό, αλλά το σχόλιό του αφορά κάθε καθεστώς όπου η εξουσία αποδεσμεύεται από όρια. Η βία δεν είναι απόκλιση· είναι λογική συνέπεια της απόλυτης ιεραρχίας.

Στο δοκίμιό της Faut-il brûler Sade?, η Simone de Beauvoir δεν επιχειρεί να «αθωώσει» τον Σαντ· επιχειρεί να τον απογυμνώσει. Ο Σαντ, γράφει, δεν είναι απλώς ένας διεστραμμένος συγγραφέας που προκαλεί την ηθική ευαισθησία της εποχής του. Είναι ο ακραίος θεωρητικός μιας κοινωνίας όπου η ελευθερία νοείται ως απόλυτο δικαίωμα κυριαρχίας. Η σαδική λογική —όπου ο ισχυρός έχει πλήρη διάθεση του σώματος του αδύναμου— δεν είναι ιστορική ανωμαλία. Είναι η συνεπής κατάληξη μιας αντίληψης που αποσπά την ελευθερία από την αμοιβαιότητα. Για την Beauvoir, το σκάνδαλο του Σαντ δεν βρίσκεται στις πράξεις που περιγράφει, αλλά στο γεγονός ότι αποκαλύπτει μια κρυμμένη αλήθεια: όταν η κοινωνία θεμελιώνει την ανισότητα ως φυσική, η βία γίνεται λογικά δυνατή.

Αυτή η ανάγνωση συναντά, με διαφορετικό τρόπο, τη σκέψη του Pierre Klossowski στο Sade mon prochain. ΟKlossowski δεν εστιάζει τόσο στην ηθική διάσταση της ελευθερίας, όσο στη μηχανική της επιθυμίας. Στον Σαντ διακρίνει ένα σύστημα: η επιθυμία οργανώνεται, ταξινομείται, υπολογίζεται. Το σώμα του άλλου μετατρέπεται σε μονάδα μιας ιδιότυπης οικονομίας, όπου η ηδονή είναι συνδεδεμένη με την κατοχή και η κατοχή με την ιεραρχία. Ο σαδικός κόσμος δεν είναι χάος παθών· είναι διοικητική διάταξη σωμάτων. Η βία δεν εκρήγνυται αυθόρμητα· κατανέμεται.

Εδώ, οι δύο στοχαστές συμπληρώνουν ο ένας τον άλλον. Η Beauvoir μάς δείχνει ότι η απόλυτη ελευθερία, όταν δεν αναγνωρίζει την ελευθερία του άλλου, μετατρέπεται σε άρνηση της ανθρώπινης υπόστασης του άλλου. Ο Klossowski, από την πλευρά του, αναλύει πώς αυτή η άρνηση μπορεί να οργανωθεί σε δομή. Αν για την Beauvoir το πρόβλημα είναι η αποκοπή της ελευθερίας από την ευθύνη, για τον Klossowski είναι η ενσωμάτωση της επιθυμίας σε ένα καθεστώς ανταλλαγής.

Αυτή η συνάντηση μάς επιτρέπει να εμβαθύνουμε στο επιχείρημά μας για τη σύγχρονη σεξουαλική κακοποίηση σε περιβάλλοντα ισχύος. Δεν πρόκειται απλώς για ιδιωτική παθολογία ή ηθική εκτροπή. Πρόκειται για μια κοινωνική λογική όπου το σώμα μπορεί να ενταχθεί σε δίκτυα ισχύος, εύνοιας και ανταλλαγής. Η «συναίνεση» συχνά εμφανίζεται ως τυπική μορφή σε σχέσεις που διαπερνώνται από ανισότητες. Η επιθυμία, όταν συνδέεται με οικονομική και θεσμική δύναμη, παύει να είναι ισότιμη συνάντηση υποκειμένων και γίνεται τεχνική πρόσβασης.

Αν ο Σαντ, μέσα από τη ματιά της Beauvoir, φανερώνει την ακραία συνέπεια μιας κοινωνίας που αποδέχεται την ιεραρχία ως φυσική, και αν, μέσα από τη ματιά του Klossowski, αποκαλύπτει την επιθυμία ως μηχανισμό που μπορεί να συστηματοποιηθεί, τότε η δική μας εποχή δεν μπορεί να αρκεστεί στη δαιμονοποίηση προσώπων. Οφείλει να εξετάσει τις δομές που επιτρέπουν στη βία να οργανώνεται, να συγκαλύπτεται και να επαναλαμβάνεται.

Το ερώτημα, τελικά, δεν είναι αν «πρέπει να κάψουμε τον Σαντ;». Είναι αν θα αναγνωρίσουμε ότι η φαντασίωση της απόλυτης κυριαρχίας επιβιώνει κάθε φορά που η ανισότητα θεωρείται αυτονόητη. Εκεί όπου η ισχύς λειτουργεί ως καθολικό ισοδύναμο, και όπου το χρήμα, το κύρος ή η θεσμική θέση δημιουργούν απόσταση από τις συνέπειες των πράξεων, η επιθυμία μπορεί να μετατραπεί σε διοίκηση σωμάτων.

Και τότε η βία δεν εμφανίζεται ως εξαίρεση της κοινωνικής τάξης· αλλά ως η ακραία της λογική.

Στις σύγχρονες φιλελεύθερες δημοκρατίες δεν ζούμε σε ολοκληρωτισμό. Όμως τα «μικρο-καθεστώτα» αυθαιρεσίας —κλειστοί κύκλοι ισχύος που λειτουργούν χωρίς διαφάνεια— επιβιώνουν. Όταν οικονομική δύναμη, πολιτική πρόσβαση και πολιτισμικό κύρος συμπλέκονται, δημιουργούν προστατευτικά δίχτυα. Η συγκάλυψη δεν είναι εξαίρεση· είναι μηχανισμός αυτοσυντήρησης.

Η κοινωνιολογία των οργανώσεων το έχει δείξει επανειλημμένα: οι θεσμοί συχνά προστατεύουν πρώτα τη φήμη τους και μετά τα θύματα. Η αποκάλυψη θεωρείται «κόστος». Η σιωπή «διαχείριση ρίσκου». Έτσι, η βία μετατρέπεται σε υπολογίσιμο παράγοντα, όχι σε ηθικό όριο.

Στον δημόσιο χώρο, η υπόθεση μετατρέπεται σε θέαμα. Η επανάληψη των ονομάτων, η κυκλοφορία λιστών, οι θεωρίες συνωμοσίας, ακόμη και οι ψηφιακές παραποιήσεις εικόνων, δημιουργούν έναν θόρυβο που απειλεί να αποπολιτικοποιήσει το ουσιώδες. Το ενδιαφέρον συχνά επικεντρώνεται στο «ποιος», όχι στο «πώς». 

Όμως η κοινωνιολογική πρόκληση είναι αντίστροφη: να κατανοήσουμε τις συνθήκες που καθιστούν εφικτή τη συστηματική κακοποίηση.

Εκεί αναδύεται η έννοια της δομικής βίας. Δεν πρόκειται μόνο για φυσική επιβολή. Πρόκειται για ένα σύνολο θεσμικών και οικονομικών περιορισμών που μειώνουν τις πραγματικές επιλογές των ευάλωτων. 

Όταν η κοινωνική ανισότητα είναι ακραία, η δυνατότητα άρνησης συρρικνώνεται. Το σώμα γίνεται διαπραγματεύσιμο υπό πίεση.

Τα κινήματα όπως το #MeToo ανέδειξαν ότι η μετατόπιση δεν έρχεται μόνο από τα δικαστήρια, αλλά από τη δημόσια αφήγηση. Η συλλογική φωνή αποδιαρθρώνει τη σιωπή. Η ντροπή μετακινείται από το θύμα στον δράστη. Όμως η δομή παραμένει. Και η δομή δεν αλλάζει με αποκαλύψεις μόνο.

Εάν η υπόθεση Epstein λειτουργεί σήμερα ως καθρέφτης, αυτό συμβαίνει γιατί συμπυκνώνει μια εποχή: παγκοσμιοποιημένο κεφάλαιο, θεσμική αλληλεξάρτηση, πολιτισμική λατρεία της ισχύος. Η σεξουαλική κακοποίηση δεν είναι το «σκοτεινό μυστικό» αυτού του κόσμου. Είναι η ακραία του έκφραση.

Η απελευθέρωση του σώματος από την εμπορευματοποίηση δεν είναι απλώς ηθική απαίτηση. Είναι πολιτική σύγκρουση με δομές που παράγουν ανισότητα και ατιμωρησία. Από τον Μαρξ έως τον Μπουνιουέλ και τον Παζολίνι, η κριτική παράδοση μάς καλεί να δούμε πέρα από το σκάνδαλο και να εξετάσουμε το σύστημα που το καθιστά δυνατό.

Σύμφωνα με τον Sartre, το σώμα δεν είναι απλώς ένα φυσικό αντικείμενο· είναι πεδίο σχέσεων. Είναι το μέσο με το οποίο υπάρχεις για τον άλλον και ταυτόχρονα το όργανο που ο άλλος μπορεί να «καταλάβει». Η παρουσία του σώματος του άλλου επιβάλλει έναν καθρέφτη: η εξουσία του άλλου πάνω στο σώμα σου δεν είναι ατομική παρέκκλιση· είναι μια στιγμή όπου η ελευθερία σου συναντάται με την ελευθερία και την επιθυμία του άλλου, συχνά σε άνισο πλαίσιο.

Στην υπόθεση Epstein, αυτό σημαίνει ότι η πολιτική, οικονομική και κοινωνική ισχύς δεν μεταφράζεται μόνο σε πλούτο ή κύρος· μεταφράζεται σε δυνατότητα πρόσβασης και κυριαρχίας πάνω στο σώμα των άλλων. Η βία, η επιβολή και η εκμετάλλευση γίνονται «παράγωγα» των κοινωνικών σχέσεων, όχι εξαίρεση. Το σώμα του θύματος γίνεται το «μέτρο» της ανισότητας: ένα εργαλείο που καθορίζει ποιος έχει δύναμη και ποιος όχι.

Έτσι, όπως ο Sartre υποδεικνύει, η ελευθερία είναι πάντα διπλωματική και συγκρουσιακή· όταν η ελευθερία του άλλου αγνοείται, το σώμα μετατρέπεται σε χώρο κυριαρχίας και πειθαναγκασμού. Η σεξουαλική κακοποίηση υψηλού προφίλ δεν είναι απλώς ατομική ανομία· είναι η ακραία εκδοχή της σχέσης όπου το σώμα και η ελευθερία σου τίθενται υπό τον έλεγχο του άλλου, και όπου η ανισότητα καθορίζει την αξία, την παρουσία και την αναγνώριση ενός ανθρώπου.

Με άλλα λόγια, η αποκάλυψη των αρχείων δεν πρέπει να μας κάνει να κοιτάμε μόνο ποιοι έκαναν τι· πρέπει να μας κάνει να δούμε πώς οι κοινωνικές δομές καθιστούν τέτοια πράγματα δυνατά. Το σώμα, όπως και η ελευθερία, δεν είναι ουδέτερο· είναι ο καμβάς πάνω στον οποίο γράφονται σχέσεις εξουσίας και ατιμωρησίας. Και όπως υπενθυμίζει ο Sartre, η ελευθερία που αγνοεί τον άλλο δεν είναι ελευθερία· είναι κυριαρχία.

Το ερώτημα, τελικά, δεν είναι αν η ελίτ θα επιβιώσει ενός ακόμη σκανδάλου. Το ερώτημα είναι αν η κοινωνία θα αρκεστεί στην αποκάλυψη ή θα αμφισβητήσει τις σχέσεις εξουσίας που καθιστούν το σώμα διαθέσιμο.

Γιατί όσο το σώμα παραμένει ενσωματωμένο στην ιεραρχία της αγοράς και της ισχύος, το σκάνδαλο δεν θα είναι παρέκκλιση. Θα είναι επανάληψη.