Σοσιαλδημοκρατία και λαϊκισμός

Του Εμμανουήλ  Μαυροζαχαράκη

Όλες οι πρόσφατες εκλογικές αναμετρήσεις στις ευρωπαϊκές χώρες σχεδόν στο σύνολο τους,  αναδεικνύουν  μία εμφανή τάση  επέκτασης της εκλογικής επιρροής των   δεξιών  λαϊκιστικών κομμάτων. Την ίδια στιγμή παρατηρείται μία σημαντική εκλογική υποχώρηση  της σοσιαλδημοκρατίας. Τόσο οι εκλογικές αναμετρήσεις στο διάστημα 2016-2018 όσο και οι δημοσκοπήσεις αναδεικνύουν την ανερχόμενη δυναμική του ακροδεξιού λαϊκισμού και την απώλεια απήχησης των παραδοσιακών κομμάτων.

Είναι προφανές ότι ο δημοκρατικός και προοδευτικός πολιτικός χώρος στο σύνολο του οφείλει να προβληματιστεί και να θέσει  μετά επιτάσεως το  δύσκολο  ερώτημα γιατί συμβαίνουν όλα αυτά και ακόμα περισσότερο το ερώτημα πως μπορεί να περιοριστεί η επέλαση του λαϊκισμού. Από καθαρά ορθολογική σκοπιά τα  παραπάνω  ερωτήματα από μόνα τους συνιστούν ισχυρό κίνητρο για τους  σοσιαλδημοκράτες  να επενδύσουν  ιδιαίτερη προσοχή και περίσκεψη στο φαινόμενο του λαϊκισμού, δεδομένου μάλιστα ότι πολλοί  πρώην ψηφοφόροι τους μετακινούνται πλέον  μαζικά  προς την άκρα δεξιά.

Είναι προφανές εκ πρώτης όψεως  ότι ειδικότερα στις εύρωστες και ευημερούσες χώρες της Ευρώπης  ο ακροδεξιός λαϊκισμός είναι ιδιαίτερα ισχυρός.  Η οικονομική κρίση που κυριαρχεί  σε ένα  μεγάλο μέρος της Γηραιάς Ηπείρου  δεν μπορεί επομένως να είναι από μόνη της η  πραγματική  αιτία. Παραδόξως, δεν είναι η αποτυχία, αλλά η λειτουργία του κράτους που λειτουργεί ως φορέας του  δεξιού λαϊκισμού. Συγκεκριμένα ο λαϊκισμός ευδοκιμεί όπου οι πολίτες έχουν κάτι να χάσουν: στα κράτη πρόνοιας της Βόρειας και Κεντρικής Ευρώπης, όπως η Ελβετία, η Γερμανία,  η Δανία ή η Αυστρία. Ο δεξιός λαϊκισμός αναδεικνύει και χρωματίζει  το φόβο της απώλειας. Συγκεκριμένα, τον φόβο της απώλειας μίας κεκτημένης  κοινωνικής θέσης, ενός    καθιερωμένου  κύρους  που εξακολουθούν  να λειτουργούν    για την πλειοψηφία των ανθρώπων ως σοβαρά σύμβολα αξιοπρέπειας και υπόστασης συγκροτώντας ένα Status Quo του δυτικού πολίτη.

Aυτό το  Status quo όμως τίθεται όλο και περισσότερο υπό αμφισβήτηση: μέσω των διαδικασιών της παγκοσμιοποίησης καθώς και μέσω των συνεπειών της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Η συνέπεια είναι μια βαθιά ανασφάλεια πολλών πολιτών. Αυτό αφορά τον οικονομικό φόβο κοινωνικής κατολίσθησης, καθώς και το ζήτημα  της υπόστασης του υποκειμένου  ως πολίτη του κράτους.

Σε κάθε περίπτωση είναι σαφές ότι στο πολιτικό σύστημα της ΕΕ δεν είναι πλέον τόσο διακριτό,  ποιος αποφασίζει πραγματικά για τα κρίσιμα ζητήματα ενώ έχει καταστεί εντελώς ασαφές ποια ειδική πολιτική   βαρύτητα  έχουν πλέον  οι πλειοψηφικές αποφάσεις των πολιτών των επιμέρους χωρών.

Εν κατακλείδι αναδεικνύεται όλο και περισσότερο  το ζήτημα της κοινωνικο-πολιτισμικής αβεβαιότητας. Η αίσθηση της απώλειας «της πατρίδας»  εξαπλώνεται. Οι οικίες, γνωστές, αγαπημένες, ταυτότητες και συνθήκες ζωής, αλλάζουν και χάνονται. Η καθιερωμένη πολιτική σκηνή  συμπεριλαμβανομένης της σοσιαλδημοκρατίας, αφηγείται στους ανθρώπους ότι αυτή η εκσυγχρονιστική εξέλιξη  είναι μεγάλο, προοδευτικό  και κοσμοϊστορικό γεγονός.  Πολλοί άνθρωποι ωστόσο  το βλέπουν διαφορετικά και έχουν τους λόγους οι οποίοι δεν είναι λιγότερο βάσιμοι από αυτούς που εκφέρουν οι  υποστηρικτές της κοινωνικοοικονομικής μεταβολής.

Σε κάθε περίπτωση  πάντως ο λαϊκισμός αναδεικνύει αυτά τα συναισθήματα ανασφάλειας και απώλειας και τα ενισχύει, δεν τα δημιουργεί όμως .Δεν οδηγεί  ο λαϊκισμός  στην αβεβαιότητα – είναι η αβεβαιότητα που οδηγεί στον λαϊκισμό.

Τα εδραιωμένα κόμματα αγνόησαν αυτήν την εξέλιξη για πάρα πολύ καιρό. Όμως  η αντιπροσωπευτική δημοκρατία δεν αποδέχεται μακροπρόθεσμα κενά. Τα κενά αντιπροσώπευσης καλύπτονται αργά ή γρήγορα μέσα  από  νέα πολιτικά  σχήματα ή κινήματα. Η εν λόγω διαδικασία  επιδρά  ιδιαίτερα σκληρά και διαλυτικά  για την σοσιαλδημοκρατία  στην Ευρώπη διότι οι  δεξιοί λαϊκιστές διεισδύουν εκλογικά  βαθιά στο κοινωνικό περιβάλλον  από το οποίο αντλούσε κάποτε τις καταβολές και την ισχύ της η σοσιαλδημοκρατία.

Ένα μεγάλο ποσοστό εργαζομένων στην Ευρώπη που σε ορισμένες περιπτώσεις ( πχ Αυστρία) φτάνει το  85% , ψήφισαν σε πρόσφατες εκλογές ακροδεξιούς υποψήφιους. Η γενική τάση είναι όμοια  παντού.  Προφανώς, όλο και περισσότεροι αδύναμοι, μη προνομιούχοι άνθρωποι αισθάνονται ότι δεν αντιπροσωπεύονται πλέον από τα καθιερωμένα κόμματα της κεντροαριστεράς.

Υπό αυτές τις συνθήκες επιβάλλεται  η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία  να εξετάσει πολύ σοβαρά αυτές τις εξελίξεις ακριβώς επειδή το ερώτημα  της αιτίας και του αποτελέσματος δεν είναι εύκολο να απαντηθεί. Ποιος μετατοπίστηκε τις  τελευταίες δεκαετίες από ποιόν;  Η Σοσιαλδημοκρατία από τους  μικρούς  ανθρώπους ή οι μικροί άνθρωποι από την σοσιαλδημοκρατία;

Ο  καθένας  που επιμένει στην υπόσταση του οικείου και εμπιστευμένου  του εθνικού κράτους, είναι  πραγματικά «εθνικιστής» και » εχθρός της Ευρώπης «; Κάποιος που ανησυχεί για τη μετανάστευση και τις συνέπειές της , είναι  «ρατσιστής»;

Αυτό που χρειάζονται οι Ευρωπαίοι Σοσιαλδημοκράτες είναι ένα νέο άνοιγμα: μια προθυμία να εξετάσουν  σοβαρότερα τις ανησυχίες και ανασφάλειες  των  μη προνομιούχων  ανθρώπων που θέλουν να εκπροσωπήσουν, αντί , όπως συμβαίνει συχνά, να τους παραμερίζουν δεικτικά και αλαζονικά . Μόνο τότε το φάντασμα του  δεξιού  λαϊκισμού θα  καταρρεύσει γρήγορα στα εξ ων συνετέθη .

*Κοινωνιολόγος –Πολιτικός Επιστήμονας