Σταύρος Θεοδωράκης: Άσμα ηρωικό και πένθιμο για μια χαμένη άνοιξη…

Του Γ. Λακόπουλου

Συγκινητικά τα είπε ο Σταύρος Θεοδωράκης στην κύκνεια ομιλία του για το Ποτάμι. Πρέπει να του αναγνωρίσει κανείς τη φόρτιση. Αλλά πολλά από αυτά που είπε δεν αντέχουν σε ενδελεχή εξέταση. Ή αλλιώς τα πράγματα δεν ήταν έτσι όπως τα παρουσιάζει -ή τα πιστεύει.

Για παράδειγμα ο Σταύρος μίλησε για «ποταμίσια ηθική». Ποια ηθική- αν μιλάμε για ιδιότητα που έχουν οι άνθρωποι και όχι οι καρέκλες και τα τραπέζια στη Σεβαστουπόλεως; Έχουν ηθική όσοι από νωρίς το είχαν δίπορτο; Ήταν Ποτάμι και ταυτόχρονα έπιαναν στασίδι  στη   ΝΔ  για να εξασφαλίσουν το …μέλλον τους.

Εδώ βρίσκεται η δεύτερη μεγάλη πλάνη του Θεοδωράκη: αρνείται να δεχθεί ότι το κόμμα του διαλύθηκε κατ’ εφαρμογή ενός σχεδίου του συστήματος Μητσοτάκη να το διαλύσει- μετά την άρνησή του να ακολουθήσει τυφλά τη ΝΔ στις Πρέσπες, όπως είχε κάνει στον εκλογικό νόμο.

Ο επικεφαλής της ΝΔ έβλεπε το Ποτάμι αφ’ υψηλού,  ως δορυφορικό κόμμα και τον Σταύρο ως εντολοδόχο του. Είχε ήδη κάνει απόβαση  στην κοινοβουλευτική ομάδα του.

«Σαγήνευε» τον έναν μετά τον άλλον, πλην του Σπ. Δανέλη που ήταν πάντα αγκυροβολημένος στη Δημοκρατική Παράταξη-  και του Λυκούδη που από παραξενιά δεν έμεινε στον ΣΥΡΙΖΑ. 

Η πρώτη πλάνη ήταν ότι ένα κόμμα μπορεί να δημιουργηθεί «από πάνω», με μια συγκυριακή συσπείρωση  επωνύμων και μια χαλαρή διακήρυξη σε ένα εστιατόριο. Τα κόμματα είναι ανώτερες  οργανώσεις του λαού και για να ασκήσουν πολιτική όπως είναι ο προορισμός τους , χρειάζονται ιδεολογία ως μπούσουλα. Το Ποτάμι δεν ήταν είχε ποτέ,  ούτε καν την αναζήτησε.

Τσαλαβουτούσε από εδώ και από εκεί και εμφάνιζε απλοϊκές ιδέες ως  καινοτομίες που θα αλλάξουν την Ελλάδα. Δεν ήξερε με ποιον να πάει και ποιον να αφήσει. Και δεν προχώρησε ποτέ πέρα από αυτό που είπε ο Βενιζέλος στην αρχή: «μια τηλεοπτική εκπομπή που προσπαθεί να γίνει κόμμα»». Δεν έγινε ποτέ.

 Όταν ο Σταύρος ανακοίνωσε το ο Ποτάμι, κάποιος του έγραψε- στο…Πρόταγκον-  φιλικά: «Σταύρο, άστο, δεν τόχεις». Αποδείχθηκε. Η επιτυχημένη στολοδρομία του στη δημοσιογραφία δεν μπορούσε να μεταφραστεί σε επιτυχημένη πορεία στην πολιτική. Γιατί κακά τα ψέματα, η πολιτική χρειάζεται ηγέτες. Και για να είσαι ηγέτης πρέπει να είσαι ηγετικός. Όσοι τον πλαισίωσαν έλεγαν ότι ο Σταύρος ήταν απλώς συγκεντρωτικός.

 Όταν θα μελετηθεί ο κύκλος του κόμματος που επιχείρησε να εγκαταστήσει στο δημόσιο βίο ο Θεοδωράκης-  πότε ως «πειραχτήρι» των «παλιών» κομμάτων και πότε  ως πηγή παραγωγής  νέων ιδεών και καινοτομίας στην πολιτική πρακτική- οι αιτίες της αποτυχίας θα εντοπιστούν εύκολα: τις περιείχε η ίδρυσή του εξ αρχής.

Δεν νοείται κόμμα και με τον ευπρεπή Διαμαντούρο και με τον χυδαιολόγο Ψαριανό στις γραμμές του.

Το μόνο ερώτημα είναι αν το συγκεκριμένο κόμμα, έστω με το σύντομο βίο  του προσέφερε στην πολιτική ζωή.  Δεν είναι θέμα προθέσεων του Θεοδωράκη, η εκτίμηση στο πρόσωπο του οποίου δεν μειώθηκε ποτέ  από όσους τον ήξεραν από παλιά.  Αλλά η απάντηση είναι ότι η συνεισφορά του υπήρξε αρνητική.

Στην ουσία «έκαψε» την ιδέα και την προοπτική να υπάρξει ένα ρηξικέλευθο πολιτικό σχήμα δίπλα στις παραδοσιακές δυνάμεις που να διεμβολίσει τον δικομματισμό και να πιέζει τα άλλα κόμματα να εγκαταλείψουν τις  προβληματικές πλευρές της λειτουργίας τους.

Το Ποτάμι- με τους ερασιτεχνισμούς και τις αμφιταλαντεύσεις, με τη λατρεία της επωνυμίας και τον αυτοβαυκαλισμό στην ούγια- ακύρωσε τον εμβολιασμό της μεταπολιτευτικής πολιτικής κουλτούρας με το νέο, το αντικομφορμιστικό και το λιτό. Ακριβώς τη στιγμή που το είχε ανάγκη, όπως φάνηκε με το  ποσοστό που πήρε στην αρχή, σαν προζύμι για ένα ψωμί που είχε συνθήκες να φουσκώσει.   Με το Ποτάμι τα πράγματα οδηήδηκαν σε μια χαμένη άνοιξη.

Η ίδρυση κόμματος είναι πολύ σοβαρή υπόθεση για να προέλθει από «ατομικές» πρωτοβουλίες που στην πραγματικότητά δεν είναι καθόλου ατομικές. Γιατί ας μην κάνουμε πως δε καταλαβαίνουμε: το Ποτάμι δημιουργήθηκε για να εγκατασταθεί στο μαλακό υπογάστριο του ΣΥΡΙΖΑ και πυροδοτήθηκε από τις δυνάμεις που ήθελαν να τον αποδυναμώσουν. 

Αποδείχθηκε όμως ότι ο Σταύρος δεν μπορούσε να γίνει αντι-Τσίπρας.

Το αντίθετο: καθώς η χημεία του ήταν καλή με τον επικεφαλής του  του ΣΥΡΙΖΑ- ενώ δε θα μπορούσε ποτέ να είναι με τον Μητσοτάκη που τον έβλεπε σαν παρείσακτο Αρειανό από την Αγία Βαρβάρα- η ευκαιρία του χάθηκε όταν δεν έσπευσε να αθροιστεί στη Βουλή με τις δυνάμεις της Αριστεράς, αλλά αντίθετα δοκίμασε να συνυπάρξει με την άλλη κληρονόμο. 

Η λάθος απάντηση σ’ αυτό το δίλημμα δεν οδήγησε απλώς τον ίδιο εκτός πολιτικής. Διευκόλυνε την επιστροφή σ’ αυτό που βλέπουμε σήμερα να ασκεί διακυβέρνηση -με φουσκωμένη την κοιλιά από τα ποταμίσια ψάρια που κατάπιε…