Τρίτη 22 Μάϊου 2018 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Συνωμοσιολογία και αριστερός λαϊκισμός

Του Ανδρέα Πανταζόπουλου

Μια πολύ πρόσφατη έρευνα (Δεκέμβριος 2017) περί συνωμοσιολογίας στην Γαλλία[1], όπου καταγράφονται υψηλά ποσοστά «πίστης» σε συνωμοσιολογικά κλισέ, μας δίνει το μέτρο μιας σημερινής ανορθολογικής κοσμοθέασης που διατρέχει μεγάλο μέρος των δυτικών κοινωνιών. Γενικεύουμε, με αφορμή την εν λόγω έρευνα, διότι αντίστοιχα φαινόμενα συναντάμε και σε άλλες δυτικές κοινωνίες, με πρώτη ίσως από αυτές την αμερικανική κοινωνία, άλλωστε η εκλογή του Ντ. Τραμπ για πολλούς οφείλεται στα γνωστά fake news, των οποίων η σχέση με τις «θεωρίες συνωμοσίας» είναι, κατά το μάλλον ή ήττον, άμεση.

Το γενικότερο συμπέρασμα της εν λόγω έρευνας, η οποία βέβαια χρήζει περαιτέρω ανάλυσης, είναι ότι οι λεγόμενες «θεωρίες συνωμοσίας» συνιστούν μείζον κοινωνικό φαινόμενο, στην πιο πυκνή τους μορφή αφορούν έναν στους τέσσερις Γάλλους, μόνον ένας στους πέντε εμφανίζεται να τις απορρίπτει απολύτως. Οι νέοι φαίνονται πιο επιρρεπείς στην συνωμοσιολογία από ό,τι οι μεγαλύτερες ηλικίες, εκτός από εκείνη τη μορφή της που αφορά την κλιματική αλλαγή και την μετανάστευση. Τέλος, η συνωμοσιολογία συσχετίζεται θετικά με την λεγόμενη (ακροαριστερή ή ακροδεξιά) λαϊκιστική ψήφο.

Ειδικότερα, τρία μεγάλα μπλοκ σχηματίζονται: οι μη-συνωμοσιολόγοι που είναι απολύτως αρνητικοί σε κάθε συνωμοσιολογική προσέγγιση (ένας στους πέντε ερωτώμενους), οι «σκληροί» συνωμοσιολόγοι, που πιστεύουν σε πάνω από πέντε «θεωρίες συνωμοσίας» (ένας στους τέσσερις), και ένα κυμαινόμενο σώμα που γοητεύεται από μία έως τέσσερις «θεωρίες» (ένας στους δύο). Η κατάταξη αυτή μπορεί ωστόσο να διαφοροποιηθεί με μία δραστικότερη και ενδεχομένως ακριβέστερη ταξινόμηση: το 53% είναι αντι-συνωμοσιολογικό (δεν πιστεύει σε καμία «θεωρία» ή έλκεται το πολύ από έως δύο «θεωρίες»). Το 22%, το οποίο πιστεύει σε τρεις έως τέσσερις «θεωρίες». Και ένα «σκληρό» μπλοκ 25%, το οποίο πιστεύει σε πάνω από πέντε «θεωρίες συνωμοσίας».

Η συνωμοσιολογική σκέψη οδηγεί σε μία διαρκή «αιχμαλωσία» της κριτικής σκέψης από το παρανοϊκό βασίλειο της «υποψίας» για τα πάντα.

Στο πολιτικό πεδίο, τα κεντροαριστερά και κεντροδεξιά εκλογικά ακροατήρια εμφανίζονται πολύ καλύτερα οχυρωμένα έναντι των συνωμοσιολογικών αντιλήψεων, αντίθετα, τα «άκρα», είναι πολύ πιο ευάλωτα σε αυτές. Η έρευνα δείχνει ότι στις πρόσφατες προεδρικές εκλογές στην Γαλλία, ο λόγος της Μαρίν Λε Πεν και του Ζ.-Λ. Μελανσόν έγινε περισσότερο αποδεκτός από το «σκληρό» συνωμοσιολογικό μπλοκ.

Σε κοινωνιολογικό επίπεδο, οι νέοι εμφανίζονται πολύ πιο ευάλωτοι σε σχέση με τις μεγαλύτερες ηλικιακά κατηγορίες, ιδιαίτερα τους άνω των 65 ετών. Ενδεικτικά, το 21% των κάτω των 35 ετών, έναντι του 11% των μεγαλύτερων ηλικιών, πιστεύουν σε πάνω από επτά θεωρίες συνωμοσίας, το σχετικό ποσοστό μειώνεται στο 5% στους άνω των 65 ετών. Το 18% των ηλικιών 18-24 ετών πιστεύει ότι η γη είναι επίπεδη (το ποσοστό στους άνω των 65 ετών είναι 3%). Το 8% της ίδιας ηλικιακής κατηγορίας αποδέχεται την μία ή την άλλη μορφή άρνησης του Ολοκαυτώματος (negationnisme), θεωρώντας ότι λέγονται «υπερβολές» και ότι «οι νεκροί ήταν πολύ λιγότεροι» από ό,τι λέγεται (το σχετικό ποσοστό είναι 2% στους άνω των 65 ετών). Το 31% των νέων αυτής της κατηγορίας πιστεύει ότι ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο, έναντι του 14% στους άνω των 65 ετών.

Τέλος, οι συνωμοσιολογικές αντιλήψεις είναι εξαιρετικά μειοψηφικές (19%) για τις ισλαμιστικές τρομοκρατικές επιθέσεις του Ιανουαρίου του 2015 στο Charlie Hebdo και στο εβραϊκό σουπερμάρκετ στο Παρίσι. Όπως επισημαίνεται σχετικά, φαίνεται ότι τα αισθήματα ρεπουμπλικανικής ενότητας και αλληλεγγύης της πλειοψηφίας του πληθυσμού με αφορμή αυτές τις επιθέσεις απέτρεψαν την μαζική ανάδυση ενός αισθήματος μνησικακίας, η οποία αποτελεί την αφετηρία της επιθυμίας να αναζητηθεί η «αλήθεια αλλού» (το αξίωμα η «αλήθεια βρίσκεται αλλού», δηλαδή πέρα από τις επίσημες εξηγήσεις, είναι βασικό συνωμοσιολογικό κλισέ). Ωστόσο, και εδώ, όπως σημειώνει ο σχολιαστής της έρευνας Ρούντι Ραϊστάντ (Rudy Reichstadt), ο οποίος ηγείται του «Παρατηρητηρίου για την συνωμοσιολογία», παρά το γενικότερο υψηλό ποσοστό απόρριψης των συνωμοσιολογικών προσεγγίσεων για το θέμα αυτό, εκδηλώνεται αυτό που ο Πιέρ-Αντρέ Ταγκιέφ (Pierre-André Taguieff) έχει ονομάσει «διστακτισμό», η έκφραση δηλαδή κάποιων πρώτων «δισταγμών» ως προς την αποδοχή της επίσημης εξήγησης για το τι ακριβώς συνέβη. Έτσι, το 35% των κάτω των 35 ετών πιστεύει ότι δεν ήταν μόνο οι ισλαμιστές τρομοκράτες αυτοί που έκαναν τις επιθέσεις (το ποσοστό περιορίζεται στο 8% στους άνω των 65 ετών).

Οι νέοι φαίνονται πιο επιρρεπείς στην συνωμοσιολογία από ό,τι οι μεγαλύτερες ηλικίες, εκτός από εκείνη τη μορφή της που αφορά την κλιματική αλλαγή και την μετανάστευση. Τέλος, η συνωμοσιολογία συσχετίζεται θετικά με την λεγόμενη (ακροαριστερή ή ακροδεξιά) λαϊκιστική ψήφο.

Σε έναν πρώτο δημόσιο σχολιασμό της έρευνας που έγινε στο Ινστιτούτο Ζαν Ζωρές (10/1/2018)[2], επισημάνθηκαν και συζητήθηκαν ορισμένα γενικότερα χαρακτηριστικά της συνωμοσιολογικής αντίληψης εν γένει, ιδιαίτερα ότι αυτή αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα μιας συναισθηματικής αντίληψης για την πραγματικότητα, στο ευρύτερο σημερινό πλαίσιο μιας «επιδημίας συναισθηματολογίας», σύμφωνα με την διατύπωση του κοινωνιολόγου Ζεράλ Μπρονέρ (Gerald Bronner). Ταυτόχρονα, αναδείχθηκε ο βασικός ηθικιστικός πυρήνας των «θεωριών συνωμοσίας», που δεν είναι άλλος από την «εμπρόθετη αιτιοκρατία», δηλαδή η απλουστευτική, μονο-αιτιακή απόδοση όλων των «δεινών» στην πρόθεση ενός ιθύνοντα νου που από τα παρασκήνια «σχεδιάζει και καθοδηγεί» τις εξελίξεις. Τόσο ο κοινωνιολόγος Ζ. Μπρονέρ όσο και ο φιλόσοφος Ραφαέλ Εντοβέν (Raphaël Enthoven) υπογράμμισαν ότι ο πρώτος στόχος των «θεωριών συνωμοσίας» δεν είναι να «πείσουν» το δυνητικό τους ακροατήριο, αλλά να σκορπίσουν αμφιβολίες για την επίσημη εκδοχή της αλήθειας. Σε αυτό το πλαίσιο, επικρίθηκε εκείνη η αριστερίστικη και λαϊκιστική αντίληψη, όπως σχετικά πρόσφατα εκφράσθηκε από ένα βασικό στέλεχος-αρθρογράφο του Monde Diplomatique (τον Φρεντερίκ Λορντόν), σύμφωνα με την οποία η συνωμοσιολογία συνιστά μία πρώτη ανάδυση μιας υποτυπώδους «κριτικής σκέψης» κατά της ταξικής, καπιταλιστικής κυριαρχίας και, για τον λόγο αυτό, η «δαιμονοποίηση» της συνωμοσιολογίας συμβαδίζει με την υποστήριξη αυτής της «κυριαρχίας»[3]. Η συνωμοσιολογική σκέψη, θα επισημανθεί χαρακτηριστικά από τους δύο σχολιαστές, δεν κάνει τίποτα άλλο από το να οδηγεί σε μία διαρκή «αιχμαλωσία» της κριτικής σκέψης από το παρανοϊκό βασίλειο της «υποψίας» για τα πάντα (δηλαδή: υποψιαζόμαστε και αμφιβάλλουμε για τα πάντα, εκτός από τις δικές μας απλουστευτικές βεβαιότητες). Πρόκειται για ό,τι ο Ταγκιέφ έχει ονομάσει «υποψιασμό» («soupçonnisme»), μία καχυποψία, καλύτερα: μία υπερ-υποψία, που «συνιστά παθολογική μορφή της κριτικής σκέψης».[4]

 Λαϊκιστικός ριζοσπαστισμός και συνωμοσιολογία

Θα άξιζε ίσως να δούμε αναλυτικότερα ορισμένα στοιχεία της έρευνας που αφορούν την επίδραση των συνωμοσιολογικών θεωρήσεων στα κομματικά ακροατήρια, ιδιαίτερα στα «ακραία», λαμβάνοντας υπόψη τον δείκτη της «απόλυτης συμφωνίας» με αυτές.

-Στη θεματική ότι το υπουργείο υγείας είναι συνένοχο με την φαρμακευτική βιομηχανία ώστε να αποκρύπτεται η αλήθεια για την επικινδυνότητα των εμβολίων συμφωνεί απολύτως το 26% των ψηφοφόρων της Λε Πεν και το 21% των ψηφοφόρων του Μελανσόν, ενώ το ποσοστό στο σύνολο των ερωτώμενων είναι 17% (τα ποσοστά των ακροατηρίων του σοσιαλιστή Μπενουά Αμόν, του Εμμανουέλ Μακρόν και του κεντροδεξιού Φιγιόν είναι αντιστοίχως: 15%, 7%, 12%).

-Την άποψη ότι η CIA εμπλέκεται στη δολοφονία του προέδρου Κένεντυ πιστεύει απολύτως το 19% των ψηφοφόρων της Λε Πεν και το 13% του Μελανσόν, το μέσο ποσοστό είναι 11% (10% για τους ψηφοφόρους του Αμόν, 7% για τους ψηφοφόρους του Μακρόν και 8% για τους ψηφοφόρους του Φιγιόν).

-Την θέση ότι ο ιός του AIDS είναι προϊόν εργαστηρίου που δοκιμάσθηκε στον αφρικανικό πληθυσμό πριν διαδοθεί σε όλο τον κόσμο ασπάζεται απολύτως το 15% των ψηφοφόρων της Λε Πεν και το 17% των ψηφοφόρων του Μελανσόν, το μέσο ποσοστό είναι 10% (10% των ψηφοφόρων του Αμόν, 5% του Μακρόν, 6% του Φιγιόν).

-Τη γνώμη ότι οι τζιχαντιστικές ομάδες όπως η Αλ-Κάϊντα και το Ισλαμικό Κράτος χειραγωγούνται στην πραγματικότητα από τις δυτικές μυστικές υπηρεσίες αποδέχεται απολύτως το 10% των ψηφοφόρων της Λε Πεν και το 12% αυτών του Μελανσόν, το μέσο ποσοστό είναι 7% (από 4% για τους ψηφοφόρους των Αμόν και Μακρόν και 5% γι αυτούς του Φιγιόν).

-Τη θέση ότι η Γαλλική Επανάσταση του 1789 και η Ρωσική Επανάσταση του 1917 δεν θα είχαν γίνει χωρίς την αποφασιστική δράση μυστικών εταιρειών που κινούσαν τα νήματα στο παρασκήνιο ασπάζεται απολύτως το 8% των ψηφοφόρων της Λε Πεν και το 7% των ψηφοφόρων του Μελανσόν, το μέσο ποσοστό είναι 4% (μηδενικό για τους ψηφοφόρους του Αμόν, 3% και 2% αντίστοιχα για τους ψηφοφόρους των Μακρόν και Φιγιόν).

-Την άποψη ότι υπάρχει ένα μυστικό σχέδιο που ονομάζεται «Νέα Παγκόσμια Τάξη» και συνίσταται στην επιβολή μιας πλανητικής ολιγαρχικής δικτατορίας αποδέχεται απολύτως το 7% των ψηφοφόρων της Λε Πεν και το 8% των ψηφοφόρων του Μελανσόν, το μέσο ποσοστό είναι 6% (7%, 2% και 6% αντιστοίχως για τους ψηφοφόρους των Αμόν, Μακρόν και Φιγιόν).

-Τη θέση ότι ηθελημένα «μας ψεκάζουν» για άγνωστους-μυστικούς λόγους συμμερίζεται απολύτως το 8% των ψηφοφόρων της Λε Πεν και το 7% των ψηφοφόρων του Μελανσόν, το μέσο ποσοστό είναι 5% (από 3% για τους ψηφοφόρους των Αμόν και Μακρόν, και 1% γι αυτούς του Φιγιόν).

-Την αντίληψη ότι ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο και δημιούργησε την γη πριν δέκα χιλιάδες χρόνια αποδέχεται απολύτως το 8% των ψηφοφόρων της Λε Πεν και το 6% των ψηφοφόρων του Μελανσόν, το μέσο ποσοστό είναι 5% (2%, 3% και 6% αντίστοιχα για τους ψηφοφόρους των Αμόν, Μακρόν και Φιγιόν).

-Τη θέση ότι οι ΗΠΑ έχουν κατασκευάσει ένα μυστικό όπλο ικανό να προκαλεί καταιγίδες, κυκλώνες, σεισμούς και τσουνάμι σε οποιοδήποτε σημείο του κόσμου ασπάζεται απολύτως το 6% των ψηφοφόρων της Λε Πεν και το 4% των ψηφοφόρων του Μελανσόν, το μέσο ποσοστό είναι 4% (από 3% για τους ψηφοφόρους των Αμόν, Μακρόν και Φιγιόν).

-Τη θέση ότι οι Αμερικανοί δεν πήγαν ποτέ στην Σελήνη και ότι η NASA κατασκεύασε πλαστές αποδείξεις και στοιχεία για την προσελήνωση του «Απόλλων» αποδέχεται απολύτως το 6% των ψηφοφόρων της Λε Πεν και το 5% των ψηφοφόρων του Μελανσόν, το μέσο ποσοστό είναι 4% (2%, 3% και 1% αντιστοίχως για τους ψηφοφόρους των Αμόν, Μακρόν και Φιγιόν).

-Τη θέση ότι η γη είναι επίπεδη και όχι στρογγυλή ασπάζεται απολύτως το 2% των ψηφοφόρων της Λε Πεν και το 5% αυτών του Μελανσόν, το μέσο ποσοστό είναι 2% (μηδενικά ποσοστά για τους ψηφοφόρους των Αμόν και Φιγιόν, 3% γι αυτούς του Μακρόν).

Η συνωμοσιολογία είναι μία μηχανή κατασκευής του φανταστικού «εχθρού».

Αυτή η ορατή σύγκλιση των «άκρων»επικυρώνεται και ίσως γίνεται ακόμα σαφέστερη αν υπολογισθεί, πέρα από τον δείκτη της εκφραζόμενης «απόλυτης συμφωνίας» σε αυτές τις συνωμοσιολογικές θεωρήσεις και η γνώμη εκείνων που «μάλλον συμφωνούν». Έτσι, στις ανωτέρω συνωμοσιολογικές θεματικές καταγράφονται τα ακόλουθα ποσοστά: για την επικινδυνότητα των εμβολίων, το 42% και το 44% αντιστοίχως των ψηφοφόρων της Λε Πεν και του Μελανσόν μάλλον συμφωνούν, το μέσο ποσοστό είναι 38%. Για την εμπλοκή της CIA στην δολοφονία του Κένεντυ μάλλον συμφωνεί το 38% και 41% των ψηφοφόρων των Λε Πεν και Μελανσόν, το μέσο ποσοστό είναι 43%. Για την κατασκευή και διάδοση του ιού του AIDS μάλλον είναι σύμφωνο το 27% και 24% αντιστοίχως των ψηφοφόρων των Λε Πεν και Μελανσόν, το μέσο ποσοστό είναι 22%. Για την καθοδήγηση των τζιχαντιστικών ομάδων μάλλον συμφωνούν το 32% και το 31% των ψηφοφόρων των Λε Πεν και Μελανσόν, το μέσο ποσοστό είναι 24%. Για την υποκίνηση των δύο Επαναστάσεων μάλλον συμφωνεί το 25% και 26% των ψηφοφόρων των Λε Πεν και Μελανσόν, το μέσο ποσοστό είναι 24%. Για την ύπαρξη μυστικού σχεδίου περί «Νέας Παγκόσμιας Τάξης» μάλλον συμφωνεί το 27% και 28% των ψηφοφόρων των Λε Πεν και Μελανσόν αντίστοιχα, το μέσο ποσοστό είναι 18%. Για τους «ψεκασμούς» μάλλον συμφωνεί το 23% και 17% αντίστοιχα των ψηφοφόρων των Λε Πεν και Μελανσόν, το μέσο ποσοστό είναι 15%. Το ότι ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο και κατασκεύασε την γη μάλλον συμφωνούν το 19% και 13% των ψηφοφόρων Λε Πεν και Μελανσόν, το μέσο ποσοστό είναι 13%. Περί μυστικού όπλου που έχουν υπό την κατοχή τους οι ΗΠΑ μάλλον συμφωνούν το 22% και το 17% των ψηφοφόρων των Λε Πεν και Μελανσόν, το μέσο ποσοστό είναι 13%. Το ότι οι Αμερικανοί δεν πήγαν στην Σελήνη μάλλον συμφωνεί το 15% και 14% αντιστοίχως των ψηφοφόρων των Λε Πεν και Μελανσόν, το μέσο ποσοστό είναι 12%. Το ότι η γη είναι επίπεδη μάλλον συμφωνεί το 10% και 7% των ψηφοφόρων της Λε Πεν και Μελανσόν, το μέσο ποσοστό είναι 7%.

Τελευταίος και ίσως σημαντικότερος δείκτης σύγκλισης των «άκρων». Οι ψηφοφόροι των Λε Πεν και Μελανσόν πιστεύουν σε περισσότερες συνωμοσιολογικές θεωρίες από τους ψηφοφόρους των υπόλοιπων κομμάτων. Έτσι, εμφανίζονται σε ποσοστά 17% και 20% (Λε Πεν και Μελανσόν, αντίστοιχα) να πιστεύουν από πέντε έως έξι θεωρίες συνωμοσίας, το μέσο ποσοστό είναι 12%. Σε πάνω από επτά θεωρίες πιστεύει το 22% και 16% των ψηφοφόρων των Λε Πεν και Μελανσόν αντίστοιχα, το μέσο ποσοστό είναι 13%.

Ο κοινωνιολόγος Ζ. Μπρονέρ, σε συνέντευξή του στην Libération (9/1/2018), θα επισημάνει ένα ειδικότερο σημείο σύγκλισης των «ακραίων» ακροατηρίων που, από μία πρώτη προσέγγιση, θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητο. Πρόκειται για την συνωμοσιολογική θεματική που συνοδεύει το ζήτημα της μετανάστευσης, την λεγόμενη «αντικατάσταση του πληθυσμού», δηλαδή την ακροδεξιάς προέλευσης συνωμοσιολογία, σύμφωνα με την οποία η σημερινή μετανάστευση είναι ένα μυστικό σχέδιο των ιθυνουσών ελίτ για την αντικατάσταση των ευρωπαϊκών πληθυσμών από «ξένους». Αξίζει να παρακολουθήσουμε τις σχετικές παρατηρήσεις του Γάλλου κοινωνιολόγου: «[Αυτό που με εντυπωσίασε περισσότερο στην έρευνα] είναι ότι σχεδόν οι μισοί Γάλλοι διατείνονται ότι αποδέχονται την θεωρία της μεγάλης αντικατάστασης. Μια θεωρία, η οποία όπως είναι διατυπωμένη στο σχετικό ερώτημα της δημοσκόπησης έχει ρητή συνωμοσιολογική μορφή, αφού την αποδίδει ευθέως σε εκούσιο στόχο των ελίτ. Με την επιφύλαξη που πρέπει να έχουμε έναντι όλων των δημοσκοπήσεων, το ποσοστό του 48% πραγματικά με εξέπληξε πολύ. Και φοβάμαι μήπως αυτή η θεωρία εργαλειοποιηθεί ακόμα περισσότερο στο πολιτικό πεδίο, και κοινοτοποιήσει έναν ορισμένο αριθμό ριζοσπαστικών προτάσεων. Εδώ, βλέπουμε ότι πρόκειται για μια αποδοχή που είναι πολιτικά σφραγισμένη από την δεξιά και την άκρα δεξιά, αλλά όχι μόνον από αυτές [το 56% των ψηφοφόρων του Φιγιόν και το 77% των ψηφοφόρων της Λε Πεν την αποδέχονται]. Η μελέτη δείχνει ότι το θέμα της μεγάλης αντικατάστασης είναι με πολύ ισχυρό τρόπο υπαρκτό και στους ψηφοφόρους του Ζαν-Λυκ Μελανσόν (39%). Προφανώς, αυτό δεν σημαίνει ότι οι ψηφοφόροι της ‘Ανυπότακτης Γαλλίας’ είναι συνωμοσιολόγοι, αλλά ότι οι συνωμοσιολόγοι τείνουν να ψηφίζουν περισσότερο Ανυπότακτη Γαλλία ή Εθνικό Μέτωπο από ό,τι τα άλλα κόμματα. Αυτό σημαίνει ότι τα κόμματα που κάνουν ριζοσπαστικές προτάσεις μπορεί να γίνουν αγαπητά στους συνωμοσιολόγους. Αρκετές μελέτες δείχνουν ότι υπάρχει συσχέτιση μεταξύ πολιτικής ριζοσπαστικότητας και προδιάθεσης για προσχώρηση σε θεωρίες της συνωμοσίας».

Με άλλα λόγια, είναι η πολεμική συγκρότηση των ριζοσπαστικών λαϊκιστικών ταυτοτήτων «εμείς» (ο λαός) vs οι «άλλοι» (οι ελίτ, οι ξένοι) που αποτελεί τον προνομιακό υποδοχέα της συνωμοσιολογικής αντίληψης, κάτι περισσότερο: η τελευταία βρίσκει σε αυτή την μοιραία και εκ των άνω κατασκευασμένη διαίρεση την «φυσική» της δεξίωση. Γιατί, η ίδια η συνωμοσιολογία δεν είναι κάτι άλλο από μία μηχανή κατασκευής του φανταστικού «εχθρού», των «άπληστων ελίτ» που υπηρετούν αλλότρια σχέδια.

Από την κοινωνική ζήτηση στην (αντι-)πολιτική προσφορά: το λαϊκιστικό μίσος κατά των ελίτ και της «αόρατης εξουσίας» τους

Αυτή η ντετερμινιστική και ανθρωπομορφική, σε τελευταία ανάλυση, υπόδειξη και δαιμονοποίηση του κακού άλλου (του μετανάστη, αλλά και του αδηφάγου κοσμοπολίτικου κεφαλαίου), ο οποίος απεργάζεται και συντονίζει από τα παρασκήνια την κοινωνική υποταγή, προδίδει μία ολόκληρη «κοσμοαντίληψη», μια ιδεολογία, την απλουστευτική, μονο-αιτιακή κατανόηση και εξήγηση της ιστορίας. Ιδιαίτερα στον χώρο της λεγόμενης ριζοσπαστικής αριστεράς, της λαϊκιστικής αριστεράς, αυτός ο τρόπος αντίληψης και καταδίκης της πραγματικότητας είναι η κυρίαρχη αν όχι και μοναδική σημερινή οπτική της. Εδώ, ο ρόλος του διανοούμενου είναι κρίσιμης σημασίας ως προς την «αποκάλυψη» της κρυμμένης από τις ελίτ «αλήθειας».

Η συνοπτική ψευδο-κριτική οπτική του λαϊκιστή διανοούμενου-συνωμοσιολόγου και, εδώ, του αριστερού κοινωνικού κριτή, του αριστερού δικαστή, δίκην λαϊκού επίτροπου, έχει εξαιρετικά αναλυθεί, μεταξύ άλλων, από τον κοινωνιολόγο Ραϊμόν Μπουντόν (Raymond Boudon), ο οποίος έχει ασκήσει, ακριβώς, καταλυτική κριτική στην αντιφιλελεύθερη λαϊκιστική επιτροπεία, ειδικά με αφορμή το ύστερο κυρίως κοινωνιολογικό έργο του Πιέρ Μπουρντιέ, για τον οποίο πολλά από τα δεινά που μαστίζουν τον σύγχρονο κόσμο οφείλονται στην ύπαρξη μιας μυστηριώδους «αόρατης παγκόσμιας κυβέρνησης».[5]Συνοψίζοντας την εκ μέρους του Μπουντόν κριτική στον Μπουρντιέ, ο Ταγκιέφ θα αναδείξει την σχέση του κοινωνιολογισμού με τις «θεωρίες συνωμοσίας» (ειδικά μέσω της επαναλαμβανόμενης επίκλησης του συνωμοσιολογικού στάνταρ: ‘ποιός ωφελείται;’)[6] και θα σχολιάσει ότι σε ένα τέτοιο πλαίσιο «η κοινωνική επιστήμη εκκινεί από ‘την εικόνα ενός παθητικού homo sociologicus, έδρα κοινωνικών αιτίων που τον υπερβαίνουν ή σημείο εφαρμογής κοινωνικών δυνάμεων’. Ο κοινωνικός δρων εκλαμβάνεται ως έχων ‘φαινομενική αυτονομία και μπορεί να αντιμετωπίζεται από τον κοινωνιολόγο ως παθητικό ον’. Επιπλέον, ο Μπουντόν απέδειξε με ποιόν τρόπο ο κοινωνιολογισμός, στις εξηγητικές του θεωρίες, υποστήριζε ένα από τα ιδρυτικά σχήματα της συνωμοσιολογικής σκέψης: ‘Σύμφωνα με τον κοινωνιολογισμό—αυτή την διαστροφή της κοινωνιολογίας—αφού το άτομο είναι το παίγνιο των δομών και των θεσμών, το μόνο ενδιαφέρον και προσήκον ερώτημα είναι ποιος ευνοείται από αυτές τις δομές και από αυτούς τους θεσμούς; Για να το πούμε με πιο οικείο τρόπο, ποιος κινεί τα νήματα; Εξ ορισμού, φυσικά, η κυρίαρχη τάξη. (…) Με δυο λόγια, ο κοινωνιολογισμός χρησιμοποιεί πάντα, με περισσότερο ή λιγότερο επιδέξιο τρόπο, το οικείο εξηγητικό σχήμα που ο Πόππερ ονομάζει ‘θεωρία συνωμοσίας’».[7]

Η ανυπαρξία του ατόμου, η κατανόησή του ως ενσφηνωμένου στις απρόσωπες «δομές» που το έχουν ακρωτηριάσει, νομιμοποιεί, έτσι, κάθε μονο-αιτιακό εξηγητικό αναγωγισμό στους «υπεύθυνους», στους «κυρίαρχους», ως την πηγή της συλλογικής δυστοπίας. Στην πραγματικότητα, η απάντηση στο ερώτημα είναι δεδομένη πριν καν αυτό τεθεί: «Εδώ, ο αυστηρός κοινωνικός ντετερμινισμός για ό,τι είναι ατομικό δεν συνιστά υπόθεση, αλλά δόγμα, που οι οπαδοί του κοινωνιολογισμού πασχίζουν να διατηρήσουν διαγράφοντας ή ελαχιστοποιώντας τα δεδομένα της παρατήρησης ή της έρευνας τα οποία αποδεικνύεται ότι του αντιτίθενται. Επιπλέον, τα κοινωνικά αίτια συχνά ‘υποκειμενοποιούνται’ και διαβολοποιούνται, αποδιδόμενα σε συλλογικά υποκείμενα εφοδιασμένα με κακόβουλες προθέσεις. Αυτές οι προθέσεις, όπως στις συνωμοσιολογικές αφηγήσεις, παίζουν εξηγητικό ρόλο. Ο Μπουντόν προσθέτει αυτό το τυπικό κριτήριο αναγνώρισης των κοινωνιολογίστικων σοφισμάτων: ‘Με τον κοινωνιολογισμό, οι απαντήσεις είναι πάντα εκ των προτέρων γνωστές’. Και, ακριβέστερα: ‘Αυτός [ο κοινωνιολογισμός] προσλαμβάνει τη μορφή ατέρμονου σχολίου σε πασίγνωστα γεγονότα, τα οποία και επιλέγει όχι λόγω της αινιγματικότητάς τους, αλλά γιατί αφυπνίζουν συγκινήσεις και συλλογικά πάθη’. Ο κοινωνιολογισμός, προσθέτοντας στο εξηγητικό του σχήμα την διαβολοποίηση των υποδεικνυόμενων κοινωνικών αιτίων, εμφανίζεται ως υπο-είδος της συνωμοσιολογικής φιλολογίας.»[8]

Η συνωμοσιολογία είναι ο παράγοντας που ενισχύει την πολεμική δομή του λαϊκισμού.

Πρόκειται για την εργαλειοποίηση των αρνητικών παθών, της μνησικακίας, στην οποία προβαίνει η λεγόμενη ριζοσπαστική κριτική, η οποία, αναγνωριζόμενη σε βασικά συνωμοσιολογικά, διχαστικά και πολεμικά, μοτίβα[9] και υπό ψευδο-επιστημονική «κοινωνιολογική» επένδυση με φορέα έναν «στρατευμένο» διανοούμενο, τίθεται στην υπηρεσία των «κυριαρχούμενων», επιτελώντας, ταυτοχρόνως, δύο ουσιωδώς ιδεολογικές λειτουργίες, αυτήν της αποκάλυψης της «κρυμμένης αλήθειας» και εκείνη μιας (αντι-)πολιτικής κινητοποίησης των «θυμάτων»: «Στην κριτική-αγωνιστική προοπτική, το να κάνει κάποιος κοινωνιολογία σημαίνει να σφυρηλατεί ιδεολογικά ‘όπλα’ τα οποία, παρουσιαζόμενα ως «επιστημονικά» (σύμφωνα με τα κελεύσματα του επιστημονισμού, ιδιαίτερα στο αχανές πεδίο των ψευδο-επιστημών και των φανταστικών επιστημών), να δικαιολογούν την ‘πάλη’ και να επιτρέπουν να καταγάγονται νίκες. Έτσι, η κοινωνιολογία παύει να είναι επάγγελμα ή πανεπιστημιακός κλάδος που σέβεται έναν ορισμένο αριθμό μεθοδολογικών απαιτήσεων, καθίσταται ‘αγωνιστικό άθλημα’ που όλα επιτρέπονται ώστε να ‘προωθείται η υπόθεση’. Ο κοινωνιολόγος είναι ένας στρατευμένος μαχητής διανοούμενος μέσα στην ταξική πάλη, πλάϊ στους ‘κυριαρχούμενους’ στους οποίους διατείνεται ότι παρέχει τα φώτα. Όπως έδειξε ο [κοινωνιολόγος] Λυκ Μπολτανσκί, όποιος ασκεί μία τέτοια κοινωνιολογία ‘ξεσκεπάσματος’ είναι αδύνατον να διατηρήσει ‘μία ριζική απόσταση ανάμεσα στην καταγγελτική δραστηριότητα των ατόμων και την επιστημονική δραστηριότητα των κοινωνιολόγων’. Αυτή η ψευδο-επιστήμη που θεμελιώνεται στην υποψία και την καταγγελία, διατεινόμενη ότι λέει την ‘αλήθεια’ για την κοινωνική λειτουργία και τους καταναγκασμούς που βαραίνουν πάνω στους κοινωνικούς δρώντες, απεικονίζει, με τον τρόπο της, την συνωμοσιολογική σκέψη. Αποσκοπεί, επίσης, στο να κινητοποιεί εκείνους οι οποίοι πιστεύουν στην επιστημονικότητα του απατηλού λόγου της διατεινόμενη ότι διαλύει τις αυταπάτες: αποκαλύπτοντας την ‘πραγματικότητα’ που βρίσκεται κάτω από τις απατηλές προφάνειες με τις οποίες την ενδύουν οι ‘κυρίαρχοι’ (υπό τον μανδύα της ‘κυρίαρχης ιδεολογίας’), συνεισφέρει στο ‘να καθιστά ανυπόφορη την πραγματικότητα’, και αυτό το πετυχαίνει δείχνοντάς την όπως αυτή (υποτίθεται ότι) είναι. Η πρακτική της ‘ριζοσπαστικής κριτικής’ συνίσταται στο να καταδικάζει την ‘κυρίαρχη ιδεολογία’ η οποία θεωρείται ότι ‘καθιστά την πραγματικότητα υποφερτή’. Αν η ‘πραγματικότητα’ είναι το σύνολο που σχηματίζεται από την συνωμοσία των ‘ισχυρών’ (κυρίαρχοι, εκμεταλλευτές, κλπ.) και τα σκανδαλώδη αποτελέσματά της (ας πούμε ‘η αθλιότητα του κόσμου’), είναι αυτονόητο ότι πρέπει να απαλλαγούμε από την εν λόγω ‘πραγματικότητα’».[10]

Αυτό το μνησίκακο πάθος της κατηγορίας, της καταγγελίας, της ηθικής καταδίκης, που επιτρέπει στους συνωμοσιολόγους να φιγουράρουν ως δικαστές[11], αρθρώνεται στο λαϊκισμό, και μάλιστα στον εθνικολαϊκισμό (αριστερό ή δεξιό) ως «ιδεολογία», ως «αυτόματη σχηματοποίηση». Θα έλεγε κανείς ότι η συνωμοσιολογία είναι εκείνος ο παράγοντας που ενισχύει την πολεμική δομή του λαϊκισμού, συνιστώντας επιπλέον μια συγκαιρινή γέφυρα περάσματος από το «ύφος» στην «ιδεολογία». Αξίζει να δούμε ένα σχετικά μακροσκελές απόσπασμα από σχετική, κλασική πλέον, ανάλυση του Ταγκιέφ για τον λαϊκισμό που, στην περίπτωση αυτή, εκτός από πολεμικό «ύφος», λειτουργεί και ως (πολεμική) ιδεολογία επικεντρωμένη στον υπόδειξη του «εχθρού»:

«Ο ρωσικός και ο βορειο-αμερικανικός λαϊκισμός, γεννημένοι και οι δύο στα τέλη του 19ου αιώνα, αναπτύχθηκαν εκκινώντας από μία θεμελιώδη πίστη: η σωτηρία έγκειται στον λαό∙ η χώρα δεν μπορεί να σωθεί (να αναγεννηθεί, να αναμορφωθεί) παρά μέσω του λαού, σύμφωνα με τις αξίες του και τις αρετές του, έστω και αν αυτές οι τελευταίες πρέπει να αφυπνισθούν σε αυτόν με την ρητορική μαγεία ιδιαίτερα συνειδητών ή εμπνευσμένων ηγετών. Αυτή είναι η θεμελιώδης πίστη του λαϊκισμού-ιδεολογία: πρόκειται για ένα μινιμαλιστικού περιεχομένου «ισμό». Πρέπει όμως να βλέπουμε τις πολλαπλές λαϊκιστικές παραδόσεις, που συνδέονται κυρίως με τις εθνικές ιδιαιτερότητες και τους δεδομένους πολιτικούς προσανατολισμούς στον λαϊκισμό με τις μεγάλες ιδεολογίες (σοσιαλισμός, εθνικισμός, αναρχισμός, κλπ.) με τις οποίες αυτός έρχεται σε συγκρητισμό. Η μείζων αντίθεση μεταξύ των πολιτικών χρωματισμών που προσλαμβάνονται αντιστοίχως από τους εθνικούς λαϊκισμούς εμφανίζεται όταν αντιπαραθέτουμε τον με σοσιαλίζουσα τάση λαϊκισμό-παράδοση στην Ρωσία με τον εθνικιστικής ή ταυτοτικής τάσης λαϊκισμό-παράδοση στην Γαλλία, εντοπισμένο στην δεξιά ή την άκρα δεξιά από τα τέλη του 19ου αιώνα. (…) Αποτελώντας η βούληση του λαού το θεμέλιο της κυριαρχίας, και ενσαρκώνοντας η βαθιά φύση του λαού την πλειονότητα των θετικών αξιών, δεν πρέπει να μας εντυπωσιάζει που συναντάμε σε όλες τις φιγούρες του λαϊκισμού την επανεπένδυση της δαιμονικής κατηγορίας του ‘εχθρού του λαού’, που συνοδεύει πάντα την θεωρία συνωμοσίας (κατά του ‘λαού’). Ο εχθρός του λαού μπορεί να ταυτίζεται είτε με έναν εκμεταλλευτή, έναν ‘μεγάλο’ (αστοί, πλούσιοι, τραπεζίτες, κλπ.), είτε με έναν εισβολέα, έναν απειλητικό ξένο. Η αντίθεση ανάμεσα στο ‘εμείς’ και ‘εκείνοι’ μεταφράζεται στο πλαίσιο ενός ηθικού δυισμού ο οποίος τείνει προς τον μανιχαϊσμό (ο εκ φύσεως ενάρετος λαός κατά των απολύτως κακών ‘εχθρών’ του). Η συνωμοσιολογία, κλειδί της σύγχρονης μυθοπολιτικής εξήγησης, εγγράφεται στην λαϊκιστική αντίληψη ως αυτόματη σχηματοποίηση.»[12]

Χρειάζεται να προσέξουμε το: «σε όλες τις μορφές του λαϊκισμού…», διατύπωση που με σαφήνεια εγκαθιδρύει την συνωμοσιολογία ως ιδρυτική στιγμή του λαϊκισμού, όλων των λαϊκισμών. Και, ταυτόχρονα, να επισημάνουμε, ακόμα μια φορά, ότι η λειτουργική διάκριση μεταξύ «κοινωνιο-λαϊκισμού» ή «λαϊκισμού διαμαρτυρίας» (εδώ, ο υποδεικνυόμενος εχθρός είναι οι εγχώριες ελίτ, οι πλούσιοι) από τη μία πλευρά, και εθνικολαϊκισμού (εδώ, ο εχθρός είναι οι άλλοι, οι «ξένοι», μετανάστες ή και ξένο κεφάλαιο, τραπεζίτες, κλπ.) από την άλλη πλευρά, είναι καθαρά ιδεοτυπική, με άλλα λόγια δεν συναντάται ως τέτοια στην υπαρκτή πραγματικότητα, εντός της οποίας βρισκόμαστε πάντα αντιμέτωποι με σύνθετες μορφές λαϊκισμού, με την μία ή την άλλη εκδοχή, δηλαδή, εθνικολαϊκισμού (ή εθνοτικο-λαϊκισμού). Σύμφωνα με τον ίδιο τον Ταγκιέφ: «Αυτή η διάκριση είναι ιδεοτυπική και μόνο κατά προσέγγιση ή ατελώς απεικονίζεται από τα ιδιαίτερα, ιστορικά παρατηρήσιμα, λαϊκιστικά κινήματα.»[13]Κάτι που θα οδηγήσει τον Ταγκιέφ να επισημάνει: «Η συντακτική πολεμική δομή του λαϊκισμού (το ότι λέει ότι εναντιώνεται στις ελίτ, το ότι δηλώνει ότι είναι θύμα κοσμοπολίτικων δυνάμεων, κλπ.) μπορεί να απεικονισθεί με πολλαπλούς τρόπους ανάλογα τις ιστορικές συγκυρίες όπου εμφανίσθηκαν λαϊκιστικά κινήματα (Ρωσία και Αμερική, κατά τον 19ο αιώνα∙ Ευρώπη και Τρίτος Κόσμος, κατά τον 20ο αιώνα), αρθρωμένα με διάφορους τρόπους με τρεις διακριτούς ιδεολογικο-πολιτικούς προσανατολισμούς: τον σοσιαλισμό, τον εθνικισμό και τον αγροτισμό. Συχνά, ο λαϊκισμός προσεγγίσθηκε ως ‘ποικιλία εθνικισμού’, του οποίου η ιδιαιτερότητα έγκειται σε μία ισοδυναμία των οντοτήτων ‘έθνος’ και ‘λαός’. Μπορούμε και να υποθέσουμε ότι κάθε μορφή λαϊκισμού συμπεριλαμβάνει μία εθνικιστική συνιστώσα, περισσότερο ή λιγότερο εκδηλωμένη[14]

 Χιμαιρική εθνικολαϊκιστική κοινότητα και συνωμοσιολογία

Και είναι, ακριβώς, σε αυτό το πλαίσιο που ο Ταγκιέφ θα προτείνει προς προβληματισμό, με αφετηρία τον λατινοαμερικανικό λαϊκισμό, την ακόλουθη προσέγγιση, η οποία εκλαμβάνει τον ομώνυμο σημερινό εθνικολαϊκισμό ως απάντηση στο «χάος» που προκαλεί η παγκοσμιοποίηση, αλλά και, πριν από την έλευση της τωρινής της φάσης, ως εν γένει απάντηση της (εθνικής) κοινότητας στην «εκσυγχρονιστική» πορεία του (σημερινού) κόσμου: «Στις μετα-αυταρχικές δημοκρατίες της Λατινικής Αμερικής, μεταξύ της ‘μετάβασης’ και της ‘σταθεροποίησης’, η νεοφιλελεύθερη προσταγή της ευελιξίας, η καταναγκαστική πορεία προς τις ‘αναγκαίες’ οικονομικές προσαρμογές φαίνονται να ευνοούν την ανάδυση μορφών υποκατάστασης του αιτήματος κοινότητας: λαϊκισμούς και φονταμενταλισμούς. Η υπόθεση διατυπώθηκε με ισχύ από τον Νορμπέρτο Λέχνερ ( Norberto Lechner): ‘Ο λαϊκισμός εκφράζει πριν από όλα μία υπεράσπιση της κοινότητας’. Ο εκσυγχρονισμός σύμφωνα με τις αποκλειστικές νόρμες του ‘τουρμπο-καπιταλισμού’, ό,τι ονομάζεται παγκοσμιοποίηση, δηλαδή η επιβολή ατελεύτητων διαδικασιών αποδόμησης/αναδόμησης για να πραγματοποιηθεί η πλανητική αγορά, προκαλεί έναν επιταχυνόμενο κοινωνικό κατακερματισμό και ένα οδυνηρό συναίσθημα απώλειας της πολιτισμικής ταυτότητας, που ενίοτε προκαλούν ενορμητικές εθνοτικο-εθνικιστικές αντιδράσεις. Η υποκαταστατική φόρμουλα του λαϊκισμού παρέχει μία ονειρική κοινότητα σε εκείνους που βιώνουν με οδυνηρό τρόπο την αποδιάρθρωση των δεσμών αλληλεγγύης στην βάση του ‘αρνητικού ατομικισμού’. Η υπεράσπιση της φαντασιακής κοινότητας ‘στηρίζεται εν γένει σε ένα εξιδανικευμένο παρελθόν, σε μία αναπότρεπτα απωλεσθείσα κοινότητα’, σημειώνει ο Λέχνερ, για να επισημάνει ορθά την συγκινησιακή διάσταση των λαϊκιστικών κινητοποιήσεων: ‘Λίγο ενδιαφέρει η ολική απουσία προοπτικών μέλλοντος, αυτό που βαραίνει είναι το παρόν: η παλινόρθωση εδώ και σήμερα ενός συναισθήματος ταύτισης (communion). Ο λαϊκισμός, ο οποίος κλητεύει συγκινησιακές μορφές συνοχής και ταυτότητας, δεν έχει άλλη υποχρέωση από το να φτιάχνει το περιεχόμενο των προγραμμάτων. Γι’ αυτό, μπορεί να συνδυάζεται με προγράμματα οικονομικού εκσυγχρονισμού’».[15]

Η συνωμοσιολογία αποκαλύπτει την πραγματική «υπόσταση» του λαϊκισμού ως ιδεολογίας: τον (συνωμοσιολογικό) κοινοτισμό του.

Είναι, ακριβώς, η εκ των άνω εργαλειοποίηση(από διανοούμενες και πολιτικές ελίτ) αυτού του αισθήματος κοινότητας, ό,τι ο Λωράν Μπουβέ έχει ονομάσει «πολιτισμική ανασφάλεια»[16], που ενισχύει και δομεί η λαϊκιστική συνωμοσιολογία (αριστερή ή δεξιά). Συναντάμε—και επαληθεύεται και εδώ—την μεγαλειώδη, πρωτοποριακή ανάλυση του Ραούλ Ζιραρντέ (Raoul Girardet) περί συνωμοσιολογίας, την οποία ο Γάλλος ιστορικός των ιδεών εξέθεσε στα μέσα της δεκαετίας του 1980, στο πλαίσιο των προσεγγίσεών του για το σύγχρονο πολιτικό φαντασιακό. Για τον Ζιραρντέ, η συνωμοσιολογία, δηλαδή οι φαντασιακές συνωμοσίες (με επίκεντρο τον Εβραίο, τον Ιησουίτη, τον Μασόνο), συνιστά πανίσχυρο «πολιτικό μύθο» που εκφράζει «κοινωνική δυσφορία» και «φόβο» από τις συνθήκες ζωής μέσα στην σύγχρονη «κατακερματισμένη κοινωνία» και, ταυτόχρονα, ενσαρκώνει την προσδοκία έλευσης μιας «ισχυρά ενσωματωτικής» οργανικής κοινότητας.[17] Αυτό το αίσθημα χιμαιρικής «επιστροφής» σε μια φαντασιακή, υποτιθέμενα αυθεντική, κοινότητα, δηλαδή σε μία «φυσική» κοινότητα, είναι, σύμφωνα με τον Ζιραρντέ, το υπόστρωμα της συνωμοσιολογικής κοσμοαντίληψης: «Στο υπόστρωμα της μυθολογίας της Συνωμοσίας αποκαλύπτεται πάντα (…) η αντίληψη μιας Τάξης, με την θρησκευτική έννοια του όρου, ενωτικής, κατακτητικής, αναγκαίο όργανο για την επιτυχία μιας μεγάλης επιχείρησης που στρατεύει και υπερβαίνει το πεπρωμένο όλων».[18] Εδώ φωλιάζουν όλα τα όνειρα της απόλυτης διαφάνειας και οι ουτοπικές, μαγικές, αντι-δαιμονικές, λαϊκιστικές κλητεύσεις για την «επίγεια σωτηρία».

Έτσι, η «κοινότητα» γίνεται το σημείο επαφής της συνωμοσιολογίας με τον λαϊκισμό. Με άλλα λόγια, και ιδιαίτερα στο πεδίο της λαϊκιστικής πολιτικής ρητορικής, η συνωμοσιολογία μας αποκαλύπτει και μας προσδιορίζει την πραγματική «υπόσταση» του λαϊκισμού ως ιδεολογίας, κάθε λαϊκισμού: τον (συνωμοσιολογικό) κοινοτισμό του. Αυτός νομίζουμε ότι είναι και ένας από τους βασικότερους λόγους για τους οποίους κάθε λαϊκισμός (αριστερό ή δεξιός) προσλαμβάνει τελικά την μορφή του εθνικολαϊκισμού, υπερασπιζόμενος την μία ή την άλλη εκδοχή της εθνικής κοινότητας, είτε την «ταυτότητά» της, είτε την «κυριαρχία» της, ενίοτε και τις δύο.


[1] Η έρευνα αυτή είναι ουσιαστικά η πρώτη που διενεργείται στην Γαλλία σε τέτοια κλίμακα. Διενεργήθηκε (το διήμερο 19-20 Δεκεμβρίου 2017) από το ινστιτούτο Ifop, και έγινε για λογαριασμό του Ιδρύματος Jean Jaurès και του «Παρατηρητηρίου για την συνωμοσιολογία» (Conspiracy Watch, Observatoire du conspirationnisme), http://www.conspiracywatch.info/une-grande-enquete-sur-le-complotisme-dans-lopinion-publique-francaise-revele-une-realite-alarmante.html. Ως προς την μεθοδολογία της έρευνας, βλ. https://jean-jaures.org/nos-productions/enquete-sur-le-complotisme-precision-sur-la-methodologie

[2] https://jean-jaures.org/nos-productions/trois-ans-apres-charlie-theories-du-complot-post-verite-ou-en-est-on?utm_content=buffer38557&utm_medium=social&utm_source=facebook.com&utm_campaign=buffer

[3] Η προσέγγιση αυτή δεν είναι ιδιαίτερα καινούργια, πρωτο-διατυπώθηκε με σχετικά συγκροτημένο τρόπο στα τέλη της δεκαετίας του 1990 (με στόχο να «αποδομήσει» την πρωτοποριακή συμβολή του Ρίτσαρντ Χοφστάντερ στην τομή του συνωμοσιολογικού φαινομένου), με εμφανή την επιρροή από την περί λαϊκισμού αντίληψη του Ερνέστο Λακλάου, βλ. ενδεικτικά Mark Fenster, Conspiracy TheoriesSecrecy and Power in American Culture, Μινεάπολις, University of Minnesota Press, 1999.

[4] Βλ. Pierre-André Taguieff, Court traité de complotologie, Παρίσι, Fayard/Mille et une nuits, 2013, σ. 30 (ελληνική μετάφραση: Σύντομη πραγματεία περί συνωμοσιολογίας, Μετάφραση: Σώτη Τριανταφύλλου, Αθήνα, Πατάκης, 2016∙ η μετάφραση των αποσπασμάτων, που εδώ χρησιμοποιούμε από αυτή την μελέτη, είναι δική μας).

[5] Παρατίθεται στο Pierre-André Taguieff, Court traité, ο.π., σ. 81.

[6] Από την απάντηση στο ερώτημα «ποιος ωφελείται;» από την εικαζόμενη συνωμοσία προκύπτει, για τον συνωμοσιολόγο, ο εμπνευστής της, βλ. αναλυτικότερα, Pierre-André Taguieff, Συνωμοσιολογική σκέψη και ‘θεωρίες της συνωμοσίας’, Μετάφραση-επιμέλεια-επίμετρο: Αναστασία Ηλιαδέλη, Πρόλογος: Ανδρέας Πανταζόπουλος, Θεσσαλονίκη, Επίκεντρο, 2015, σ. 56.

[7] Pierre-André Taguieff, Court traité, ο.π., σ. 83.

[8] Στο ίδιο, σ. 83-84.

[9] Όπως παρατηρεί ο Ταγκιέφ: «Ο ρόλος της μνησικακίας για την προσχώρηση στις συνωμοσιολογικές θέσεις ορθά υπογραμμίσθηκε από τον Χοφστάντερ. Αυτό το μείγμα συναισθήματος αδυναμίας και μίσους που είναι η μνησικακία αποτελεί παράγοντα εντατικοποίησης των παρανοϊκών αντιλήψεων.», Pierre-André Taguieff, Συνωμοσιολογική σκέψη, ο.π., σ. 44. Βλ. επίσης, και Renée Fregosi, Les nouveaux autoritaires. Justiciers, censeurs et autocrates, Παρίσι, Éditions du Moment, 2016.

[10] Pierre-André Taguieff, Court traité, ο.π., σ. 84-85.

[11] Pierre-André Taguieff, «L’offre complotiste rencontre une demande, et elle la satisfait », στην ιστοσελίδα Conspiracy Watch (Observatoire du conspirationnisme), http://www.conspiracywatch.info/taguieff-loffre-complotiste-rencontre-une-demande-et-elle-la-satisfait.html (15/11/2017).

[12] Pierre-André Taguieff, L’ Illusion Populiste. Essai sur les démagogies de l’ âge démocratique, Παρίσι, Flammarion/Champs, 2007, σ. 191-192 (η υπογράμμιση δική μου).

[13] Στο ίδιο, σ. 219.

[14] Στο ίδιο, σ. 202 (η υπογράμμιση δική μου).

[15] Στο ίδιο, σ. 280-281.

[16] Βλ. Laurent Bouvet, L’ Insécurité culturelle, Παρίσι, Fayard, 2015.

[17] Παρατίθεται και επισημαίνεται στο Pierre-André Taguieff, Court traité, ο.π., σ. 78.

[18] Στο ίδιο.


* Συντομευμένη εκδοχή αυτού του άρθρου δημοσιεύθηκε στο «Βήμα» (14/1/2018), με τον τίτλο «Η συνωμοσιολογική απειλή».

** Ο Πίνακας που συνοδεύει το κείμενο, είναι: Salvador Dali, Apparition of Face and Fruit Dish on a Beach

ΑΠΟ ΤΟ E-KYKLOS.GR