Τετάρτη 17 Οκτωβρίου 2018 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Τουρκία: Εκλογικά σενάρια και οικονομία

Του Alexander Mordoudack

Ο Ταγίπ Ερντογάν θα αντιμετωπίσει μια σημαντική έκπληξη, καθώς φαίνεται ολοένα και πιθανότερο να κερδίσει μεν ο ίδιος την προεδρία, αλλά να κερδίσουν και οι αντίπαλοί του την κοινοβουλευτική πλειοψηφία.

Σε 25 μέρες, η Τουρκία θα βρεθεί στις κάλπες, και πολλοί υποστηρίζουν ότι ο Ταγίπ Ερντογάν θα αντιμετωπίσει μια σημαντική έκπληξη, καθώς φαίνεται ολοένα και πιθανότερο να κερδίσει μεν ο ίδιος την προεδρία, αλλά να κερδίσουν και οι αντίπαλοί του την κοινοβουλευτική πλειοψηφία.

Οι πλέον πρόσφατες προεκλογικές κινήσεις του Τούρκου προέδρου κινούνται γύρω από την οικονομία, και επαναλαμβάνουν ένα μήνυμα που τον έχει βοηθήσει στο παρελθόν, αλλά πλέον καλείται να αντιμετωπίσει μια διαφορετική πραγματικότητα. Σε μακροσκελή του ανάλυση, το Foreign Policy σχολίαζε πριν λίγες ημέρες πως η οικονομική πολιτική του Ερντογάν τον έχει τοποθετήσει σε τροχιά σύγκρουσης με την οικονομική θεωρία και ιστορία. Κατηγορώντας τα υψηλά επιτόκια και διεθνείς παράγοντες για τις όποιες οικονομικές προκλήσεις αντιμετωπίζει η χώρα του, ο ηγέτης του τουρκικού κράτους προσπάθησε να καθησυχάσει τους επενδυτές, υποστηρίζοντας πως η τουρκική οικονομία είναι σταθερή.

Το μήνυμά του, όμως, υπονομεύτηκε από τον ίδιο, όταν αποφάσισε να κατηγορήσει την Κεντρική Τράπεζα της χώρας του, η οποία είχε αυξήσει τα επιτόκια στην Τουρκία. Αμφισβητώντας την ανεξαρτησία της Κεντρικής Τράπεζας, και υποστηρίζοντας ουσιαστικά πως η αλματώδης οικονομική ανάπτυξη που η Τουρκία γνώρισε τη δεκαετία του 2000 θα μπορούσε να επαναληφθεί παρά τις αυστηρές και ισχυρές πολιτικές παρεμβάσεις, καθώς και τα σύγχρονα οικονομικά μεγέθη της, ο Ερντογάν προκάλεσε μεγάλη ανησυχία στους οικονομικούς κύκλους.

 Οι ειδικοί παρατηρούν 6 άξονες γύρω από τους οποίους περιστρέφεται η οικονομική πολιτική του Ερντογάν. Κατ’αρχήν σχολιάζουν την αποστροφή του για τα υψηλά επιτόκια, τα οποία κατηγορεί για την αύξηση του πληθωρισμού, παρά τη γενική ακαδημαϊκή και πρακτική περί του αντιθέτου αντίληψη. Συγχρόνως, τονίζουν την εμμονή του Τούρκου προέδρου με την ισχυρή οικονομική ανάπτυξη, συνδεδεμένη πάντα με τη φιλική προς εκείνον βιομηχανία των κατασκευών. Την ίδια ώρα, για παράδειγμα, που το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και πλήθος άλλων αναλυτών εκτιμούν πως η ιδανική ανάπτυξη για την Τουρκία κυμαίνεται σε ρυθμούς περί το 4%, ο ίδιος ο πρόεδρος της χώρας μιλά για ανάπτυξη περί το 7% ετησίως, αγνοώντας τις φωνές που κάνουν λόγο για κίνδυνο υπερθέρμανσης της οικονομίας.

Η απαξίωση του ΔΝΤ δεν είναι περιορισμένη, αλλά ισχύει για το σύνολο, σχεδόν, του Δυτικού κόσμου, με τον Ερντογάν να επαναλαμβάνει συχνά πως οι οίκοι αξιολόγησης δεν έχουν νομιμοποίηση, και πως οι επενδυτές πρέπει να αγνοούν τις αποφάσεις τους, τις οποίες χαρακτηρίζει ως πολιτικά υποκινούμενες. Στο ίδιο μήκος κύματος κινούνται και τα συχνά σχόλια του ίδιου και άλλων στελεχών της κυβέρνησής του, σύμφωνα με τα οποία διεθνείς παράγοντες συνωμοτούν εναντίον της τουρκικής οικονομίας.

Συγχρόνως, βέβαια, η τουρκική κυβέρνηση παραδέχεται την ανάγκη ξένων επενδύσεων -απλώς θεωρεί πως οι επενδυτές δεν έχουν εναλλακτικές επιλογές, επειδή έχουν ξοδέψει πολλά χρήματα στην Τουρκία, και δεν μπορούν να εγκαταλείψουν τις επενδύσεις τους, όποια και αν είναι η πολιτική κατάσταση. Όπως ενδεικτικά παρατηρεί ο Σελίμ Σαζάκ, ο οποίος συνεργάζεται με το Ινστιτούτο Ντέλμα του Άμπου Ντάμπι, «ο Ερντογάν φαίνεται να πιστεύει πως οι βιομηχανικά προηγμένες δημοκρατίες και η απληστία τους τον προστατεύουν από κάθε είδους έκθεση».

Αυτή είναι μια προστασία που προφανώς δεν εκτείνεται σε όλους στην Τουρκία, όπου η μεσαία τάξη, τυπικά περισσότερο κοσμική και αστική -και άρα πλέον απομακρυσμένη από την εκλογική βάση του κυβερνώντος AKP, υπερφορολογείται στο πλαίσιο μιας τακτικής που ο Σαζάκ χαρακτηρίζει ενός είδους «Ρομπέν των Δασών»: «Παίρνε από τους εχθρούς σου και δίνε τα στους φίλους σου» -τους φτωχούς και τους πλούσιους που οφελούνται από τη

Το πλέον ανησυχητικό χαρακτηριστικό σε αυτή την όλη συνθήκη αφορά στο ότι αυτές οι οικονομικές αντιλήψεις έλκουν την καταγωγή τους από το ηθικό και θρησκευτικό κέντρο του Ερντογάν, λειτουργώντας στην πραγματικότητα ως απόρριψη των Αρχών του Δυτικού κόσμου.

φορολογική πολιτική του Ερντογάν. Τελευταίος άξονας της τουρκικής οικονομίας υπό τον Ερντογάν είναι η μόχλευση κρατικού πλούτου για τη χρηματοδότηση διάφορων προγραμμάτων, παρά το γεγονός ότι ο κρατικός πλούτος στην Τουρκία δεν βασίζεται στις παραδοσιακές βάσεις ενός πλούσιου σε ενεργειακά αποθέματα υπεδάφους, ή σε κάποιο πλεόνασμα συναλλάγματος.

 Το σημαντικότερο συμπέρασμα των οικονομικών αναλυτών δεν έχει να κάνει αυστηρά με τα ανησυχητικά οικονομικά μεγέθη στην Τουρκία, όπως τον πληθωρισμό, το χρέος της, την ανεργία, ή το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών. Το πλέον ανησυχητικό χαρακτηριστικό σε αυτή την όλη συνθήκη αφορά στο ότι αυτές οι οικονομικές αντιλήψεις έλκουν την καταγωγή τους από το ηθικό και θρησκευτικό κέντρο του Ερντογάν, λειτουργώντας στην πραγματικότητα ως απόρριψη των Αρχών του Δυτικού κόσμου.

Ακόμα και έτσι, ο Ερντογάν δεν φαίνεται να βρίσκει τον στόχο του. Η προεκλογική περίοδος χαρακτηρίζεται από δημοσκοπήσεις που δείχνουν την εκλογή του προέδρου να απαιτεί δεύτερο γύρο ψηφοφορίας, και το κοινοβούλιο της χώρας να περνά στην αντιπολίτευση. Όπως σχολιάζει το ινστιτούτο Brookings, τα οικονομικά ζητήματα και ο τρόπος που τα προσεγγίζει ο Ερντογάν συνδυάζονται με ένα πολυκομματικό αντιπολιτευτικό μέτωπο που κατεβαίνει στις εκλογές πολυπρόσωπο, αλλά έχει κατ’επανάληψη τονίσει πως θα συνασπιστεί στο πρόσωπο όποιου υποψηφίου βρεθεί αντιμέτωπος με τον νυν πρόεδρο της Τουρκίας στον δεύτερο γύρο των εκλογών.

Παρ’ότι η αντιμετώπιση ενός τέτοιου συνασπισμού δυνάμεων ήταν ο κατεξοχήν στόχος της προκήρυξης πρόωρων εκλογών, το αντιπολιτευτικό μένος έδειξε τα δόντια του όταν το κόμμα των Δημοκρατών Πολιτών, το οποίο υποστηρίζει την υποψηφιότητα του Μουχαρέμ Ιντζέ για την τουρκική προεδρία, έδωσε την ευκαιρία στο κόμμα της Μεράλ Ακσενέρ, η οποία και αντιπροσωπεύει τη μοναδική πρόκληση που αντιμετωπίζει ο Ταγίπ Ερντογάν από τα δεξιά του, να κατέβει στις εκλογές. Σύμφωνα με τον νόμο, το κόμμα της δεν διέθετε την απαραίτητη κοινοβουλευτική δύναμη για κάθοδο στις εκλογές, όμως το κόμμα του Ιντζέ επέτρεψε τη μετεγγραφή 15 δικών του βουλευτών προκειμένου να δημιουργηθούν οι κατάλληλες συνθήκες.

 Τα κίνητρα και οι προκλήσεις είναι προφανή: Οι αντιπολιτευόμενες δυνάμεις επιδιώκουν να προσφέρουν στους πολίτες περισσότερες δυνατότητες ψήφων διαμαρτυρίας, όμως το ερώτημα παραμένει πώς θα συνεργαστούν στη συνέχεια. Το καινούριο πλαίσιο εξουσίας στην Τουρκία δεν έχει σχεδιαστεί για την πιθανότητα απώλειας κάθε εξουσίας από τον Ερντογάν και το κόμμα του, δίνοντας την ευκαιρία στα άλλα κόμματα να εξερευνήσουν τις δυνατότητες περιορισμού των σημαντικών προεδρικών εξουσιών. Για να το καταφέρουν, όμως, θα πρέπει να ανακαλύψουν μια εσωτερική συνοχή που για την ώρα φαίνεται να τους διαφεύγει.

Πηγή: ΕΡΤ