FRESH

Το βρώμικο παιχνίδι της πολιτικής χειραγώγησης: η απάτη της προπαγάνδας βλάπτει την δημοκρατία

Του Νίκου Λακόπουλου

Τέσσερις δημοσκοπήσεις εμφανίστηκαν αυτές τις μέρες με τέσσερα διαφορετικά συμπεράσματα. Την παράσταση έκλεψε όμως αυτή της Μetron Analysis στα Νέα -σύμφωνα με την οποία η ΝΔ συγκεντρώνει ποσοστό 37,8%και ο ΣΥΡΙΖΑ 26,9%- με διαφορά 10,5% μονάδες. Η εφημερίδα παρουσίασε την δημοσκόπηση με τον τίτλο «Οριστική ανατροπή» και με την επισήμανση «ότι η διαφορά ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται στο υψηλότερο σημείο της τριετίας».

Ο διευθυντής της Στράτος Φαναράς έσπευσε να την διορθώσει:  «Διαβάζω επί λέξει στο πρώτο bullet που παρουσιάζει την έρευνα το εξής: «στο υψηλότερο σημείο της τριετίας η διαφορά ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ». Λάθος. Στο υψηλότερο σημείο της τριετίας είναι το αθροιστικό τους ποσοστό και όχι η διαφορά τους. Λυπάμαι πολύ γι αυτό και θέλω να πιστεύω ότι πρόκειται για αβλεψία η οποία δεν υπάρχει και στις μέσα σελίδες».

Η αλήθεια είναι πως στην ίδια εφημερίδα στις 30 Ιουνίου η διαφορά ΣΥΡΙΖΑ-ΝΔ ήταν 14,1 μονάδες. Άρα μειώθηκε, δεν αυξήθηκε και μάλιστα θεαματικά. Ο ΣΥΡΙΖΑ έσπευσε να σχολιάσει πως «ο ΔΟΜ, που με τις εφημερίδες του, τρεις μέρες πριν σωθούν οριστικά οι συντάξεις, ανήγγειλε το κόψιμό τους, δικαιούται πλέον, ως Διαστροφικός Όμιλος Μαρινάκη, βραβείο Πουλι-τζερ. Με μια λεπτομέρεια: Το Πουλί να είναι φοίνικας που αναγεννάται από τις στάχτες του».

Την ίδια ώρα η Public Issue έδωσε στην ΝΔ προβάδισμα 16,5% και η Pulse εντόπισε την διαφορά 9,5%. Η έρευνα της Palmos για το Tvxs μείωσε την διαφορά στις 7 μονάδες. Πού είναι η αλήθεια; H αλήθεια είναι πως μαζί με το κύρος της εφημερίδας τα Νέα -που αναγκάστηκε να διορθώσει το δημοσίευμά της- οι εταιρείες δημοσκοπήσεων που συμμετέχουν στην μετατροπή μιας επιστημονικής διαδικασίας σε προπαγάνδα δεν έχουν χάσει μόνο το κύρος τους, αλλά μπορεί να διαπράττουν σοβαρά πολιτικά εγκλήματα παραπληροφόρησης -πράγμα που μπορεί να οδηγήσει σε νόθευση του εκλογικού αποτελέσματος.

Ένα μεγάλο ποσοστό των ψηφοφόρων χειραγωγούμενο θα ψηφίσει αυτό που δείχνουν οι δημοσκοπήσεις ως πρώτο κόμμα. Ένα άλλο επίσης μεγάλο ποσοστό που θα πάει να ψηφίσει ένα μικρό κόμμα δεν θα πάει ή δεν θα το ψηφίσει -αν πεισθεί ότι δεν πρόκειται μπει στη Βουλή. Κι ένα τρίτο θα κάνει αυτό που έχουν κάνει τα τελευταία χρόνια περίπου δυο εκατομμύρια ψηφοφόροι: θα απέχει -αηδιασμένο από τον τρόπο που ασκείται η πολιτική στην Ελλάδα.

Η πολιτική στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια ασκείται με ένα τρόπο διαφορετικό από την εποχή που ένα κόμμα ήταν απαγορευμένο, ένα άλλο ύποπτο για συμπόρευση με το παράνομο και στις εκλογές οι πολίτες ψήφιζαν ανάμεσα σε δυο κόμματα -και μερικές φορές έβγαινε -χάρη στο εκλογικό σύστημα- αυτό που έβγαινε …δεύτερο!

Το τεράστιο σκάνδαλο για την χρηματοδότηση των κομμάτων που αποκαλύπτεται χάρη στην πολιτική ανατροπή -να εκλεγεί επιτέλους κι ένα κόμμα πέρα από την δικομματική εναλλαγή στην εξουσία- συνίσταται σε μια απλή πρακτική: Τα κόμματα εξουσίας όριζαν τους κανόνες του παιχνιδιού με μεγάλα μέσα ενημέρωσης και όλοι μαζί έπαιρναν δάνεια με τα χρήματα των οποίων εξασφάλιζαν την νίκη στις εκλογές μέσα από την διαπλοκή κόμματα – τράπεζες- μέσα ενημέρωσης.

Ήταν μια δημοκρατική παραλλαγή του αιώνιου συστήματος όπου διάφορα κόμματα συμμετείχαν -με άνισους όρους- στις εκλογές -που καμιά φορά γινόταν με νοθεία- αλλά έβγαινε συνήθως το ένα -που αν δεν τα κατάφερνε ερχόταν μια δικτατορία. Από τότε η δημοκρατία μπορεί να θεωρηθεί και μηντιοκρατία και η ανατροπή του 2015 μπορεί να είναι μια ιστορική στιγμή όπου ένας νεαρός από ένα κόμμα του 3% -που έμπαινε, δεν έμπαινε στη Βουλή- σάρωσε ως πρώτο κόμμα και σχημάτισε κυβέρνηση -χάρη στο μπόνους των 50 εδρών- και τη συμμαχία με ένα άλλο μικρό κόμμα.

Από μόνο του αυτό το γεγονός σε μια Βουλή που έχουμε δυο-τρία ονόματα στην πολιτική από γνωστές πολιτικές οικογένειες είναι μια επανάσταση που ανέτρεψε ένα καθεστώς το οποίο πράγματι κινδυνεύει όπως λένε τόσο ο Αντώνης Σαμαράς, όσο και ο Ευάγγελος Βενιζέλος, αλλά και ο πρώην πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης που μιλάει για «περαστικούς ενοίκους».

Ανεξάρτητα από την κρίση για το έργο αυτής της κυβέρνησης οι επόμενες εκλογές θα κρίνουν το αν η παλινόρθωση του καθεστώτος θα θέσει τέλος σ΄αυτή την «αυθαιρεσία» -να κυβερνούν «περαστικοί ένοικοι», εχθροί της «αστικής δημοκρατίας», βουλευτές και υπουργοί- «ερασιτέχνες»- που δεν τους περίμενε κανένας.

Μεταξύ των άλλων -χάρη στην κρισιμότητα της χρεοκοπίας- ο ΣΥΡΙΖΑ πήρε τις εκλογές κόντρα στα μήντια και η συσπείρωση των δυο παλιών κομμάτων -μαζί με μήντια και επιχειρηματίες που έχουν την δύναμη να αγοράζουν μέσα ενημέρωσης και δημοσκοπήσεις- δίνουν μια διάσταση στην αναμέτρηση που κινείται πέρα από την σύγκρουση Νέας Δημοκρατίας και ΣΥΡΙΖΑ κι ακόμα περισσότερο ανάμεσα στον Αλέξη Τσίπρα και τον Κυριάκο Μητσοτάκη -που αν πιστέψουμε τις δημοσκοπήσεις είναι για ένα ανεξήγητο λόγο πιο δημοφιλής -και για να παραμείνει ορισμένοι επικοινωνιολόγοι του συνιστούν να εμφανίζεται …λιγότερο.

Η αλήθεια που προκύπτει από όλες τις δημοσκοπήσεις είναι πως ο κόσμος είναι δυσαρεστημένος από την κυβέρνηση, αλλά και -76% λέει μια δημοσκόπηση- από την αντιπολίτευση. Άρα οι εκλογές θα κριθούν όχι από την δύναμη των δυο κομμάτων -που μαζί δεν ξεπερνά το 60%- αλλά από την αποχή από τις εκλογές, που είναι ενδεχόμενο -σε ένα άρρωστο πολιτικό κλίμα- να αυξηθεί, όσο και η πιθανόν αδήλωτη υποστήριξη σε ακροδεξιές «αντισυστημικές» δυνάμεις- που άλλωστε κερδίζουν έδαφος σε όλο τον κόσμο.

Οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν αόριστα και σε ποσοστά την σταθερή δύναμη ή την άνοδο της Χρυσής Αυγής που μαζί με ένα κόμμα που μαζί με κηραλοιφές πουλάει και ελληνικές λύσεις κι άλλες δυνάμεις είναι πρωτοφανή για την ελληνική  πραγματικότητα. Είναι αδύνατο να δουν πιθανές εκπλήξεις και «ποσοστό» σημαίνει ότι η αποχή θα τα δυναμώσει, όσο η συμμετοχή θα τα εξανεμίσει:  αν όσοι έφυγαν από την κάλπη τα τελευταία χρόνια επέστρεφαν για κάποιο λόγο η Χρυσή Αυγή θα έβλεπε τα ποσοστά της να κινούνταν προς το όριο του 3 %.

Τα Μαθηματικά των δημοσκοπήσεων είναι μια μαγική εικόνα. Αν πράγματι η ΝΔ φτάνει στο 38% στις εκλογές μπορεί να ξεπεράσει τα 40%. Αν όμως η αναγωγή από το 32%- όπως μας λέει η ίδια δημοσκόπηση -πριν την «εκτίμηση» ψήφου- είναι αυθαίρετη, τότε η διαφορά ανάμεσα στα δύο κόμματα -της τάξης του 5-6%, όπως λένε άλλες δημοσκοπήσεις- είναι εύκολο να σημαίνει «οριστική ανατροπή» στην άλλη κατεύθυνση: αν ο ΣΥΡΙΖΑ καταφέρει να αποσπάσει ένα 3% από το αντίπαλο κόμμα- θα κερδίσει τις εκλογές.

Προφανώς αν η διαφορά δεν είναι 16%, αλλά μικρότερη- με μια δεξαμενή ψήφων κυρίως για τον ΣΥΡΙΖΑ μιλάμε για ένα ντέρμπι που θα κριθεί από την κυβερνητική πολιτική ως τις εκλογές, την πιθανή αντισυσπείρωση που θα προκαλέσει η ίδια δημοσκόπηση, ώστε τελικά από το να φύγει ο Τσίπρας θα πάμε στο να μην έρθει ο Μητσοτάκης.

Για την Palmos Αnalysis υπάρχει «σημαντική αύξηση της αβεβαιότητας στο εκλογικό τοπίο, καθώς το ποσοστό των μετέωρων ψηφοφόρων αυξάνεται, σε σχέση με την προηγούμενη μέτρηση του Σεπτεμβρίου κατά 7 ποσοστιαίες μονάδες. «Η «τράπουλα» των εκλογικών δεδομένων φαίνεται να ανακατεύεται ξανά».

» Υπάρχει ένα σημαντικό στοιχείο που συμβάλει στην μείωση της διαφοράς από την Νέα Δημοκρατία: οι απευθείας διαρροές ψηφοφόρων του Κυβερνώντος κόμματος προς την Αξιωματική Αντιπολίτευση μειώνονται δραστικά από το 15% στο 8%, καθώς ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ που δήλωναν το προηγούμενο διάστημα ότι κατευθύνονταν προς την ΝΔ, σήμερα δηλώνουν ότι το ξανασκέπτονται» θα γράψει ο Πασχάλης Τεμενεκίδης.

Οι δημοσκοπήσεις που αυθαίρετα κάνουν αναγωγές για να φτάσουν την ΝΔ στο 38% μεταξύ των άλλων βλέπουν και άνοδο του Κινάλ- που διασφαλίζει και την ήττα του ΣΥΡΙΖΑ- καθώς …ωφελείται από την προφυλάκιση του Γιάννου Παπαντωνίου και το άνοιγμα των τραπεζικών λογαριασμών του Κώστα Σημίτη. Άλλες δημοσκοπήσεις δείχνουν πως έχασε δυνάμεις από τον Σεπτέμβριο και πως το 86% του εκλογικού σώματος συμφωνεί με το άνοιγμα των λογαριασμών του.

Η βιασύνη ορισμένων δημοσκόπων- πιθανότατα και η πιεστική ανάγκη να βγάλουν αυτοδύναμη τη ΝΔ- συνήθως με ενίσχυση του Κινάλ -που κινδυνεύει με εξαφάνιση αν όχι σ΄αυτές σε επόμενες εκλογές- μετατρέπουν μια χρήσιμη επιστήμη σε φτηνό μέσο προπαγάνδας, χειραγώγησης και πλαστογράφηση της αλήθειας.

Ωστόσο τώρα πια δεν κρίνεται μόνο η εκλογική επιρροή των κομμάτων, αλλά και η αξιοπιστία των δημοσκοπήσεων που ξέρουμε με βεβαιότητα πια ότι …θα πέσουν έξω. Το ερώτημα είναι πόσο θα πέσουν έξω και ποιες θα είναι οι εκπλήξεις που θα έχουμε σ΄αυτές τις ιδιαίτερες, κρίσιμες, εκλογές σε ένα ρευστό, θολό, αβέβαιο πολιτικό σκηνικό που θα κρίνει το πολιτικό σύστημα και την τύχη σχεδόν όλων των πολιτικών κομμάτων.

Το μόνο βέβαιο μέσα σ΄αυτό το κλίμα όπου ο κόσμος δεν μιλάει, αλλά είναι απογοητευμένος, οργισμένος και βουβός, είναι πως τα πράγματα δεν θα συμβούν όπως λένε ορισμένες δημοσκοπήσεις που παρουσιάζουν το ψέμα ως αλήθεια.