Το καθεστώς Μητσοτάκη, η «σιωπή των αμνών», τα ΜΜΕ και η Δικαιοσύνη: η μόνη λύση είναι ισχυρή κυβέρνηση επανίδρυσης της ελληνικής δημοκρατίας

Του Νίκου Λακόπουλου

«Η Ελλάδα σήμερα είναι γεμάτη συζητήσεις για εκβιασμό, Watergate και ένα μυστικό αστυνομικό κράτος που χρησιμοποιεί ένα διάχυτο, νόμιμο πρόγραμμα παρακολούθησης με περισσότερες από 15.000 παραγγελίες μόνο πέρυσι».

Οι New York Times με λίγες λέξεις περιέγραψαν τι συμβαίνει στην Ελλάδα σήμερα τονίζοντας ότι το σκάνδαλο θυμίζει τις παλιές σκοτεινές ημέρες της στρατιωτικής χούντας στην Ελλάδα. Μόνο που η χούντα δεν είχε σκεφθεί πως μπορείς να χειραγωγήσεις τα μέσα ενημέρωσης χωρίς λογοκρισία και να στήσεις ένα συγκεντρωτικό αστυνομικό κράτος με τη Βουλή ολάνοιχτη.

Ούτε είχε την ανάγκη όταν αποκαλύπτεται πως παρακολουθεί πολτικούς αντιπάλους να πει πως ο Πρωθυπουργός δεν το ήξερε, αλλά η παρακολούθηση ήταν νόμιμη -οπότε και είναι ακατανόητο γιατί αποπέμφθηκε ο διοικητής της ΕΥΠ.

¨Εκανε ό,τι έπρεπε να κάνει -γι’ αυτό είχε προσληφθεί άλλωστε -παράνομα αν η κυβέρνηση δεν έκανε κάτι απλό: άλλαξε το νόμο και η πρόσληψη έγινε νόμιμη.

Όπως νόμιμη είναι και η παρακολο΄΄υθηση δημοσιογράφων και δεκαεφτά χιλιάδων πολιτών. Νόμιμη είναι η δημιουργία ΕΥΠ μέσα στην ΕΥΠ, νόμιμη η ανάθεση της υπηρεσίας π΄ληροφοριών στον ανηψιό του πρωθυπουργού. Ν΄όμιμη η δημιουργία ενός προσωπικού καθεστώτος όπου την εξουσία δεν έχει καν η κυβέρνηση, αλλά μια παρακρατική -αλλά νόμιμη- ομάδα που δεν ελέγχει το κράτος, αλλά το έχει καταλάβει -όπως έκανε ο Μητσοτάκης με την ΕΥΠ, την ΕΡΤ και το ΑΠΕ με νόμιμο, αλλά πραξικοπηματικό τρόπο.

Πολύ πριν συμβεί αυτό ο Κυριάκος Μητσοτάκης -που του οργάνωσε το πρώτο επιχειρηματικό δείπνο ο Φρουζής της Novartis για να τον προωθήσει ως νέο τότε πολιτικό- κατέλαβε το κόμμα του με ένα επίσης νόμιμο τρόπο.

Πώς έφτασε από αουτσάιντερ στις εσωκομματικές εκλογές καθώς χάλασαν τα μηχανήματα κι αναβλήθηκαν οι εκλογές για να τις κερδίσει τελικά είναι ένα ζήτημα που δεν έχει ερευνηθεί αρκετά. Αλλά μέσα σε λίγους μήνες ο Κυριάκος Μητσοτάκης κατέλαβε το κόμμα, κατήργησε την ηγεσία της νεολαίας του και εγκατέστησε ένα δικό του μηχανισμό επιβάλλοντος σιωπή στους βουλευτές του.

Το πολίτευμα, η Δικαιοσύνη και τα ΜΜΕ

Μόνο ένας βουλευτής -ως τώρα- μίλησε για τις υποκλοπές -ο Θ. Τζαβ΄άρας: «Το θέμα είναι πολύ σοβαρό. Η λειτουργία του πολιτεύματος έχει δεχθεί ισχυρό πλήγμα και ο πρωθυπουργός οφείλει να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων».

Ο πρωθυπουργός ν’ αφήσει τα πράγματα να εξελιχθούν με διαδικασίες αμερόληπτες και ανεπηρέαστες, τόσο στο πολιτικό, όσο και στο κοινοβουλευτικό επίπεδο -λέει. Και διατυπώνει μια αυτονόητη πρόταση:

«Θα μπορούσε, συνεπώς, ο εισαγγελέας Αρείου Πάγου να ερευνήσει τυχόν πράξεις ή παραλείψεις της εισαγγελέως που είναι αποσπασμένη στην ΕΥΠ, για να κριθεί η νομιμότητα των ενεργειών της».

Ο βουλευτής προχωρά όμως σε μια άλλη καίρια διαπίστωση «Είναι ντροπή για τη Δημοκρατία η στάση των συστημικών Μέσων Ενημέρωσης. Δεν μπορεί σ’ όλο τον κόσμο μεγάλα Μέσα με παγκόσμια εμβέλεια ν’ ασχολούνται μ’ αυτή την υπόθεση και τα δικά μας να τη θεωρούν ήσσονος σημασίας. Δεν είναι δημοκρατική στάση αυτό».

Η αλήθεια είναι πως τις τελευταίες μέρες το θέμα απασχολεί τα μέσα ενημέρωσης ως ένα θέμα «πολιτικής αντιπαράθεσης» χωρίς λεπτομέρειες. «Παγιδευμένο στις αντιφάσεις το Μαξίμου» διαβάζουμε στην Καθημερινή. «Σε αιφνίδια αλλά ταυτοχρόνως βαθιά κρίση αξιοπιστίας βυθίζεται η κυβέρνηση, και ειδικότερα ο στενός κύκλος του πρωθυπουργικού περιβάλλοντος»

Η συνταγματική εκτροπή δηλαδή είναι θέμα αξιοπιστίας και το μόνο θέμα είναι πώς ο Κυριάκος Μητσοτάκης μίλησε για «αντικειμενική πολιτική ευθύνη του γενικού γραμματέα του γραφείου του Πρωθυπουργού», ενώ όλες τις προηγούμενες ημέρες το Μέγαρο Μαξίμου ισχυριζόταν ότι η παραίτηση του Γρηγόρη Δημητριάδη έγινε για λόγους αποφόρτισης του κλίματος πολιτικής τοξικότητας;

Για το Βήμα «ο κ. Μητσοτάκης φέρει την πολιτική ευθύνη της επιλογής των προσώπων, που αν μη τι άλλο πρόδωσαν την εμπιστοσύνη του και μπήκαν στον πειρασμό να μετατρέψουν έναν μηχανισμό εθνικής ασφάλειας σε εργαλείο πολιτικού εκβιασμού, παραβιάζοντας τις αρχές και αξίες που εκείνος διεκήρυττε…».

Βέβαια ο «προδομένος» Μητσοτάκης «όσο θα περνά ο καιρός και δεν θα δίδει αξιόπιστες απαντήσεις, τόσο η κυβερνησιμότητά του θα φθίνει. Πολύ δε περισσότερο αν αποκαλυφθούν και άλλες αστήρικτες και πολιτικά προβληματικές υποκλοπές».

Για την Καθημερινή «‘ενα μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας.. θέλει να μάθει τι πραγματικά συνέβη στην υπόθεση των παρακολουθήσεων. Και στη συνέχεια να βεβαιωθεί ότι δεν θα ξανασυμβούν και πως θα υπάρξουν αλλαγές σε πρόσωπα και θεσμούς που θα διασφαλίσουν ότι το ελληνικό κράτος μπορεί να προστατεύσει τα εθνικά συμφέροντα, χωρίς να παραβιάζει θεμελιώδεις αρχές της δημοκρατίας μας».

Ούτε κουβέντα για… παραίτηση – αν και όπως διαπιστώνει ο διευθυντής του Βήματος «Ας μη γελιόμαστε, το πλήγμα που εδέχθη ο κ. Μητσοτάκης είναι μέγα. Ετρώθη η αξιοπιστία του, κλονίστηκε η εμπιστοσύνη στο πρόσωπό του και η διακυβέρνησή του υπονομεύθηκε.

Το καθεστώς Μητσοτάκη και η Δημοκρατία

Στο μεταξύ η «Καθημερινή» γράφει για παρακολουθήσεις τηλεφωνικών συνομιλιών τουλάχιστον επτά – οκτώ πολιτικών από την ΕΥΠ μέσω «νόμιμης» επισύνδεσης. «Το Predator, λένε, δεν αγοράστηκε αλλά νοικιάστηκε για συγκεκριμένο διάστημα».

Η «νόμιμη» επισύνδεση ωστόσο είναι παράνομη όπως θα πει στην Αυγή ο ομότιμος καθηγητής Νομικής και τέως υπουργός Δικαιοσύνης Μιχάλης Σταθόπουλος και οι εισαγγελικές Αρχές έπρεπε ήδη να είχαν διατάξει τουλάχιστον προκαταρκτική εξέταση.

Ο εισαγγελέας Αρείου Πάγου κάλεσε αμέσως τον δημοσιογράφο Τάσο Τέλλογλου όταν υπαινίχθηκε πως παρακολουθούνταν ο Μητσοτάκης επί κυβέρνησης, ξέχασε τον δημοσιογράφο Θανάση Κουκάκη και ερευνά τις διαρροές για τις παρακολουθήσεις κι όχι τις ίδιες τις παρακολουθήσεις με τις οποίες πιθανό να ασχολείται κάποιος πταισματοδίκης.

Το σκάνδαλο των μέσων ενημέρωσης και η αργοπορία της Δικαιοσύνης μάλλον είναι εξίσου σοβαρά με τις υποκλοπές -που αφορούν πια όχι έναν ευρωβουλευτή και έναν δημοσιογράφο, αλλά είκοσι χιλιάδες πολίτες.

Τι θα βρουν οι εκπρόσωποι της Βουλής ή κάποιας ανεξάρτητης αρχής ΄όταν -κάποτε- μπουν στα άδυτα της ΕΥΠ; Γιατί παρακολουθούσε τον Ανδρου΄λάκη η ΕΥΠ και πόσους άλλους -πολιτικούς, δημοσιογράφους, υπουργούς και πολ΄΄ιτες- παρακολουθεί;

«Αν ήταν νόμιμη η εντολή του Πρωθυπουργού να μη διενεργηθεί παρακολούθηση, είναι παράνομη η απόφαση του διοικητή της ΕΥΠ να τη διενεργήσει και η έγκριση της με εισαγγελική διάταξη» θα γράψει ο Ευάγγελος Βενιζέλος που ζητά να κινηθεί η ποινική Δικαιοσύνη -παράλληλα με την Βουλ΄ή.

Με την αστεία δικαιολογία -αν ήξερα δεν θα΄ τόκανα- ο Κυριάκος Μητσοτάκης για την «νόμιμη» παρακολο΄ύθηση του Νίκου Ανδρουλάκη ξέχασε την Υπόθεση Κουκάκη -ίσως γιατί ήταν λάθος η παρακολούθηση ενός πολιτικού, αλλά όχι και η παρακολούθηση δημοσιογράφων που ερευνούν κυβερνητικά σκάνδα΄λα.

Το έγκλημα του Κυριάκου Μητσοτάκη δεν είναι μόνο η παρακολούθηση ενός πολιτικού αντιπάλου, αλλά η υπονόμευση του δημοκρατικού καθεστώτος με την δημιουργία μιας μυστικής αστυνομίας μέσα σε ένα κράτος που λειτουργεί με μεθόδους παρακράτους.

Αν υπάρχει ποινική ευθύνη -που υπάρχει αφού η ΕΥΠ λειτουργεί υπό την εποπτεία του, αυτή θα κριθεί από μια κυβερνητική πλειοψηφία και μια ελεγχόμενη Δικαιοσύνη.

Το πρόβλημα είναι πιο σοβαρό από μια παρακολούθηση που έγινε… κατά λάθος. Αν ο Μητσοτάκης παραιτηθεί και η Νέα Δημοκρατία διατηρήσει την κυβέρνηση η κατάσταση θα εκτονωθεί, αλλά η δικαιοσύνη δεν θα αποδοθεί.

Αν παραιτηθεί και πάμε σε εκλογές θα πρέπει να ηττηθεί για να πάμε σε Προανακριτική Επιτροπή που έχει προαναγγείλει ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ και να βρεθεί πιθανόν σε ένα Ειδικό Δικαστήριο.

Αλλά μόνο μια κυβέρνηση ισχυρή μπορεί να ΄καταργήσει το παρακρατικό καθεστώς χωρίς πολιτικές περιπέτειες. Μια κυβέρνηση που θα προκύψει όχι απλά στο όνομα της πολιτικής αλλαγής, αλλά της δημοκρατίας. Μια ισχυρή κυβέρνηση επανίδρυσης της ελληνικής δημοκρατίας.

Η έστω προσωρινή αυτή κυβ΄έρνηση δεν μπορεί να είναι κυβέρνηση δύο κομμάτων και δεν θα πρέπει να έχει μέτωπο απέναντι στη Νέα Δημοκρατία, αλλά το καθεστώς Μητσοτάκη.