Παρασκευή 20 Οκτωβρίου 2017 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Το μυστικό της διαπραγμάτευσης για το χρέος και ο αρνητικός ρόλος του Μητσοτάκη- κάποιος να του μιλήσει

Του Γ. Λακόπουλου

Ας αρχίσουμε με τα απλά. Π.χ. μια χώρα έχει μόνο δυο πηγές χρηματοδότησης της οικονομίας της. Τον εαυτό της -το παραγόμενο προϊόν της συν τις κοινοτικές εισροές στην περίπτωση της Ελλάδας ως κοινοτικής χώρας- και τις αγορές ή τις ξένες τράπεζες. Καθώς καμία χώρα δεν μπορεί να ζήσει με το ΑΕΠ της, καταφεύγει σε δανεισμό, τον οποίο εξυπηρετεί με νέο δανεισμό.

Προϋπόθεση του δανεισμού είναι το δημοσιονομικό προφίλ της χώρας και η εν γένει οικονομική της κατάσταση. Αυτή βελτιώνει διαρκώς με αλλαγές και μεταρρυθμίσεις που παρακολουθούν τις εξελίξεις.

Αυτές τις μεταρρυθμίσεις όφειλαν να κάνουν τα κόμματα που κυβερνούσαν από τη Μεταπολίτευση και κυρίως από τη δεκαετία του 1980 που εντάχθηκε η χώρα στην κοινοτική Ευρώπη και είχε άφθονη χρηματοδότηση και τεχνική στήριξη.

Δεν το έκαναν, αντίθετα σπατάλησαν τους πόρους σε ψηφοθηρία και τους κατέστησαν λεία της διαφθοράς και της βουλιμίας οικονομικών παραγόντων, ρίχνοντας ταυτόχρονα κοκάλα στην κοινωνία για να μην αντιδρά. Ή πηγαίνοντας με τα νερά της όταν αντιδρούσε σε σωτήριες παρεμβάσεις, όπως έκανε ο Σημίτης το 2001 που ξήλωσε τον Τάσο Γιαννίτση επειδή οι συνδικαλιστές του ΠΑΣΟΚ που τον είχαν κάνει πρόεδρο δεν ήθελαν την ασφαλιστική μεταρρύθμιση.

Στις εκλογές ο Καραμανλης για πρώτη φορά στην ιστορία κατέθεσε… πρόγραμμα λιτότητας. Ουσιαστικά έκανε πάσα στον αντίπαλο του, καθως το αποτέλεσμα των εκλογών ήταν προδιαγεγραμμένο. Αλλά ο Παπανδρέου επέμενε στο πρόγραμμα παροχών που πρότεινε με το σύνθημα λεφτά υπάρχουν. Ηταν η δεύτερη χαμένη ευκαιρία

Συνεπώς για τη χρεοκοπία, τη διαφθορά, την καθυστέρηση η αποκλειστική ευθύνη βαρύνει το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ που εναλλάσσονταν στην εξουσία. Η πολιτική τους μοιραία οδήγησε στην εκτίναξη του χρέους και τα τρέχοντα δημοσιονομικά ελλείμματα, παρά την ενδιάμεση, επιφανειακή βελτίωση λόγω της ΟΝΕ. Άρα και στην αδυναμία εξυπηρέτηση του δανεισμού.

Η πορεία του χρέους

Όταν ετέθησαν τα κριτήρια του Ευρώ το δημόσιο χρέος της Ελλάδας όφειλε να τείνει προς το… 60% του ΑΕΠ αρχικά, αλλά με την ελαστικότητα που ίσχυσε στην πορεία όφειλε να κινείται κάτω του 100%.

Με διάφορους τρόπους η κυβέρνηση Σημίτη το πέτυχε και στις 31 Δεκεμβρίου 1999 η Ελλάδα είχε αυτό το κριτήριο ένταξης στην Ευρωζώνη.

Επί των κυβερνήσεων Καραμανλή, τις οποίες έπληξε και η διεθνής κρίση,το χρέος εκτινάχθηκε στο 125%, δεδομένου ότι είχαν αναληφθεί υποχρεώσεις από το παρελθόν που έληγαν σ’ αυτή την περίοδο και συνεπώς υπήρχε ανάγκη δανεισμού.

Η κυβέρνηση Καραμανλή έχοντας κάνει την υγιή επιλογή της απογραφής το 2004 έχασε την ευκαιρία να σταθεροποιήσει την οικονομία το 2007 παίρνοντας μέτρα – προφανώς λόγω της ισχνής πλειοψηφίας της στη Βουλή.

Εν τω μεταξύ είχε εγκαταλείψει τις διακηρύξεις της κατά τη διαφθοράς και το στόχο ανασυγκρότησης του κράτους. Μέρος του πολιτικού προσωπικού της αποδείχθηκε ακατάλληλο και επιπλέον ο Καραμανλής βρέθηκε στη γωνιά από την ανήλεο πόλεμο που του κήρυξε η διαπλοκή, λόγω του νομού για το βασικό μέτοχο. Πιο απλά γιατί ξεδόντιαζε τους μηχανισμούς απομύζησης του δημοσίου χρήματος με την ισχύ που έδινε σε προμηθευτές του δημοσίου η κατάληψη του τηλεοπτικού φάσματος και η χειραγώγηση του πολιτικού συστήματος.
Πάντως το 2009 η χώρα με το έλλειμμα σε απολυτή εκτροπή, ήταν σε θέση να δανείζεται με λογικά επιτόκια -ήτοι οι αγορές την εμπιστεύονταν. Το βασικό πρόβλημά της ήταν η πορεία προς την ύφεση και η εκτίναξη του ελλείμματος ο έλεγχος του οποίου θα σήμαινε και ανάσχεση της πορείας αύξησης του χρέους.

Και τα δυο μπορούσαν να αντιμετωπιστούν με αποφασιστικές εσωτερικές παρεμβάσεις. Δηλαδή λιτότητα και μεταρρυθμίσεις, που θα έστελναν καθησυχαστικά μηνύματα στις αγορές και θα δημιουργούσαν προϋποθέσεις εκ νέου ανάπτυξης ώστε η αύξηση του ΑΕΠ να διορθώσει αυτομάτως το δημοσιονομικό προφίλ της χώρας.

Οι χαμένες ευκαιρίες του 2009

Ο Καραμανλής έχοντας επίγνωση της αδυναμίας στην οποία βρέθηκε με την αποτυχία των υπουργών του και το πόλεμο των «νταβατζήδων», το 2009 έκανε δυο προσπάθειες να κρατήσει τα πράγματα σε πορεία επιβίωσης.

Πρώτα κάλεσε τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης Γιώργο Παπανδρέου να συμπράξει στην ασφαλιστική μεταρρύθμιση που ήταν ο πυρήνας του δημοσιονομικού προβλήματος της Ελλάδας, αλλά εισέπραξε αλαζονική άρνηση. Ήταν μια χαμένη ευκαιρία.

Χωρίς να το αντιλαμβάνεται, στην καλύτερη περίπτωση, ο τότε Πρωθυπουργός -όπως φάνηκε από την εμφάνιση του στο φόρουμ του Νταβός- οδηγούσε στη χρεοκοπία, με την δολιότητα ότι θα τη φορτώσει στον προκάτοχό του!

Δεύτερον, αφού είχε χάσει τις Ευρωεκλογές, προκήρυξε πρόωρη προσφυγή στις κάλπες για να μετριάσει και τις συνέπειες από τον εκβιασμό Παπανδρέου ότι στις προεδρικές εκλογές που θα ακολουθούσαν πρώτα θα καταψήφιζε τον Κάρολο Παπούλια -για να γίνουν πρόωρες εκλογές και ντα τις κερδίσει- και μετά θα τον υπερψήφιζε!

Στις εκλογές ο Καραμανλής για πρώτη φορά στην ιστορία κατέθεσε… πρόγραμμα λιτότητας. Ουσιαστικά έκανε πάσα στον αντίπαλο του, καθώς το αποτέλεσμα των εκλογών ήταν προδιαγεγραμμένο. Αλλά ο Παπανδρέου επέμενε στο πρόγραμμα παροχών που πρότεινε με το σύνθημα λεφτά υπάρχουν. Ήταν η δεύτερη χαμένη ευκαιρία.

Εν τω μεταξύ ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας Γιώργος Προβόπουλος ενημέρωσε τους διεκδικητές της εξουσίας ότι το έλλειμμα θα υπερβεί το 10%.

Όταν το ΠΑΣΟΚ κέρδισε τις εκλογές ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου ως υπουργός Οικονομικών έκρινε ότι η πρόβλεψη -ΠΡΟΒΛΕΨΗ- του προκατόχου του για 6%, και ατύπως 8% ήταν ανέφικτη.

Αντί να πάρει αμέσως μέτρα, έσπευσε αμέσως στο Eurogroup να ανακοινώσει πρόβλεψη για 12,6%, και στη συνέχεια να παρομοιάσει την Ελλάδα με «Τιτανικό». Ταυτόχρονα η κυβέρνηση διαβεβαίωνε ότι το προεκλογικό της πρόγραμμα ήταν αδιαπραγμάτευτο και έκανε παροχές. Ήταν η τρίτη ευκαιρία που χάθηκε.

Από εκείνο το σημείο η κατάσταση ξέφυγε, χωρίς να το αντιλαμβάνεται -στην καλύτερη περίπτωση- ο τότε Πρωθυπουργός, όπως φάνηκε από την εμφάνιση του στο φόρουμ του Νταβός, οδηγούσε στη χρεοκοπία, με τη δολιότητα ότι θα τη φορτώσει στον προκάτοχό του!

Τα επιτόκια εκτινάχθηκαν η χώρα δεν μπορούσε να δανειστεί για να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της και εφτά μήνες μετά τις εκλογές η τότε κυβέρνηση την οδήγησε σε διεθνή οικονομικό έλεγχο και το πρώτο Μνημόνιο. Ουδείς κατάλαβε ποιος το αποφάσισε και ποιος διαπραγματεύθηκε.
Το χειρότερο; Απεδείχθη ανίκανη να υλοποιήσει όσα περιλάμβανε ώστε εντός διετίας, κατά την πρόβλεψη, να ξαναβγεί η χώρα στις αγορές. Εν τω μεταξύ, λόγω του δανεισμού των 110 δισ. ευρώ, το χρέος ξεπέρασε το 170% του ΑΕΠ, το οποίο άρχισε να συρρικνώνεται δραματικά.

Το χρέος αυξάνει… μειούμενο

Μοιραία επακολούθησε το δεύτερο Μνημόνιο. Αλλά ενώ το έλλειμμα άρχισε να διορθώνεται, το χρέος μεγάλωνε παρά το κούρεμα του – λόγω του νέου δανεισμού που προσέθεσε αλλά 140 δισ. στο χρέος.

Οι μεταρρυθμίσεις καθυστερούσαν και η κυβέρνηση Παπαδήμου, με υπουργό Οικονομικών τον Βενιζέλο που ανέλαβε να διαχειριστεί το κούρεμα του χρέους στον ιδιωτικό τομέα -όπως αποφασίσθηκε στη συνοδό Κορυφής με κυβέρνηση Παπανδρέου- στην Ελλάδα… κούρεψε και τον δημόσιο τομέα ! Έτσι τίναξε στον αέρα κυρίως τα ασφαλιστικά ταμεία τα οποία υποχρεωτικά είχαν τα λεφτά τους σε ομόλογα του δημοσίου.

Η κυβέρνηση Σαμαρά που ελλείψει ανάπτυξης επιδόθηκε σε επέκταση της φορομπηχτικής πολιτικής που είχε αρχίσει η κυβέρνηση Παπανδρέου εφορμώντας και στην ακίνητη περιουσία για να περιορίσει το έλλειμμα.

Τελικά ανατίναξε το κλείσιμο του δεύτερο Μνημονίου αρνούμενη την 5η αξιολόγηση του το Δεκέμβριο του 2014 για κομματικούς λόγους: για να αφήσει έναν σκελετό στην επερχόμενη κυβέρνηση Tσίπρα και να την καταστήσει παρένθεση. Άφησε όμως χρέος πάνω από 320 δισ. – όσο είναι πάντα, παρά το τρίτο Μνημόνιο Τσίπρα.

Πράγματι ο Τσίπρας που ανέβαινε κάνοντας τυχοδιωκτική και ανεύθυνη πολιτική και υποσχόμενος τα πάντα, κέρδισε τις εκλογές αλλά έχασε την κοινή λογική.

Αντί να επιδιώξει έναν έντιμο συμβιβασμό με τους Ευρωπαίους με ένα ήπιο Μνημόνιο -εξασφαλίζοντας τη χρηματοδότηση της χωράς ώστε να επιδοθεί στην εσωτερική εξυγίανση- ανέθεσε τη διαπραγμάτευση σε ακραίους έως παράφρονες.

Μοιραία το καλοκαίρι του 2015 οδηγήθηκε σε αδιέξοδο και αναγκάσθηκε να αλλάξει πολιτική. Προς τιμήν του ζήτησε επιβεβαίωση της λαϊκής εντολής.

Το πρόβλημα της εμπιστοσύνης

Ο λόγος πέρα από τις εσωτερικές πολιτικολογίες είναι απλός: δεν εμπιστεύονται το ελληνικό πολιτικό σύστημα. Προσοχή; Όχι την κυβέρνηση Τσίπρα. Αντίθετα της αναγνωρίζει- ο ίδιος ο Σόιμπλε- ότι έκανε τα περισσότερα από κάθε άλλη. Το πολιτικό σύστημα στο σύνολό του

Αφού απαλλάχθηκε από το ακραίο τμήμα του κόμματος του, ο Τσίπρας άρχισε να κάνει όσα κατήγγειλε. Υλοποίησε με θαυμαστή αξιοπιστία τις προβλεπόμενες μεταρρυθμίσεις από το Μνημόνιο -το δανεισμό των 86 δισ. του οποίου δεν χρειάσθηκε καν να εξαντλήσει- και όλοι στην Ευρώπη δέχονται την πρόοδο που έγινε.

Αυτή η πρόοδος έφερε τη χώρα στο σημείο να ξαναβλέπει ως εφικτή την έξοδο της στις αγορές – και το δέχονται όλοι. Αλλά η τελευταία προϋπόθεση, η διευκόλυνση στην αποπληρωμή το χρέους- και η συνακόλουθη ένταξη στο μηχανισμό ποσοτικής χαλάρωσης- καθυστερούν, εξ αιτίας της Γερμανίας.

Ο λόγος πέρα από τις εσωτερικές πολιτικολογίες είναι απλός: δεν εμπιστεύονται το ελληνικό πολιτικό σύστημα. Προσοχή; Όχι την κυβέρνηση Τσίπρα. Αντίθετα της αναγνωρίζει- ο ίδιος ο Σόιμπλε- ότι έκανε τα περισσότερα από κάθε άλλη. Το πολιτικό σύστημα στο σύνολό του.

Η Μέρκελ που έχει κρατήσει την Ελλάδα στην Ευρωζώνη -μαζί με τον Γιούνκερ- θεωρεί ότι τα ελληνικά κόμματα δεν είναι σε θέση να διαχειριστούν χωρίς «επίβλεψη» τη συνέχεια επιστροφής της ελληνικής οικονομίας στην κανονικότητα και προτιμάει την συνεχιστή της επιτήρησης, αλλά χωρίς χρηματοδότηση. Δηλαδή για ένα διάστημα ακόμη οι Έλληνες πρέπει να ζήσουν με τα λεφτά που βγάζουν αν δεν θέλουν να χρεοκοπήσουν. Αν αλλάξει γνώμη μετά την πιθανή επανεκλογή της θα το δούμε.

Ποιοι ρόλο παίζει ο Μητσοτάκης;

Στο σημείο αυτό αναδεικνύεται ο ρόλος του Κυριάκου Μητσοτάκη ως αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Ενώ θα μπορούσε να είναι ρόλος που θα τον καταξίωνε ως πολιτικό εθνικής ευθύνης είναι ρόλος που καταστρέφει την προοπτική της χώρας.

Τα πράγματα είναι απλά. Όσοι δεν εμπιστεύονται το ελληνικό πολιτικό σύστημα περιμένουν στην Ελλάδα μια κίνησή που θα τους πείσει να το εμπιστευθούν. Τη συμφωνία κυβέρνησης – αντιπολίτευσης. Όπως έγινε σε όλες τις χώρες που ήταν σε πρόγραμμα. Και όπως έγινε και στην Ελλάδα το 212 όταν υποχρέωσαν τον Σαμαρά να δεχθεί -με υπογραφή- την συμφωνία του στο δεύτερο Μνημόνιο.

Είναι δηλαδή μια κίνηση που μόνο ο Μητσοτάκης μπορεί να κάνει. Όσο αρνείται επιβεβαιώνεται η επιφύλαξη για την ανωριμότητα του ελληνικού πολιτικού συστήματος και οι αποφάσεις για το χρέος καθυστερούν.

Αν δεν θα υπάρξει ούτε στις 15 Ιουνίου, ή στις 22 Ιουνίου απόφαση η αποκλειστική ευθύνη θα βαρύνει τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης που στέλνει λάθος μήνυμα -κυνηγώντας πρόωρα και τυφλά την εξουσία.

Άλλωστε αυτόν δείχνουν ως υπεύθυνο όσοι επιφυλάσσονται για τη συνέχεια. Δεν τον αντιμετωπίζουν ως ένα αναμονή πρωθυπουργό -ειδικά οι Γερμανοί τον έχουν στον πάγο- ενώ είναι γνωστό ότι έγιναν σκέψεις να τον υποχρεώσουν σε συμφωνία, αλλά εγκαταλείφθηκαν.

Σε κάθε περίπτωση πάντως σε όλες τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες και κυρίως στις Βρυξέλλες, αλλά και εκείθεν του Ατλαντικού, όλοι συγκλίνουν ότι η στάση του αρχηγού τη ΝΔ είναι εξ αντικειμένου υπονομευτική για τη χώρα. Τόσο σήμερα αλλά και για το μέλλον. Με το, «όχι σε όλα» της πολιτικής του νομιμοποιεί την ίδια στάση και της επομένης αντιπολίτευσης, αν αυτός γίνει πρωθυπουργός- οπότε η χώρα τινάζεται στον αέρα.

Επιπλέον τους κάνει εντύπωση ότι χαρακτηρίσει «4ο Μνημόνιο» την αυτονόητη συνέχιση της επιτήρησης με οποιαδήποτε κυβέρνηση. Μάλιστα προσθέτει -σαν να επιχαίρει- «χωρίς λεφτά», ενώ γνωρίζει ότι αλλά δάνεια από τις χώρες τις Ευρωζώνης δεν είναι δυνατό να υπάρχουν.

Ποιος μας παίρνει στο λαιμό του

Να επιτρέψουμε στην αρχή. Η Ελλάδα μπορεί να ζήσει εφεξής είτε με τα λεφτά της -από τα οποία πρέπει να αποπληρώνει και το υπέρογκο χρέος της- είτε με προσφυγή στις αγορές. Στα τελευταία εφτά χρόνια που δεν μπορεί να βγει στις αγορές αναπληρώνει την αδυναμία της με δανεισμό από τους εταίρους της στην Ευρωζώνη.

Αυτός ο δανεισμός τελειώνει τον Ιούλιο του 2018. Στη συνέχεια είχε δυο δρόμους:

Ο ένας είναι να ζει μόνο με τα λεφτά της -άρα θα φτωχύνει και άλλο ο πληθυσμός της- μέχρι να μπορέσει να ανακάμψει η οικονομία της. Χωρίς να χρεοκοπήσει κάτι μάλλον αδύνατο. Άρα η πιθανότητα εξόδου από την Ευρωζώνη και η ολοκληρωτική καταστροφή καραδοκεί.

Ο άλλος είναι να σταλεί στις αγορές το μήνυμα ότι η χώρα είναι πάλι αξιόχρεη και μπορεί να αντλήσει τη χρηματοδότηση που χρειάζεται με κανονικό τρόπο.

Για να ληφθεί αυτή η απόφασή από τους δανειστές και την Ευρώπη πρέπει το πολιτικό της σύστημα να στείλει μήνυμα συμπόρευσης σε μια πολιτική εξόδου από την κρίση που υπερβαίνει τους εκλογικούς κύκλους και θα χρειαστεί πολλές κυβερνήσεις ακόμη.

Ο Μητσοτάκης φέρνει την ευθύνη να κάνει αυτό το βήμα. Όσο δεν το κάνει μας παίρνει στο λαιμό του. Αλλά μαζί υπογράφει και την καταδίκη του από τον ελληνικό λαό που δεν καταναλώνει μόνο δημοσκοπήσεις.

Το χειρότερο γι’ αυτόν είναι να πετύχει το στόχο του να πάρει την κυβέρνηση και να μην υπάρχει χώρα να κυβερνήσει. Εξ αιτίας του. Τώρα που είναι η κρίσιμη στιγμή, μήπως πρέπει κάποιος να του μιλήσει;