
Του Μελέτη Ρεντούμη
Η πρόσφατη παρουσίαση του βιβλίου «Ιθάκη» του Αλέξη Τσίπρα προκάλεσε έντονο πολιτικό ενδιαφέρον, όχι μόνο επειδή ο πρώην πρωθυπουργός επανέρχεται στο δημόσιο προσκήνιο με μια προσωπική αφήγηση, αλλά και επειδή επαναφέρει στο επίκεντρο την πιο ταραχώδη περίοδο της σύγχρονης ελληνικής πολιτικής ιστορίας: το 2015.
Παρά τον πολιτικό θόρυβο και το έντονο ενδιαφέρον που προκάλεσε το βιβλίο δεν λείπουν οι επικριτικές φωνές που θεωρούν ότι το βιβλίο του Αλέξη Τσίπρα λειτουργεί περισσότερο ως προσπάθεια αποκατάστασης της εικόνας του παρά ως ουσιαστική αυτοκριτική για τα γεγονότα του 2015.
Μάλιστα πολλά στελέχη του πολιτικού του χώρου, ακόμη και πρώην συνεργάτες του, σημειώνουν ότι παρότι ο συγγραφέας περιγράφει με λεπτομέρειες τις διαπραγματεύσεις, δεν αναλαμβάνει με πλήρη καθαρότητα την ευθύνη για τις επιλογές που οδήγησαν την Ελλάδα στο τρίτο μνημόνιο μετά από μια περίοδο έντονης αβεβαιότητας που παραλίγο να οδηγήσει στην έξοδο από την Ευρωζώνη.
Κριτική ασκείται κυρίως στο γεγονός ότι παρουσιάζει τη διαπραγματευτική στρατηγική της κυβέρνησής του ως αναγκαστική και επιβεβλημένη από τις περιστάσεις, χωρίς να αναγνωρίζει επαρκώς ότι η έλλειψη προετοιμασίας, η σύγκρουση με τους εταίρους και η επιλογή μιας ρητορικής μετωπικής αντιπαράθεσης συνέβαλαν στη ραγδαία επιδείνωση της δημοσιονομικής και τραπεζικής κατάστασης. Πολλοί επισημαίνουν ότι το βιβλίο δεν απαντά πειστικά στο ερώτημα γιατί δεν υπήρξε εναλλακτικό σχέδιο, ούτε εξηγεί με διαφάνεια τους λόγους για τους οποίους οδηγήθηκε η χώρα σε capital controls, κλειστές τράπεζες και σε μια νέα συμφωνία λιτότητας, παρά το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, ενώ δεν αναλύει σε καμία περίπτωση της ευθύνες της κυβέρνησής του και του ιδίου για τα τραγικά γεγονότα στο Μάτι.
Εκτός αυτού, στελέχη της αντιπολίτευσης κατηγορούν τον Α.Τσίπρα ότι υποβαθμίζει τις άμεσες οικονομικές συνέπειες εκείνης της περιόδου, αποφεύγοντας να αναγνωρίσει τον ρόλο της κυβέρνησης στην ανασφάλεια που προκάλεσε στους πολίτες και στις επιχειρήσεις.
Παράλληλα, θεωρούν ότι προσπερνά τις προειδοποιήσεις εγχώριων και ευρωπαϊκών θεσμών, όπως και τις ρωγμές στο τραπεζικό σύστημα, οι οποίες εντάθηκαν εξαιτίας των συγκρούσεων της Αθήνας με τους πιστωτές. Ορισμένοι σχολιαστές υποστηρίζουν ότι ο συγγραφέας επιχειρεί να παρουσιάσει τον εαυτό του ως τον μοναδικό υπεύθυνο που πλήρωσε το τίμημα, χωρίς όμως να αναγνωρίζει ότι οι πραγματικές επιπτώσεις βάρυναν την ελληνική οικονομία και κοινωνία με έναν νέο γύρο μέτρων, ύφεσης και πίεσης.
Από την πλευρά ορισμένων στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ, η κριτική επικεντρώνεται στο ότι το βιβλίο αγνοεί τις εσωκομματικές διαφωνίες της εποχής, παρουσιάζοντας μια εικόνα συλλογικής ευθύνης που, όπως υποστηρίζουν, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Κάνουν λόγο για επιλεκτική μνήμη, τονίζοντας ότι δεν γίνεται ουσιαστική αναφορά στις προειδοποιήσεις που είχαν απευθύνει τότε στελέχη του οικονομικού επιτελείου, ούτε σε πρόσωπα που αποχώρησαν λόγω της διαφωνίας τους με τη στρατηγική της κυβέρνησης.
Γενικότερα, το επικριτικό αφήγημα υπογραμμίζει ότι η «Ιθάκη» λειτουργεί περισσότερο ως εξισορρόπηση της πολιτικής παρακαταθήκης του Αλέξη Τσίπρα παρά ως ειλικρινής επανεξέταση λαθών. Αντί να αναμετρηθεί με τα προβλήματα που προκάλεσαν οι αποφάσεις της περιόδου 2015, όπως η θεαματική υποχώρηση της εμπιστοσύνης των αγορών, η απώλεια ρευστότητας και η αποδυνάμωση του τραπεζικού κλάδου, προτιμά όπως λένε οι επικριτές του, να μεταθέσει την ευθύνη σε εξωτερικούς παράγοντες και να υπογραμμίσει μόνο τις πιέσεις που δέχθηκε.
Παρόλα αυτά, η συζήτηση που έχει ανοίξει αναδεικνύει τη σημασία του βιβλίου ως πυροδότη μιας νέας πολιτικής αντιπαράθεσης και ως πιθανό προοίμιο της αναθερμασμένης πολιτικής παρουσίας του Α.Τσίπρα, ιδιαίτερα ενόψει των σεναρίων για τη δημιουργία νέου κόμματος από το 2026.
Συμπερασματικά, το βιβλίο προκαλεί ενδιαφέρον αλλά και έντονη αμφισβήτηση, καθώς πολλοί θεωρούν ότι η αφήγησή του δεν συνοδεύεται από το βάθος αυτογνωσίας που θα απαιτούσε μια τόσο κρίσιμη περίοδος για τη χώρα και γι’ αυτό παραμένει ένα πολιτικά φορτισμένο έργο που αντικατοπτρίζει περισσότερο τις προθέσεις του συγγραφέα παρά μια αντικειμενική αποτίμηση των γεγονότων.
Ο Μελέτης Ρεντούμης είναι οικονομολόγος τραπεζικός

