Τραγωδία και κτηνωδία μιας πόλης

Του Μάνου Στεφανίδη

Τρομάζω με την κτηνωδία του φ.μπ. Την ανώνυμη χυδαιότητα, την διαστρέβλωση, την συλλογική υποκρισία, την ακαταδάμαστη αναισθησία. Την ευκολία των αναθεμάτων και των γενικεύσεων. Το φτηνό μίσος όλων προς όλους και την νοσηρότητα του καθενός.

Έχουμε λοιπόν και λέμε:

Πέθανε με φριχτό θάνατο. Ας μην τον διασύρουμε άλλο. Ούτε άγιος, ούτε ήρωας. Όμως νεκρός πια. Μακριά και από τη ζωή και από τις ευκαιρίες ή τις αδυναμίες που η ζωή ή προσφέρει ή προκαλεί. Εφόσον πρόκειται πλέον για ένα ακόμη θλιβερό θύμα και της ζωής του της ίδιας αλλά και μίας πόλης που σταδιακά γίνεται ζούγκλα και έχει πλέον γκετοποιηθεί. Είναι άθλιο λοιπόν να αντιδικούμε πάνω από το πτώμα ενός νέου ανθρώπου που πρόλαβε να διαλύσει τον εαυτό του προτού οι υπόλοιποι τού διαλύσουν το κρανίο με τον τρόπο που πάντες οι υποκριτές αυτής της χώρας είδαμε.

Και που εξακολουθούμε να θέλουμε να αντλήσουμε πολιτικά οφέλη από ένα ράκος όλοι οι ουσιαστικοί ένοχοι: Φιλισταίοι «ακτιβιστές», πολιτικοί επαναστάτες που σιχαίνονται τους «νοικοκυραίους» επειδή ίσως θα ήθελαν να τούς μοιάσουν έχοντας σπίτι, οικογένεια κλπ, ρυπαρά κομματόσκυλα που βρήκαν την ευκαιρία για προεκλογική κατήχηση, συλλογικότητες που κάνουν συνδικαλισμό με την επιθυμία και που θεωρούν την εκπόρνευση για τη δόση πράξη αντίστασης. Έχω φίλους ομοφυλόφιλους που δεν έχουν καμία σχέση με όλο αυτό το νοσηρό κλίμα. Απεναντίας.

Και έπειτα όλοι εμείς οι άλλοι που ανεχόμαστε παθητικά αυτή την αυξανόμενη παρακμή στο όνομα του δικαιωματισμού, που επιτρέπουμε την διάχυτη και πολλαπλά θεσμοθετημένη βία στο όνομα της δημοκρατίας και την έλλειψη ασφάλειας, πρόληψης, επιβολής του νόμου στο όνομα της ελευθερίας.

Δηλαδή σε όλα αυτά που οδηγούν στην αυτοδικία, τον νόμο της ζούγκλας και την μετατροπή των πολιτών σε αγέλη που είτε κλωτσάει έναν αιμόφυρτο πεσμένο κάτω, είτε ακόμα χειρότερα, παρακολουθεί παθητικά το θέαμα σαν να είναι Σαρβάιβορ.

Κι έπειτα το κράτος και οι εκπρόσωποι του … που δεν εμφανίζονται ποτέ όταν υπάρχει ανάγκη βυθίζοντας στην απελπισία τους νοικοκυραίους – Ξεχάσαμε μάλλον γρήγορα το Μάτι. Και που όταν εμφανίζονται, τα κάνουν όλα λάθος. Επειδή στερούνται της πιο βασικής κοινωνικής μόρφωσης, εξίσου και ανεκπαίδευτοι και ευνουχισμένοι. Πραιτωριανοί δηλαδή ενός συστήματος που πλέον τούς χρησιμοποιεί αποκλειστικά για την ασφάλεια των υψηλών προσώπων. Της εγχώριας νομενκλατούρας, δεξιάς και αριστερής. Για τους υπόλοιπους είναι ανύπαρκτοι.

Έχω μάθει, προσωπικά, να λειτουργώ με εικόνες: Από τη μια λοιπόν βλέπω τις μεραρχίες των μπάτσων που ανέβηκαν στη Σαλονίκη για να προστατεύσουν έναν νεαρό, αριστερό πρωθυπουργό ο οποίος πήγε νύχτα, κρυφά, με το προεδρικό αεροσκάφος κι όχι εκείνο της γραμμής και που κατέλυσε στο Μακεδονία Παλλάς με την συνοδεία 11 ( έντεκα ) αυτοκινήτων ασφαλείας!

Κι από την άλλη παρατηρώ το αφύλακτο, έκθετο κέντρο. Από το τουριστικό Γκάζι ως την ερημωμένη Ομόνοια μέσω Μενάνδρου και πλατείας Θεάτρου. Εδώ σάς θέλω ευαίσθητοι. Τί, εν προκειμένω, κάνετε οι πονόψυχοι; Εκατοντάδες είναι όλοι αυτοί που σέρνονται και τρυπιούνται μέρα και νύχτα στα πεζοδρόμια και τις γωνίες της πόλης, από το Πεδίο του Άρεως ως την πλατεία Εξαρχείων, με τους εμπόρους και τα βαποράκια να επιτελούν το έργο τους ανενόχλητοι υπό τα βαριεστημένα ή και ένοχα όμματα του Δήμου, της Αστυνομίας, των υγειονομικών υπηρεσιών, των ποικίλων Πανεπιστημίων και Πολυτεχνείου(!) … δηλαδή του κράτους ημών και της κρατικής μας παρακμής εν γένει. Και βέβαια εμπρός στα μάτια των παιδιών που προφανώς δεν έχουν δικαιώματα αλλά είναι έκθετα σε κάθε είδους ασχημία.

Προσωπικά, πάλι, σέβομαι τους περισσότερο τους νοικοκυραίους παρά τους Ρουβίκωνες. Δηλαδή όλους αυτούς που προσπαθούν να επιβιώσουν ανάμεσα στη βρώμα, τη βία, τη πορνεία, την παρακμή την εγκατάλειψη, το ναρκεμπόριο γύρω από την πλατεία Βικτωρίας, την Κυψέλη, το Μεταξουργείο κλπ. Όλους όσοι κάθε Παρασκευή και Σάββατο από τις 11 μ.μ έως τις 2 π.μ υφίστανται τον θεσμικό πόλεμο των δακρυγόνων στη Στουρνάρη και Τοσίτσα. Εκεί, στο άβατο της Πατησίων όπου οι δύσμοιροι επιβάτες των λεωφορείων κατεβαίνουν για να συνεχίσουν με τα πόδια και τα τρόλεϊ αλλάζουν σιωπηρά διαδρομή. Κύριε Σκουρλέτη, εσείς βέβαια δεν έχετε τέτοια προβλήματα στην ασφαλή Εκάλη. Οι υπόλοιποι;

Τί συμβαίνει λοιπόν τώρα; Όλος αυτός ο εγκαταλελειμμένος και ανυπεράσπιστος κόσμος έχει παραδοθεί από «προοδευτικά» χέρια στους τραμπούκους της Χρυσής Αυγής και στην προπαγάνδα όσων επιμένουν ότι ο κανόνας είναι η εξαίρεση κι ότι αν δεν ντύνεσαι drag queen, είσαι άγευστος της αληθινής ζωής. Αυτή η διευρυμένη ανομία και η αντίληψη «ο σώζων εαυτόν σωθήτω» είναι που εκτρέφουν τον ρατσισμό, την ομοφοβία, την έμφυλη βία.

Από την άλλη οι «δικαιωματιστές» και οι οπαδοί της νεφελώδους και χύμα πολυπολιτισμικότητας κατακεραυνώνουν τους αστούς και τα πάθη τους όταν δεν κάνουν και οι ίδιοι τα ανάλογα. Δηλαδή όταν οι μικροί δεν ανακουφίζονται στη Φυλής και οι μεγάλοι, οι πιο ψαγμένοι, στα σκοτεινά της πλατείας Αιγύπτου ή της Κουμουνδούρου … με νεαρούς Αφγανούς ή Κούρδους. Με την υποκρισία να περισσεύει. Από κάθε πλευρά.

Όχι, το τελευταίο θύμα του γενικευμένου, κοινωνικού εκφασισμού δεν είναι ούτε ήρωας, ούτε άγιος. Γι’ αυτό και δεν μπορεί να γίνει παράδειγμα. Αφού ούτε καν έζησε τη ποθητή διαφορετικότητα ή την έκσταση που ίσως ονειρευόταν. Αλλά ούτε και τον έρωτα, φοβάμαι, όπως τον δικαιούται κάθε ανθρώπινη ύπαρξη ασχέτως κοινωνικών απαγορεύσεων. Εκτός κι αν έρωτας είναι να ψαρεύεται κανείς στα μπαρ ή τους «ειδικούς» χώρους για μια νύχτα. Ο ανυπεράσπιστος νεκρός της Γλάδστωνος έζησε περισσότερο το κυνηγητό, την αρρώστια, την εξάρτηση και τελικά τη βία. Της οποίας βίας έγινε ο ίδιος και θύτης και θύμα…

ΥΓ. Οι δικαιωματιστές, οι προοδευτικοί, οι συλλογικότητες, όλο το politically correct που πουλάει το gay parade ως πράξη ελευθερίας αγνοώντας το σκοτεινό, ιδεολογικό κιτς που υποκρύπτει, θα εκτονωθούν στους φυσικούς αυτουργούς του δράματος. Αγνοώντας τους αληθινούς πλην αόρατους. Τους ηθικά υπεύθυνους. Οι οποίοι είναι έτοιμοι για την επόμενη τραγωδία. Ίσως επειδή υπάρχει και εδώ η υπόγεια σχέση του βασανιστή με το θύμα του.