Πέμπτη 17 Αυγούστου 2017 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

ΥΓ για τον ΔΟΛ: η σχέση αναγνώστη -εφημερίδας βασίζεται στο σεβασμό και την εμπιστοσύνη

Του Γ. Λακόπουλου

Είναι λογικό όσοι μετείχαν σε ένα έγκλημα να προσπαθούν να συγκαλύψουν πριν από όλα ότι υπήρξε έγκλημα- αν χαρακτηρίσουμε έτσι την κατάσταση στην οποία περιήλθαν οι δυο εφημερίδες του ΔΟΛ.

Ο καθένας  φυσικά μπορεί να έχει τη γνώμη του. Αλλά μόνο ως κακόγουστο -η κακογουστιά  ως γνωστόν περιέχει και τη  χυδαιότητα- αστείο μπορεί να χαρακτηριστεί η θεωρία ότι αυτή η κατάσταση δημιουργήθηκε από την …. επιμονή τους  στη δημοσιογραφική ανεξαρτησία και την υπεράσπιση κάποιων αρχών, που χαρακτήρισαν την διαδρομή του ΔΟΛ- σε ό,τι αφορά την πολιτική γραμμή του και ό,τι συμπαρασύρει αυτή.

Πράγματι το Συγκρότημα μεγαλούργησε γιατί είχε αυτά τα χαρακτηριστικά: δημοκρατικές αρχές και πίστη στην ελευθερία του λόγου και την ανεξαρτησία της ενημέρωσης- όπως και πίστη στην ακεραιότητα και τη ηθική των ανθρώπων. Οπως είχε και εκδοτική συνέπεια. Οι περισπουδαστες δικαιολογίες για την παραβίασή της ειναι προφάσεις εν αμαρτίαιες.

Δεν γίνεται να είναι οι ίδιες  αρχές που οδηγούσαν για δεκαετίες στην υποστήριξη της Δημοκρατικής  Παράταξης- έτσι όπως ορίζεται ιστορικά-  και από ένα σημείο και πέρα να οδηγούν στην  υπεράσπιση της Δεξιάς του  Σαμαρά, του Κυριάκου και των πρώην βουλευτών του ΛΑΟΣ.

Προσοχή. Δεν μιλάμε για τις στήλες με ρεπορτάζ και πληροφορίες.  Κανείς δημοσιογράφος δεν μπορεί να ελέγχεται γιατί παραθέτει πληροφορίες, εφόσον είναι ακριβείς. Η αληθεια  είναι ιερή.

Μιλάμε για μονομερή, έως εμπαθή, προσπάθεια επηρεασμού του φρονήματος των αναγνωστών υπέρ της μιας πλευράς και υπέρ την άλλης -σε πλήρη αντίφαση με την προϊστορία ενός μέσου ενημέρωσης, άρα και των κριτηρίων επίλογής του από το κοινό. Καθόλου αθώο και καθόλου δημοσιογραφικό. Και δεν είναι και σοφό, όταν αποβαίνει σε βάρος μιας εφημερίδας.

Δεν χρειάζονται ούτε εξυπνάδες ούτε σοφιστείες εκ του πονηρού  και σάλτσες. Γιατί κατέρρευσε ο ΔΟΛ μπορεί να το πληροφορηθεί κανείς αν ρωτήσει τους  παραδοσιακούς αναγνώστες του,  που από ένα χρονικό σημείο και πέρα άρχισαν να μην θέλουν ούτε να πιάνουν στα χέρια τους τις εφημερίδες του.

Μπορεί να ρωτήσει όσους  επί σειρά ετών τηλεφωνούσαν καθημερινά στα γραφεία και των δυο εφημερίδων για να διαμαρτυρηθούν.

Όχι γιατί ο ΔΟΛ έκανε επίδειξη αμεροληψίας, πλουραλισμού και ελεύθερης διακίνησης ιδεών. Γιατί διαπίστωναν το αντίθετο. Αυτές ήταν οι αρχές για τις οποίες πολλοί από αυτούς τους αναγνώστες  έκαναν αγώνες- με προσωπικό κόστος- δεν αμπελοφιλοσοφούσαν.

Από αυτούς  τους αναγνώστες άρχισε η αποδυνάμωση. Αυτοί σταμάτησαν να βάζουν στα σπίτια τους το ΒΗΜΑ και τα ΝΕΑ .

Πρέπει να έχει κανείς πολύ σαλταδόρικες ικανότητες για να καταφέρει να συνδυάζει ας πούμε τον Σημίτη – για να  μην μιλήσουμε για τον Ανδρέα Παπανδρέου που είναι κόκκινο πανί για  ορισμένους -με  τον Άδωνι Γεωργιάδη. Οι  αναγνώστες δεν έχουν.

Και οι  πιο απλοί άνθρωποι έχουν ιδεολογία. Μια κοσμοθεωρία, που διαμορφώνεται με πολιτικά, κοινωνικά, ιστορικά, αισθητικά κριτήρια, αλλά και με προσωπικά και οικογενειακά βιώματα.

Με βάση αυτά επιλέγουν το κόμμα στο οποίο εμπιστεύονται την ψήφο τους. Οι πιο πολιτικοποιημένοι εμπιστεύονται και την  καθημερινή αγωνιστική στάση τους – πολλοί έχουν και από αυτό- στις αρχές και τις αξίες που πρεσβεύει αυτό το κόμμα. Η επιλογή εφημερίδας ή ραδιοτηλεοπτικού σταθμού για να ενημερώνονται ακολουθεί.

Συνιστά τεκμήριο αλαζονείας να νομίζει κάποιος που έχει, ή που γράφει σε μια εφημερίδα, – ή που έχει ή που εκφωνεί τις ειδήσεις σε ένα κανάλι- ότι μπορεί  οδηγήσει τον πολίτη στην κάλπη που θέλει. Ειδικά όταν πίσω από την προσπάθεια του  είναι ορατές οι ιδιοτέλειες .

Εφόσον οι αναγνώστες πρώτα ασπάζονται ιδεολογία, πρώτα διαλέγουν κόμμα και μετά  εφημερίδα, αυτοί που αγοράζαν τις εφημερίδες του Συγκροτήματος ήταν γνωστής  πολιτικής προέλευσης: ψήφιζαν ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ, ΚΚΕ, κεντρώες δυνάμεις.  Αυτή ήταν η Δημοκρατική Παράταξη -και αυτή είναι.

Αυτούς εξέφραζαν τα έντυπα του ΔΟΛ. Καθόλου στατικά, αλλά παρακολουθώντας την κίνηση των πραγμάτων. Δηλαδή με προοδευτικό πνεύμα. Χωρίς κανείς να το επιβάλει λογοκριτικά.  Έτσι ήταν. Αυτοί ήταν οι άνθρωποί τους. Αυτή  ήταν η κουλτούρα του «μαγαζιού». Το  Συγκρότημα προσλάμβανε  διωκώμενους κομμουνιστές.  Σήμερα  οι  σελίδες των εφημερίδων του  αναμασούν τις διατυπωσεις της μετεμφυλιακης Δεξιάς για τους  <κουκουέδες>  και  προειδοποιούν  για  την  σχεδιαζόμενη κατάλυση της αστικης Δημοκρατίας στην Ελλάδας- και των στυλοβατών του  εγχωριου καθεστώτος της αρπαχτής προφανώς.

Όταν οι εφημερίδες -δια της αρθρογραφίας, δεν μιλάμε για την ειδησογραφία- σταμάτησαν να  εκφράζουν τους  αναγνώστες  τους, αυτοί απλώς εγκατέλειψαν. Ενίοτε και με οργή γιατί αισθάνθηκαν ένα είδος προδοσίας, διαπιστώνοντας ότι οι εφημερίδες που στήριξαν με τον οβολό τους -επειδή ανταποκρίνονταν στις αντιλήψεις τους-  άλλαξαν προσανατολισμό και αντιλήψεις.

Και Δημοκρατική Παράταξη και Δεξιά δεν γίνεται. Χωρίς προφανώς να αποκλείει κανείς την οριζόντια ανάπτυξη των προοδευτικών ιδεών στο πολιτικό  φάσμα. Ασφαλώς μπορεί να είναι προοδευτικός κάποιος που ψηφίζει ένα κόμμα της συντηρητικής παράταξης και αντιστρόφως.  Τα άλλα είναι κουτοπονηριές.

Ποια είναι τα κόμματα και οι πολιτικοί της Δημοκρατικής Παράταξης και της Δεξιάς είναι οριοθετημένο από δεκαετίες. Δεν θα το  διαμορφώσει τώρα το πολιτικό μάρκετινγκ του Σαμαρά, του Κυριάκου -ή του Βενιζέλου-  που προσπαθεί να πείσει ότι δεν υπάρχουν διαχωριστικές γραμμές.

Εκεί είναι το πρόβλημα του σημερινού  ΔΟΛ- πέρα από τα προβλήματα υπερδανεισμού, διαχείρισης, και πέρα από τη  βουή του πλήθους για το ρόλο και τις συμπεριφορές προσώπων και μηχανισμών.

Οι εφημερίδες του, από ένα σημείο και πέρα, με συγκεκριμένη αρθρογραφία- έδειξαν ότι στρατεύονται με την αντίπαλη παράταξη. Δεν ήταν κριτική στον ΣΥΡΙΖΑ- που την αξίζει.  Δεν ήταν ελεύθερη έκφραση γνώμης. Ήταν προβολή της ΝΔ.  Μάλλον τυχοδιωκτικά,  αν κριθεί από την αποκάλυψη ότι υπήρξε επιδίωξη να στρατευθεί και με τη σημερινή κυβέρνηση -και απέτυχε επειδή δεν βρήκε ανταπόκριση.

Για ποια αμεροληψία μιλάμε; Για κανονική κήρυξη πολέμου πρόκειται,  που σε πολλές περιπτώσεις έφτανε στον κανιβαλισμό και συμπαρέσυρε κάθε έννοια δημοσιογραφικής  δεοντολογίας -που αποτελεί  θεμέλιο του αστικού καθεστώτος και του  πολιτισμού μιας ευρωπαϊκής δημοκρατικής χώρας, αν θέλουμε να αναφερθούμε σ αυτά..

Δεν πρόκειται  για την τρέχουσα πολιτική  αναμέτρηση μεταξύ των κομμάτων και ποιος επικρίνει ποιον σε μια εφημερίδα. Αφορά πρωτίστως αρχές, παραδόσεις  και αξίες. Π.χ. ο ΔΟΛ τιμούσε πάντα την ιστορία και την ιδεολογία της Αριστεράς, δεν τη χλεύαζε και δεν την παραποιούσε από τις στήλες του.

Ο ΔΟΛ στήριζε τους αγώνες των εργαζομένων, τις απεργίες και τις κινητοποιήσεις τους, δεν καλούσε κανέναν να στραφεί εναντίον τους. Αναγνώριζε τα σύμβολα που ανέδειξε η διαχρονική αναμέτρηση της Δημοκρατικής Παράταξης με τη Δεξιά.

Στον παλιό ΔΟΛ δεν θα λιγωνόταν κανείς  μπροστά στη ρητορική του Γεωργιάδη και δεν έμενε αδιάφορος στο ύφος της δημόσιας  παρουσίας του-  όπως και του Πολάκη φυσικά και άλλων. Δεν θα στήριζαν μονομερώς το Μνημόνιο. Δεν θα γύριζαν την πλάτη στους ανθρώπους της καθημερινότητας με κηρύγματα.

Δεν θα επέτρεπαν συμπεριφορές που παραπέμπουν σε ιδιοτέλειες και άλλα κόλπα,  δακτυλοδεικτούμενα και επωφελή για  όσους τα οργανώνουν, αλλά επιζήμια για την εγκυρότητα και την αξιοπιστία. Και κάτι ακόμή: αναδείκνυαν δημοσιογράφους, δεν έδιωχναν…

Οι δυο Λαμπράκηδες είχαν την άποψη τους για τη σχέση του Συγκροτήματος που δημιούργησαν με  τη Δημοκρατική Παράταξη. Ασφαλώς δια των εφημερίδων τους ήθελαν να την επηρεάζουν. Αλλά αισθανόταν τμήμα της. Στη διαδρομή  τους αναμετρήθηκαν και με παράγοντες του δημοκρατικού  χώρου. Αλλά με τα πρόσωπα, ποτέ με τον χώρο. Και ποτέ για λογαριασμό της Δεξιάς.

Ο Ψυχάρης, προτού τον εγκαταλείψουν οι δυνάμεις του και υποχρεωθεί  να λειτουργεί μέσω τρίτων που τον οδηγούσαν σε στρατηγικά λάθη, είχε την πρόνοια να ακολουθεί αυτή την παράδοση. Αλλά ύστερα ήλθαν οι μέλισσες…

Εν κατακλείδι τα έντυπα του ΔΟΛ  αποδυναμώθηκαν γιατί άλλαξαν γραμμή και δεν τον έκαναν δια των αρχών τους. Το έκαναν κατά παράβασή τους.  Απο τις σελίδες τους πέρασε ο αφρός της ελληνικής διανόησης, της δημοσιογραφίας και της πολιτικής , όταν έπειθαν  ότι η σχέση της εφημερίδας με τον αναγνώστη είναι σχέση εμπιστοσύνης και σεβασμού.  Όταν χάθηκαν αυτά, χάθηκαν και οι αναγνώστες και μαζί το κύρος του Συγκροτήματος. Τα υπόλοιπα απλώς ακολούθησαν.

Γιατί χάθηκαν το ξέρουν όλοι.  Όπως ξέρουν και πώς θα επιστρέψουν.