Όλα για την έξοδο της Ασπασίας

Γράφει ο Χρήστος Γκίμτσας

(Ιt’ s the economy, stupid . Βill Clindon. – Είναι η οικονομία, βλάκα. Μπιλ Κλίντον)

ση σκόνη και αν ρίξουν οι πολιτικοί πάνω στην κοινωνία, όπως γίνεται αυτές τις μέρες, για να κρύψουν τα πραγματικά προβλήματά της, ένα είναι το κυρίαρχο , και εκεί θα κριθούν όλα: Η οικονομία της χώρας , αλλά και του καθένα ξεχωριστά.)

Ο Νέστορας την είχε ζήσει την ζωή του. Παράπονο δεν είχε κανένα. Και όσες στραβές του έτυχαν τις ξεπέρασε χωρίς κλάψες και μιζέριες. Λεβεντάνθρωπος με τα όλα του. Μία ζωή στο τιμόνι. Πότε στα ανατρεπόμενα-τι μπάζα και αμμοχάλικα κουβάλησε, δεν λέγεται-, πότε στα φορτηγά , μεταφορές και τέτοια και στο τέλος οδηγός στα ΚΤΕΛ . Από εκεί πήρε και την σύνταξη.

Είχε γυρίσει όλη την χώρα και δεν υπήρχε δρόμος που να μην τον γνωρίζει. Δικό του όμως φορτηγό δεν μπόρεσε να αποκτήσει. Ακόμα και τις παλιές εποχές που έβγαινε μπόλικο χρήμα, αυτός το χέρι το είχε ανοιχτό. Τάισε αρκετά ξενυχτάδικα και καμπόσες απ’ αυτές που τις έλεγαν παρδαλές. Και πώς θα γινόταν διαφορετικά, τι σoφεράντζα θα ήταν.  Στην πιάτσαπάντα ο Νέστορας με το όνομα και δεν ήταν λίγες εκείνες που θαύμαζαν το μουστάκι «ποντικοουρά» που διατηρούσε καλά ζυγισμένο στο απανόχειλό του.

Όταν πρωτοείδε την Ασπασία έμεινε με το στόμα ανοιχτό και είπε: « Αυτήν θέλω» και την πήρε με παππά και με κουμπάρο και με άσπρο κουστούμι μία ανοιξιάτικη Κυριακή. Γυναίκα με τα όλα της η Ασπασία και όχι μόνο στο κορμί αλλά και στο μυαλό. Από τότε που την παντρεύτηκε, ο Νέστορας μαζεύτηκε. Ούτε ξενυχτάδικα, ούτε ταβέρνες ούτε αρπαχτές σε ξένα κρεβάτια.  Του έκανε και δύο λεβέντες, που λες και τους έφτυσε στο στόμα, εκεί, στο τιμόνι και αυτοί. Φευγάτοι και οι δύο, σε τουριστικά γραφεία δούλευαν. Που τους έχανες που τους εύρισκες, πάντα κάπου από το εξωτερικό τηλεφωνούσαν.

Η Ασπασία πέρασε καλά μαζί του. Αρχόντισσα με τα όλα της και το άξιζε. Και στα γλέντια και στα λούσα, πρώτη . Όταν όμως του έλεγε να μαζέψει το χέρι γιατί έρχονται και τα δύσκολα, αυτός εκεί, στο ξόδεμα.

«-Να κλείσω εγώ μέσα την Ασπασία; Να πάω να πνιγώ».

Ευτυχώς όμως στο τέλος κατάφερε να τον στριμώξει και με κάτι οικονομίες και ένα μικροδάνειο μπόρεσαν και πήραν το δυαράκι . Εκεί μεγάλωσε τα παιδιά της και έχουν τώρα ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι τους .
Τώρα όμως τα πράγματα στένεψαν . Την σύνταξη την κούρεψαν και την ξανακούρεψαν και κάτι λίγα που υπήρχαν στην άκρη, τελείωσαν. Όπως όλοι, έτσι και ο Νέστορας έβαλε τα δύο πόδια σε ένα παπούτσι για να τα φέρει βόλτα .

Ούτε που φανταζόταν όμως πως θα καταντούσε να πάει τα παλιά ρούχα σε ένα μικροράφτη για επιδιόρθωση. Ποιος; Αυτός…
Ευτυχώς, είπαμε, είχε μυαλό η Ασπασία.
«Μην κάνεις έτσι. Σαν καινούργια θα γίνουν».

Όπως όλοι λοιπόν, μαζεύτηκε και ο Νέστορας και το μόνο που θύμιζε τον παλιό και αγέρωχο λεβέντη , ήταν το μουστάκι «ποντικοουρά» που είχε αρχίσει να ασπρίζει όπως και τα μαλλιά του. Και από γλέντια και ταβέρνες… πάνε όλα αυτά. Εκείνο όμως που τον στεναχωρούσε περισσότερο ήταν που έκλεισε την Ασπασία μέσα. Όχι πως εκείνη της ένοιαζε , αλλά αυτόν τον έτρωγε αυτό το «μέσα», παρέα με την τηλεόραση.

Το δούλεψε όμως μέσα στο μυαλό του και στο τέλος το οργάνωσε καλά. Με κάτι στριμώγματα θα εξοφλούσε φώτα, νερά , κάτι υπόλοιπα από τους φόρους και υπολόγισε πως θα του περίσσευαν δύο , τρία πενηντάρικα. Όλα χαλάλι για την Ασπασία. Θα της έκανε έκπληξη.
Ένα βράδυ σε «κυριλέ» ταβέρνα, αυτός και εκείνη ,όπως παλιά!
Και που το σκεφτόταν ένοιωθε όμορφα.

Όταν άνοιξε το χαρτί και είδε πως πάλι του έκοψαν δύο κατοστάρικα από την σύνταξη , κόντεψε να μείνει στον τόπο. Προκαταβολή στον φόρο, έλεγε το κωλόχαρτο. Κοίταξε προς τον ουρανό και έφτυσε. Τσαλάκωσε το χαρτί και πήγε νωρίς στο τσιπουράδικο .

Πρώτη φορά τον είδαν με το κεφάλι κάτω και αμίλητο. Και η Ασπασία που τον ρώτησε γιατί παραήπιε, δεν πήρε απάντηση.

Για δύο, τρία πενηντάρικα γαμώτο, έγινε δυστυχισμένος. Ποιος; Αυτός, ο Νέστορας με το όνομα.

(Aπό την συλλογή: « ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ». Εκδόσεις: tovivlio.net)

Christos.gim@gmail.com