Πέμπτη 24 Μάϊου 2018 Βρείτε μας στο FacebookΒρείτε μας στο GooglePlus

Όταν η δημοσιογραφία απαξιώνει τον εαυτό της….

Του Γ. Λακόπουλου

Ο Παύλος Τσίμας είναι ο ποιοτικότερος  Έλληνας δημοσιογράφος στο ραδιόφωνο και την τηλεόρασή και μακράν ο καλύτερος  ραδιοφωνικός παράγωγος  αυτή τη στιγμή. Παρότι  διακόπτει τον έξοχο λόγο του για να μας  συστήσει-με τη φωνή του- από ποια τράπεζα να πάρουμε δάνειο.

Συνεπώς το παράδειγμα του Τσίμα είναι το ασφαλέστερο  για να αναδειχθεί πώς ακριβώς αντιμετωπίζουν σήμερα τα ΜΜΕ την κυβερνητική πολιτική- ακόμη και όταν αυτή είναι πανθομολογούμενα επιτυχής. Στην εκπομπή της Πέμπτης ο Παύλος είπε ότι για τους κυβερνητικούς ότι «τον Αύγουστο θα βγούμε από το Μνημόνιο και μετά θα κάνουμε ό,τι θέλουμε».

Είναι ο ορισμός της διαστρέβλωσης – αν όχι της προπαγάνδας. Δεν ξέρουμε αν το άκουσε ο ίδιος ή το άκουσε από κάποιον Συριζαίο. Αλλά προφανώς ξέρει ότι η επίσημη κυβερνητική θέση είναι ότι «το τέλος του Μνημονίου δεν συνιστά το τέλος της κρίσης». Συνεπώς δεν υπάρχει «θα κάνουμε ό,τι θέλουμε».

Αν στην εκπομπή του Τσίμα -με τα προσωπικά εχέγγυα αξιοπιστίας και φερεγγυότητας, αλλά και ευπρέπειας- ακούγεται τόσο εύκολα κάτι που δεν είναι ακριβές, τι περιμένει κανείς να εκπέμπουν από την ίδια συχνότητα πρόσωπα που κατέλυσαν από καιρό κάθε έννοια δημοσιογραφίας -συχνά με παρτενέρ τον Άδωνι Γεωργιάδη;

Είναι μόνο ένα παράδειγμα όχι για αναδειχθεί η άνιση αντιμετώπιση του Πρωθυπουργού ή της κυβέρνησης του από κάποια ΜΜΕ. Άλλωστε σε άλλα μέσα άλλοι  κάνουν τα ίδια κατά του Κυριάκου Μητσοτάκη. Παράδειγμα ακριβώς επειδή αναφέρεται σε κορυφαίο δημοσιογράφο με ήθος και περγαμηνές. Ή-έστω στιγμιαία παρεκτροπή- δείχνει την μετακίνηση της δημοσιογραφίας, ακόμη και στα καλύτερά της από το χώρο της ενημέρωσης και της κριτικής στο χώρο της  άσκησης αντιπολίτευσης – δίκην πολιτικού αντίπαλου της κυβέρνησης.

Όλοι οι σχολιαστές δεν τον κάνουν; Πράγματι, αν όχι όλοι, οι περισσότεροι. Ο καθένας αντί για τη δημοσιογραφική κρίση του προτάσσει την πολιτική του άποψη και τα ιδεολογικά του κριτήρια- αν όχι την «γραμμή» του μέσου που εργάζεται. Δεν ελέγχει την κυβέρνηση, αλλά «θέλει να φύγει ο Τσίπρας» και με τη δική του συνδρομή.

Αυτό δεν είναι δημοσιογραφία. Δεν είναι καν σχολιασμός. Γιατί ο σχολιαστής  επιχρωματίζει προσωπικά ό,τι λέει, βλέπει τα πράγματα από τη δική του σκοπιά, τοποθετείται υπέρ ή κατά προσώπων, κομμάτων και καταστάσεων, αλλά δεν αλλοιώνει τα πραγματικά περιστατικά. Τα χρησιμοποιεί ή τα φέρνει στα μέτρα του για να στηρίξει και κομματική επιδίωξη. Αν τα γεγονότα δεν ταιριάζουν τόσο το χειρότερο για τα γεγονότα.

Πλην εξαιρέσεων, ο δημοσιογραφικός σχολιασμός που δεν ασκείται υπέρ ιδεών ή αξιών, αλλά υπέρ κομμάτων, μηχανισμών και συμφερόντων- του  αφεντικού πριν από όλα. Η καθ’ υπόδειξη παρουσίασης της αλήθειας κυριαρχεί. Ακόμη χειρότερα στη δημοσιογραφία της αναίρεσης  κατακτήσεων όπως η απεργία. Σπάνε ακόμη και απεργίες του κλάδου τους και υπερηφανεύονται γι’ αυτό. Διαγράφονται από την  ΕΣΗΕΑ- και καμαρώνουν. Σε άλλες εποχές δεν θα είχαν μούτρα να κυκλοφορήσουν στο δρόμο.

Αυτά δεν ενοχλούν σε ένα επάγγελμα που θεωρείται πλέον κακόφημο. Στο οποίο κυκλοφορούν με την κονκάρδα του επαγγελματικά δημοσιογράφου λαμόγια, νεόπλουτοι, μεσολαβητές, βαποράκια πάσης φύσεως, κομματικοί εγκάθετοι. Αλλοιώνονται οι ειδήσεις, στα μονομερή σχόλια θα κολλήσουν; Ο δημοσιογραφικός λόγος περιλαμβάνει πλέον και προσωπικούς χαρακτηρισμούς για πολιτικούς ή εμετικές ατάκες…. Αδιανόητο κάποτε σε οποιαδήποτε εφημερίδα…..

Εδώ όμως υπάρχει ένα θέμα. Μπορεί εκτρέπονται πολλοί -και αυτό είναι μεγάλη συζήτηση, ειδικά στη διαδικτυακή εποχή. Αλλά από δημοσιογράφους σαν τον Παύλο Τσίμα περιμένει κανείς να κρατήσουν αυτό το ρημαδοεπάγγελμα στο ύψος του. Να διδάξουν στους νεότερους αυτά που δεν διδάσκονται ούτε σε σχολές, ούτε σε συσκέψεις εφημερίδων. Να αφήσουν παρακαταθήκες για την επόμενη γενιά δημοσιογράφων. Όσο δεν το κάνουν, η -καλή- δημοσιογραφία, αδικεί τον εαυτό της….