Όταν η «Φωτεινή Ελλάδα» πληρώνει ακριβά για ρεύμα: Η κυβέρνηση καταρρέει, ο Μητσοτάκης μιλάει για το «όραμά» του, αλλά ο κόσμος δεν αντέχει τόση «επιτυχία»

Του Νίκου Λακόπουλου

Για μια ακόμα φορά ο Κυριάκος Μητσοτάκης με το διάγγελμά του απέδειξε πως η οικονομική μου πολιτική εξαρτάται απ΄ό τις δημοσκοπήσεις και πως αυτή η κυβέρνηση χρησιμοποιεί το δημόσιο ταμείο για να χτίσει την δημοφιλία της.

Η κυβέρνηση ουσιαστικά αφού επιδοτεί την αισχροκέρδεια σε μια μεγάλη ληστεία που αφορά όλους τους πολίτες υπέρ των εταιρειών εμφανίζεται ως προστάτης των νοικοκυριών και επιστρέφει ένα μέρος από τα κλοπιμαία.

Η ουσία του διαγγέλματος βρίσκεται στο «εγώ αποφάσισα – αυτό είναι το όραμά μου και αυτό υπηρετώ με συνέπεια, κάθε μέρα». Για τον Πρωθυπουργό δεν υπάρχει ληστεία, αλλά «μία πολιτεία που μάχεται για να αναπτύσσεται η χώρα ώστε τους καρπούς της συλλογικής προόδου να τους γεύονται όλοι οι πολίτες»!

Για την αξιωματική αντιπολίτευση «ο κ. Μητσοτάκης αναγκάστηκε να παραδεχτεί πως τόσο καιρό έλεγε ψέματα αφού οι λογαριασμοί είχαν εκτοξευτεί πολύ πριν τον πόλεμο με δική του ευθύνη.

Παρόλα αυτά για ακόμη μία φορά αφήνει ανέγγιχτο τον μηχανισμό της αισχροκέρδειας, παραπέμποντας στις καλένδες του Ιούλη κάποιες θολές παρεμβάσεις που δεν προσδιόρισε».

Η «ανάταξη» της Οικονομίας

Η πολλαπλή οικονομική αφαίμαξη που δημιουργεί νέα ευάλωτα νοικοκυριά και νέους φτωχούς δεν δημιουργείται επειδή η πολιτική της κυβέρνησης απέτυχε, αλλά γιατί πέτυχε: το μοντέλο που έχει στο μυαλό του ο Κυριάκος Μητσοτάκης και εμφάνισε ως «ανάταξη» της οικονομίας είναι η «ανάπτυξη» με υπερκέρδη των επιχειρήσεων και η βίαιη λιτότητα για τους μη έχοντες.

Αν οι πλούσιοι πλουτίσουν κι άλλα λίγα ψίχουλα θα υπάρξουν και για τους εργαζόμενους με τη μορφή «μπουρμπουάρ» και επιδομάτων που παρέχει η κυβέρνηση με μια πολιτικ΄ή που μετατρέπει σε πελάτες της εργαζόμενους και επιχειρήσεις.

Πιθανόν όμως εξαρχής ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ένας κατεξοχήν λαϊκιστής που μάχεται τον λαϊκισμό, δεν είχε κανένα άλλο όραμα πέρα από την κατάκτηση της εξουσίας.

Η «ανάπτυξη» ήταν για λίγους σε μια προσπάθεια να δημιουργήσει μια τάξη εξαρτώμενη απο το κράτος, οι «καλές δουλειές» ήταν για λίγους και οι «μεταρρυθμίσεις» του είχαν στόχο την οικοδόμηση ενός προσωποπαγούς καθεστώτος με περισσότερο κράτος, χωρίς συνδικαλισμό και ελεύθερα μέσα μαζικής ενημέρωσης.

Για τον σκοπό αυτό χρησιμοποίησε την πανδημία και τώρα τον πόλεμο εμφανίζοντας ένα «θαύμα» που συνίσταται στο έργο και τα χρήματα που άφησε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, ο δανεισμός και κοινοτικά χρήματα. Έτσι μείωσε την ανεργία με την απλή μέθοδο να μην μετρά τους μισούς ανέργους, χάρισε χρήματα που έγιναν καταθέσεις και αφαίμαξε μεσαία στρώματα και εργαζόμενους με υπερηφάνεια ότι μείωσε τους φόρους.

Πως σκοτείνιασε η Φωτεινή Ελλάδα

Καθώς η «φωτεινή Ελλάδα» είναι μια Ελλάδα σκοτεινή -χωρίς ρεύμα για χιλιάδες νοικοκυριά και με υπέρογκους λογαριασμο΄ύς -και μετά την επιστροφή» μέρους των κερδών των εταιρειών- για τα υπόλοιπα μένει από το «όραμα» του Μητσοτάκη η προτροπή υπουργού του «να κλείνετε τον θερμοσίφωνα».

Άλλες κυβερνήσεις έπεσαν για την τιμή του γάλακτος ή τον ΕΝΦΙΑ. Ο Μητσοτάκης θα πέσει από την τιμή του ρεύματος και μάλλον θα χρειαστεί τρίτο διάγγελμα.

Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις δείχνουν μια πρωτοφανή φθορά και οι συζητήσεις πέρα από το πότε θα γίνουν εκλογές αφορούν την σύνθεση της επόμενης κυβέρνησης.

Είναι δεδομένο ότι δεν θα υπάρξει νέα αυτοδύναμη κυβέρνηση Μητσοτάκη και για πρώτη φορά εμφανίζεται το ενδεχόμενο η Νέα Δημοκρατία να μην είναι πρώτο κόμμα.

Με το ηλεκτροσόκ που υπέστησαν όσοι πήραν λογαριασμούς ρεύματος επιβεβαιώθηκε ένα άτυπο αντικυβερνητικό μέτωπο με στόχο να φύγει η κυβέρνηση Μητσοτάκη.

Αυτή η κυβέρνηση δεν μπορεί να διαχειριστεί τα χρήματα του Ταμείου Ανάκαμψης θα πει ο πρόεδρος του Κινάλ-ΠΑΣΟΚ. Μια νέα κυβέρνηση αν δεν θα είναι προοδευτική-δημοκρατική κυβέρνηση θα είναι κυβέρνηση «εθνικής σωτηρίας».

Η παράταξη όλων των «οικονομικών» υπουργών σε μια συνέντευξη τύπου δείχνει πως η κυβέρνηση διαισθάνεται το τέλος της και το επόμενο διάγγελμα Μητσοτάκη για το «όραμά» του θα είναι ένα «Αντίο» με την μορφή μιας νέας υπόσχεσης και το δίλημμα να μείνει ή να φύγει η κυβέρνηση.

Ήδη όμως η απάντηση είναι να φύγει, όσο πιο γρήγορα γίνεται. Ο κόσμος δεν αντέχει -κυρίως τόση «επιτυχία».