Έρευνα του ΑΠΕ – ΜΠΕ για την επόμενη μέρα στο Μάτι

Στην επόμενη μέρα για τις πληγείσες από τις πρόσφατες πυρκαγιές περιοχές της Ανατολικής Αττικής επικεντρώνεται πλέον το ενδιαφέρον και οι προσπάθειες όλων – της πολιτείας, των ειδικών και των πολιτών, πρωτίστως των κατοίκων της πληγείσας περιοχής, αλλά και των άλλων, ιδίως εκείνων που έχουν ήδη προστρέξει να εκφράσουν την αλληλεγγύη τους –  προκειμένου η καμένη γη να ξαναζωντανέψει, αλλά με κανόνες, ώστε η αποκατάσταση να είναι βιώσιμη.

Στόχος η επόμενη μέρα, που θα έρθει με το βάρος του πόνου για αυτούς που έχασαν τη ζωή τους, να τιμήσει όντως τη μνήμη τους, κάνοντας πραγματικότητα τη σημερινή ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον για την περιοχή και τους ανθρώπους της.

Το ΑΠΕ-ΜΠΕ επιχειρώντας να σκιαγραφήσει ποια μπορεί να είναι η επόμενη μέρα για το Μάτι, μίλησε με καθηγητές πανεπιστημίου οι οποίοι αναλύουν και προτείνουν – ο καθένας στον τομέα του – μέτρα καταρχάς για το κοντινό αύριο – για παράδειγμα την κατεδάφιση αυθαιρέτων που βάζουν σε κίνδυνο την ανθρώπινη ζωή, την οχύρωση για τον κίνδυνο πλημμυρών, την προστασία από τη ρύπανση που προκάλεσε η πυρκαγιά – αλλά και για τον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, που θα αφορά τη διαμόρφωση ενός σύγχρονου και ασφαλούς οικισμού.

Ν. Μπελαβίλας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ: Μονόδρομος η κατεδάφιση αυθαιρέτων

Η δέσμη προτάσεων που έχουν κατατεθεί για να «ανασάνει» το Μάτι κλίνουν προς την ίδια κατεύθυνση, δηλώνει στο ΑΠΕ – ΜΠΕ ο Νίκος Μπελαβίλας καθηγητής ΕΜΠ και υπεύθυνος του Εργαστηρίου Αστικού Περιβάλλοντος.

 

Δ. Ησαϊας ΑΠΕ-ΜΠΕ: Από την πρώτη στιγμή το ΕΜΠ έθεσε την επιστημονική του δεινότητα στη διάθεση της πολιτείας

Στο έργο της αποκατάστασης των ζημιών από την τραγική πυρκαγιά της 23ης Ιουλίου, στην Ανατολική Αττική θα συμβάλλει το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο θέτοντας την επιστημονική του δεινότητα στη διάθεση της πολιτείας.

«Από την πρώτη στιγμή, όλες οι σχολές του ΕΜΠ, δια του πρύτανή τους, έστειλαν μία επιστολή στους υπουργούς, και στους γενικούς γραμματείς, επισημαίνοντας ότι το ΕΜΠ θέτει την επιστημονική του δεινότητα στη διάθεση του κράτους», λέει στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, ο Κοσμήτορας της Σχολής Αρχιτεκτόνων Μηχανικών, Δημήτρης Ησαΐας.

 

«Πρώτα διερεύνηση των απειλών και μετά σχέδιο δράσης για τα μεταπυρικά φαινόμενα»

Σε διαρκή εγρήγορση και έρευνα για τα μεταπυρικά φαινόμενα βρίσκεται η επιστημονική ομάδα του τμήματος Γεωλογίας και Γεωπεριβάλλοντος στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Όπως τονίζει στο ΑΠΕ – ΜΠΕ ο δρ Μιχάλης Διακάκης «εμείς συνεχίζουμε την έρευνα και στο πεδίο αλλά και στο εργαστήριο ώστε να αναλύουμε την κατάσταση και να προχωράμε την έρευνα για τις επιπτώσεις των μεταπυρικών φαινομένων. Έχουμε ξεκινήσει μια διερεύνηση των κινδύνων που διατρέχουν άμεσα αυτές οι περιοχές.

O Δ. Σαρηγιάννης μιλά στο ΑΠΕ-ΜΠΕ για την επιβάρυνση της ατμόσφαιρας και του εδάφους στην αν. Αττική

Ο αναπληρωτής καθηγητής Περιβαλλοντικής Μηχανικής του Τμήματος Χημικών Μηχανικών της Πολυτεχνικής Σχολής του ΑΠΘ, Δημοσθένης Σαρηγιάννης μιλά στο Αθηναϊκό- Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων για την επιβάρυνση της ατμόσφαιρας στην Αττική από τις φονικές πυρκαγιές της 23ης Ιουλίου και για τις βραχυχρόνιες ή μακροχρόνιες επιπτώσεις που μπορεί να έχει η έκθεση του ανθρώπινου οργανισμού στους ατμοσφαιρικούς ρύπους που απελευθερώθηκαν.

 

Απ. Σκαλτσογιάννης στο ΑΠΕ-ΜΠΕ: Οι ρητινοσυλλέκτες θα μπορούσαν να γίνουν και οι καλύτεροι φύλακες του δάσους

Ένας από τους βασικούς λόγους που συνετέλεσε στη γρήγορη εξάπλωση της φονικής πυρκαγιάς στην Αττική ήταν ότι η περιοχή είναι κατάφυτη από χαλέπιο πεύκη, το πιο ρητινοπαραγωγικό δέντρο στον κόσμο. Σύμφωνα με τον καθηγητή και διευθυντή του Εργαστηρίου Δασικής Γενετικής και Βελτίωσης Δασοπονικών Ειδών της Σχολής Δασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος του ΑΠΘ Δρ. Αποστόλη Σκαλτσογιάννη, πρόκειται για το πιο «καυτερό» δέντρο στον κόσμο επειδή περιέχει ρετσίνι (ρητίνη) και αυτό δημιουργεί το πρόβλημα.

Γ. Ξανθόπουλος: Οι δασικές πυρκαγιές είναι ένα θέμα τόσο σοβαρό, που η λύση του πρέπει να είναι διακομματική

Ο δρ. Γαβριήλ Ξανθόπουλος, δασολόγος με εξειδίκευση στις δασικές πυρκαγιές, τοποθετεί την αρχή μιας οδυνηρής πορείας για τα ελληνικά δάση, στο έτος 1998.Είναι η χρονιά που η ευθύνη για τη διαχείριση των δασικών πυρκαγιών φεύγει από τη Δασική Υπηρεσία και πηγαίνει στην Πυροσβεστική. Εξηγεί: «Η μεταφορά έγινε χωρίς επιστημονική μελέτη για τη σκοπιμότητά της και τις δυσκολίες της, εσπευσμένα και χωρίς επαρκή προετοιμασία. Ακολούθησαν δύο καταστροφικές χρονιές (1998 και 2000) που ανέδειξαν την έλλειψη ετοιμότητας του ΠΣ για τα νέα του καθήκοντα. Η κυβέρνηση παρέμεινε σταθερή στην επιλογή της και ενίσχυσε αμέσως το Σώμα με προσωπικό, μέσα και εξοπλισμό. Ιδιαίτερα μεγάλη ήταν η αύξηση των εναέριων μέσων δασοπυρόσβεσης, τόσο των εθνικών όσο και των ιδιωτικών, που μισθώνονταν κάθε καλοκαίρι. Η ενίσχυση αυτή συνεχίστηκε με την προετοιμασία για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004 στην Αθήνα. Παράλληλα, το ΠΣ, καθώς αποκτούσε εμπειρία, προχωρούσε σε πολλές κινήσεις αναδιοργάνωσης, ώστε να αντιμετωπίσει καλύτερα τις ανάγκες της δασοπυρόσβεσης ταυτόχρονα με το υπόλοιπο έργο του.

Πράγματι, από το 2001 έως το 2004 οι καταστροφές από δασικές πυρκαγιές μειώθηκαν εντυπωσιακά. Πολλοί έσπευσαν να θεωρήσουν ότι το πρόβλημα είχε λυθεί παρά τις επισημάνσεις ειδικών ότι κατά τις συγκεκριμένες χρονιές οι συνθήκες ήταν ευνοϊκές, καθώς υπήρξαν μία ή περισσότερες αξιόλογες βροχοπτώσεις κατά τη διάρκεια του θέρους που διέκοψαν τη συνήθη καλοκαιρινή ξηρασία. Αλλά οι πυρκαγιές που σημειώθηκαν από το 2005 και μετά (Σπέτσες, Ραφήνα, Χαλκιδική, Μάνη), κατέδειξαν ότι το πρόβλημα κάθε άλλο παρά λυμένο ήταν».

ΑΠΕ ΜΠΕ