Δικτατορίες

Του Νικόλα Σεβαστάκη

Ο νεώτερος αυταρχισμός χρειάζεται τις λαοθάλασσες, την ένθερμη κοινότητα των οπαδών του και τον παραμερισμό ή έστω τη σιωπή των αντιπάλων. Πηγή: www.lifo.gr

Η μέση αντίληψη για τις δικτατορίες είναι ότι πρόκειται για αντιλαϊκά και μάλλον αντιδημοφιλή καθεστώτα καταπίεσης. Δικτατορία είναι το αντίθετο της δημοκρατίας, αυτή είναι η συνηθισμένη άποψη για τον χαρακτήρα τους. Αν ρωτήσεις, ας πούμε, έναν μαθητή λυκείου, η απάντηση (αν δεν είναι ένα χασμουρητό) θα κινηθεί κάπου εκεί: κάποιοι κακοί και περίεργοι τύποι που καταπιέζουν έναν λαό. Eξάλλου έχουμε συνδέσει τη δικτατορία με αυτό που οι παλαιοί ονόμαζαν δεσποτισμό ως καθεστώς που στηρίζεται στον φόβο. Ο φόβος, η βία, η αυθαίρετη κυριαρχία, είναι τα διακριτικά των δικτατοριών.

Με κάτι τέτοιες βολικές σημάνσεις, λοιπόν, ησυχάζουμε. Γιατί, φυσικά, δύσκολα μπορεί να πιστέψει κανείς ότι μια σοβαρή μερίδα του πληθυσμού –ενδεχομένως και η πλειονότητα– μπορεί να «επιλέγει» να ζει με τον φόβο. Όχι, απαντάμε. Οι άνθρωποι υποκύπτουν από φόβο, από δειλία, από νοθείες και πιέσεις οικογενειακές και επαγγελματικές. Ο λαός, αυτό το ιερό δισκοπότηρο απ’ όπου πίνουμε όλοι μας, δεν είναι δυνατό να ονειρεύεται έναν αυταρχισμό· είναι το θύμα, είναι ο πάντα ευκολόπιστος και πάντα προδομένος λαός, όπως έγραφε και ο Σολωμός.

Ξεχνάμε, έτσι, ότι από την εποχή των Ρωμαίων μέχρι τον καιρό των φασισμών και των ολοκληρωτισμών η δικτατορία διέθετε συχνά μια λαϊκή και πληβειακή διάσταση. Εκτός από ορισμένες αμιγώς στρατιωτικές δικτατορίες, τα περισσότερα αυταρχικά καθεστώτα που οικοδομήθηκαν γύρω από έναν χαρισματικό ηγέτη απολάμβαναν μαζική υποστήριξη. Επικοινωνούσαν με τα μεγάλα ακροατήρια και ιδίως με τους πιο φτωχούς και καταφρονεμένους της χώρας. Ακόμα και αν ο αυταρχικός ηγέτης ήταν της δεξιάς και φρόντιζε να φτιάξει καλές συμμαχίες με τμήματα των ανώτερων τάξεων, έπαιρνε τη δύναμη και αποκτούσε διάρκεια από τον βαθύ λαό.

Αυτό, φυσικά, απέχει πολύ από το στερεότυπο περί ολιγαρχικής ελίτ και τυραννικής κάστας.  Τον Λουδοβίκο Βοναπάρτη αγάπησαν οι αγροτικές μάζες της Γαλλίας, όχι την αδύναμη και σκόρπια φιλελεύθερη αντιπολίτευση στο καθεστώς του. Στον Λένιν βρήκε σημείο αναφοράς ο «λαός της Επανάστασης», όχι στον Γιούλι Μάρτοφ, στον Φεντόρ Νταν ή σε άλλους ηγέτες των μετριοπαθών σοσιαλιστικών δυνάμεων της εποχής. Αυτούς δεν τους «έγραψε η Ιστορία».

Σε γενικές γραμμές, οι «από κάτω» πιο εύκολα ονειρεύονταν τον Στρατηγό, τον Μεγάλο Βεζύρη ή τον ηγέτη με την ατσάλινη θέληση παρά το βασίλειο της ελευθερίας και της συμμετοχής. Γι’ αυτό και οι πολιτικές και πνευματικές ελευθερίες είναι ιστορικά υπερεκτιμημένες.

Τον Ερντογάν εμπιστεύεται ξανά σήμερα ένα μεγάλο μέρος του τουρκικού λαού. Ακόμα και αν όλοι μιλούν για πύρρειο νίκη, το γεγονός είναι ότι έχει τον μισό λαό μαζί του. Αναρίθμητες είναι, επίσης, οι περιπτώσεις κατά τι οποίες οι ενδοιασμοί, η θεσμική ευαισθησία ή η μέριμνα για τους νόμους, όλα αυτά που τα θεωρούμε πολύτιμα και εύθραυστα πράγματα, δεν συγκίνησαν τον λαό. Αντιθέτως, το ρεύμα ακολουθούσε τον ισχυρό που πήγαινε από νίκη σε νίκη και από θρίαμβο σε τραγωδία. Από κοντά, επίσης, έψελναν και πολλοί διανοούμενοι τον ύμνο των λεγόμενων ηρωικών αξιών, δοξάζοντας την αδιάλλακτη σύγκρουση και αφορίζοντας το πνεύμα του συμβιβασμού.

Εδώ χρειάζεται όμως να θυμίσουμε και την άλλη πλευρά: ότι δεν υπάρχει ένας Λαός και μια ενσάρκωση της «αλήθειας του». Εκτός από τον λαό των οπαδών υπάρχουν και άλλες επιφάνειες του λαού. Το είδαμε τώρα και στο δημοψήφισμα της Τουρκίας με τον τρομερό διχασμό. Τις περισσότερες φορές, όμως, τα πράγματα δεν επιτρέπουν να φανούν δύο ξεκάθαρα «στρατόπεδα». Για παράδειγμα, στην ελληνική εμπειρία των χρόνων της χούντας υπήρχε και ο επιτήδειος λαός της ουδετερότητας, ο μισο-ωφελημένος από μέτρα της κυβέρνησης και πρόθυμος να ξεχάσει ή να παραμερίσει τις δυσάρεστες εικόνες.

Έφευγε ξαφνικά ο γείτονας (για την εξορία ή τη φυλακή), αλλά εσύ μπορούσες να πάρεις ένα καλό δάνειο και να χτίσεις ένα δεύτερο πάτωμα για τα παιδιά. Υπήρχαν οι σαφώς υπέρ και οι αναφανδόν κατά αλλά και οι αμφιθυμίες και εκείνος ο πολύς κόσμος που ζούσε πάντα σε απόσταση από τα «ναι» και τα «όχι».

Σε γενικές γραμμές, οι «από κάτω» (όπως βαφτίζουν τα πιο χαμηλά λαϊκά στρώματα ορισμένοι εστέτ της ακροαριστεράς ) πιο εύκολα ονειρεύονταν τον Στρατηγό, τον Μεγάλο Βεζύρη ή τον ηγέτη με την ατσάλινη θέληση παρά το βασίλειο της ελευθερίας και της συμμετοχής. Γι’ αυτό και οι πολιτικές και πνευματικές ελευθερίες είναι ιστορικά υπερεκτιμημένες. «Έκαιγαν» συνήθως κάποια, περιορισμένα, τμήματα των μεσαίων τάξεων και κάποια άλλα ειδικά ακροατήρια.

Στον βαθμό, επίσης, που ένας αυταρχισμός απειλεί έναν σύγχρονο τρόπο ζωής ή την πρόσβασης σε πληροφορίες και άλλα ζωτικά αγαθά της παγκοσμιοποιημένης μας εποχής, μπορεί να ερεθίζει και τη φιλοδυτική νεολαία, τις μορφωμένες γυναίκες ή τα πιο σύγχρονα αστικά στρώματα. Από κει και πέρα, όμως, υπάρχει η τεράστια θάλασσα που είναι συμφιλιωμένη με την ιδέα ενός κηδεμόνα του έθνους (όπως τον ονόμαζε ο Τοκβίλ), αρκεί να έχει κάποια υλική ευημερία και προστασία.

Ο νεώτερος αυταρχισμός χρειάζεται τις λαοθάλασσες, την ένθερμη κοινότητα των οπαδών του και τον παραμερισμό ή έστω τη σιωπή των αντιπάλων. Πολλές φορές όμως δεν καταργεί τη δημοκρατία απλώς επιλέγει να αξιοποιήσεις τις δυνατότητες που δίνουν οι μαζικές κοινωνίες. Γι αυτό άλλωστε έχει την τάση να εγκωμιάζει την ισότητα όταν στοχεύει να ενοχοποιήσει όσους ανησυχούν για τις ελευθερίες. Είναι κι αυτό ένα μάθημα που μας δίνει η εποχή των δημαγωγών, ο δικός μας, δηλαδή, καιρός.

Πηγή: www.lifo.gr