
Του Μελέτη Ρεντούμη
Η Ευρώπη βρίσκεται σήμερα σε ένα ιστορικό σταυροδρόμι, όπου καλείται να απαντήσει στο αν μπορεί να δημιουργήσει μια νέα περίοδο βιώσιμης ανάπτυξης και παγκόσμιας ανταγωνιστικότητας ή θα συνεχίσει να χάνει έδαφος απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα.
Η απάντηση δεν βρίσκεται στη διαχείριση της στασιμότητας ούτε στην απλή αναδιανομή των υφιστάμενων πόρων. Βρίσκεται στη δημιουργία νέας οικονομικής αξίας, στην οικοδόμηση νέων παραγωγικών δυνατοτήτων και στη διαμόρφωση ενός ευρωπαϊκού οικονομικού μοντέλου που θα αξιοποιεί την κλίμακα, την καινοτομία και τη συνεργασία ως βασικούς μοχλούς ανάπτυξης.
Πιο συγκεκριμένα, η ευρωπαϊκή ιστορία αποδεικνύει ότι οι μεγαλύτερες επιτυχίες της ηπείρου γεννήθηκαν όταν τα κράτη-μέλη αποφάσισαν να ξεπεράσουν τον κατακερματισμό και να δημιουργήσουν κοινές αγορές και κοινούς θεσμούς.
Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα αποτέλεσε το πρώτο μεγάλο παράδειγμα, μετατρέποντας δύο στρατηγικούς βιομηχανικούς κλάδους σε θεμέλιο οικονομικής συνεργασίας και ειρήνης.
Εν προκειμένω, η ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από την ικανότητά της να δημιουργήσει μία πραγματική ενιαία αγορά για τις τεχνολογίες του μέλλοντος. Η τεχνητή νοημοσύνη, οι ημιαγωγοί, το cloud computing, η κυβερνοασφάλεια, η κβαντική τεχνολογία και η ρομποτική αποτελούν ήδη τους βασικούς πυλώνες της νέας βιομηχανικής επανάστασης.
Η Ευρώπη διαθέτει κορυφαία πανεπιστήμια, ερευνητικά ιδρύματα και υψηλού επιπέδου ανθρώπινο δυναμικό, όμως εξακολουθεί να υστερεί στη μετατροπή της επιστημονικής γνώσης σε επιχειρηματική επιτυχία. Η ενίσχυση των επενδύσεων στην έρευνα και ανάπτυξη, η δημιουργία πανευρωπαϊκών οικοσυστημάτων καινοτομίας και η παροχή περισσότερων κεφαλαίων σε νεοφυείς και αναπτυσσόμενες επιχειρήσεις μπορούν να μετατρέψουν αυτή την αδυναμία σε στρατηγικό πλεονέκτημα.
Παράλληλα, η ευρωπαϊκή βιομηχανία χρειάζεται ένα νέο παραγωγικό μοντέλο που θα συνδυάζει την πράσινη μετάβαση με την τεχνολογική υπεροχή. Η απανθρακοποίηση της οικονομίας δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται μόνο ως περιβαλλοντική υποχρέωση αλλά και ως τεράστια επιχειρηματική ευκαιρία. Οι επενδύσεις στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, στα δίκτυα ηλεκτρισμού, στην αποθήκευση ενέργειας, στο υδρογόνο, στις μπαταρίες νέας γενιάς και στην κυκλική οικονομία μπορούν να δημιουργήσουν εκατομμύρια νέες θέσεις εργασίας και να μειώσουν τη στρατηγική εξάρτηση της Ευρώπης από εισαγόμενες πρώτες ύλες και ορυκτά καύσιμα.
Εκτός αυτού, Ιδιαίτερη σημασία αποκτά και η ολοκλήρωση της ευρωπαϊκής χρηματοπιστωτικής αγοράς. Ενώ οι ευρωπαϊκές οικογένειες διαθέτουν σημαντικές αποταμιεύσεις, μεγάλο μέρος αυτών των κεφαλαίων παραμένει αναξιοποίητο ή κατευθύνεται εκτός Ευρώπης. Η δημιουργία μιας πραγματικά ενιαίας αγοράς κεφαλαίων θα επιτρέψει στις επιχειρήσεις να αντλούν ευκολότερα χρηματοδότηση, θα μειώσει το κόστος κεφαλαίου και θα ενισχύσει την ανάπτυξη καινοτόμων επιχειρήσεων που σήμερα συχνά μεταφέρουν την έδρα τους στις Ηνωμένες Πολιτείες αναζητώντας καλύτερη πρόσβαση σε επενδυτικά κεφάλαια.
Εξίσου κρίσιμη είναι η ανάγκη ενίσχυσης της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας. Οι πρόσφατες γεωπολιτικές κρίσεις ανέδειξαν πόσο ευάλωτη μπορεί να γίνει η ευρωπαϊκή οικονομία όταν εξαρτάται υπερβολικά από τρίτες χώρες για κρίσιμες πρώτες ύλες, μικροτσίπ, φαρμακευτικά προϊόντα ή ενεργειακούς πόρους.
Η ανάπτυξη νέων παραγωγικών μονάδων εντός Ευρωπαϊκής Ένωσης, η διαφοροποίηση των εφοδιαστικών αλυσίδων και η ενίσχυση της αμυντικής και τεχνολογικής συνεργασίας αποτελούν προϋποθέσεις τόσο για την οικονομική όσο και για τη γεωπολιτική ανθεκτικότητα της Ένωσης.
Ταυτόχρονα, η Ευρώπη οφείλει να επενδύσει περισσότερο στο ανθρώπινο κεφάλαιο. Η δημογραφική γήρανση, η έλλειψη εξειδικευμένων εργαζομένων και οι συνεχείς τεχνολογικές αλλαγές απαιτούν μία νέα στρατηγική δια βίου μάθησης. Η αναβάθμιση των δεξιοτήτων, η ενίσχυση της ψηφιακής εκπαίδευσης, η στενότερη σύνδεση πανεπιστημίων και επιχειρήσεων και η προσέλκυση διεθνούς ταλέντου θα αποτελέσουν βασικούς παράγοντες για τη διατήρηση της παραγωγικότητας και της καινοτομίας τα επόμενα χρόνια.
Επίσης, η μείωση της γραφειοκρατίας και η απλούστευση του κανονιστικού πλαισίου μπορούν να λειτουργήσουν ως ισχυρός καταλύτης επενδύσεων. Η Ευρώπη οφείλει να διατηρήσει τα υψηλά πρότυπα προστασίας του περιβάλλοντος, των καταναλωτών και των προσωπικών δεδομένων, χωρίς όμως να δημιουργεί περιττά διοικητικά εμπόδια που αποθαρρύνουν τις επενδύσεις και επιβραδύνουν την επιχειρηματική καινοτομία. Ένα πιο ευέλικτο, προβλέψιμο και ψηφιοποιημένο ρυθμιστικό περιβάλλον θα ενισχύσει σημαντικά την ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων.
Η επόμενη δεκαετία θα καθοριστεί από την ικανότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης να λειτουργήσει περισσότερο ως μία ενιαία οικονομική δύναμη και λιγότερο ως ένα άθροισμα εθνικών αγορών. Όπως απέδειξαν οι προηγούμενες μεγάλες ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες, η πραγματική ανάπτυξη δεν προκύπτει από την ανακατανομή ενός περιορισμένου πλούτου αλλά από τη δημιουργία νέων αγορών, νέων τεχνολογιών και νέων ευκαιριών. Η οικονομική κλίμακα, όταν συνοδεύεται από θεσμική ενοποίηση και κοινό στρατηγικό σχεδιασμό, μετατρέπεται σε ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.
Συμπερασματικά, η ευρωπαϊκή αναγέννηση δεν θα επιτευχθεί με αποσπασματικές παρεμβάσεις αλλά μέσα από ένα νέο παραγωγικό όραμα που θα στηρίζεται στην καινοτομία, στις επενδύσεις, στην ολοκλήρωση των αγορών, στην πράσινη και ψηφιακή μετάβαση και στη στρατηγική αυτονομία.
Η Ευρώπη διαθέτει το ανθρώπινο δυναμικό, τους θεσμούς, την επιστημονική γνώση και την οικονομική ισχύ για να πρωταγωνιστήσει στη νέα παγκόσμια οικονομία, ενώ το ζητούμενο είναι να αξιοποιήσει αυτά τα συγκριτικά πλεονεκτήματα με μεγαλύτερη ενότητα, ταχύτερες αποφάσεις και κοινή στρατηγική.
Ο Μελέτης Ρεντούμης είναι οικονομολόγος τραπεζικός

